
Έχοντας κερδίσει τις εντυπώσεις πέρυσι με την παράσταση «Μια πορνογραφική σχέση», ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Βαγγέλης Παπαδάκης αναμετράται φέτος μ’ ένα κορυφαίο έργο της σύγχρονης δραματουργίας, «Το κτήνος στο φεγγάρι».
20 χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση στην Ελλάδα το βαθιά συγκινητικό και εντυπωσιακά επίκαιρο έργο του Richard Kalinoski ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου Σημείου κάθε Σάββατο και Κυριακή στις 20:00, μέσα από τη φρέσκια σκηνοθετική ματιά του Βαγγέλη Παπαδάκη και πρωταγωνιστές τον ίδιο, τον Κώστα Αρζόγλου και τη Σοφία Λιάκου.
Το έργο παρακολουθεί την ιστορία του Αράμ και της Σέτα στο Μιλγουόκι του Ουισκόνσιν των Η.Π.Α. ανάμεσα στο 1921 και το 1933. Ο Αράμ είναι ο μόνος επιζών της οικογένειάς του από τη γενοκτονία στην Αρμενία. Διέφυγε στις Η.Π.Α. και δουλεύει ως φωτογράφος. Παντρεύεται δια αλληλογραφίας τη Σέτα, η οποία στα 15 της φτάνει κι αυτή στις ΗΠΑ για μια νέα ζωή, αφήνοντας πίσω της το ορφανοτροφείο στην Κωνσταντινούπολη. Όνειρο του Αράμ είναι να κάνει με τη Σέτα έναν γιο, που θα μπορέσει να εξασφαλίσει τη συνέχεια της αδικοχαμένης του οικογένειας. Εκείνη όμως δεν μπορεί να κάνει παιδιά… Τότε μπαίνει στη ζωή τους ο Βίνσεντ, ένα μικρό άστεγο αγόρι.
Ο Βαγγέλης Παπαδάκης μίλησε στο All4fun για τα καυτά ζητήματα που αγγίζει το έργο, τη σκηνοθετική του ματιά, αλλά και την ανάγκη να δώσουμε χώρο στην αγάπη μέσα μας.
«Το κτήνος στο φεγγάρι» μας μεταφέρει έναν αιώνα πίσω στην Αμερική για να μας διηγηθεί την ιστορία δύο Αρμένιων προσφύγων. Πώς ακουμπά αυτή η ιστορία στο σήμερα;
Ένα αιώνα πριν, οι Τούρκοι ξεπάστρευαν Αρμένιους, με αφορμή τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο για να επαναφέρουν την Οθωμανική αυτοκρατορία και να αποβάλλουν οποιοδήποτε «ξένο» και αλλόθρησκο στοιχείο. 1.500.000 Αρμένιους σκότωσαν. Εξάλλου ακολούθησαν και οι Πόντιοι και οι Έλληνες της Μικράς Ασίας σε μικρότερη κλίμακα φυσικά. Έστησαν ολόκληρους μηχανισμούς μαζικής εξόντωσης. Έναν αιώνα μετά – έχοντας διασφαλίσει την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – νιώθουμε να μας απειλούν πάλι οι «ξένοι». Αποκτήσαμε εχθρούς να εκτονώνουμε ελεύθερα και δημόσια πλέον την βία μας. Στην πραγματικότητα το μόνο που κάνουμε είναι να ασκούμε βία σε απροστάτευτους κι αδύναμους ανθρώπους οι οποίοι προσπαθούν να υπάρξουν με αξιοπρέπεια. Ο Αράμ και η Σέτα για μένα είναι άνθρωποι που αξίζουν την αγάπη μας. Και σήμερα βλέπουμε πολλούς τέτοιους γύρω μας. Στα κανάλια, στο διαδίκτυο, δίπλα μας. Και «ξένος» δεν είναι μόνο ο πρόσφυγας.
Η προσφυγική κρίση λοιπόν ήταν κι ένας από τους λόγους που επιλέξατε να καταπιαστείτε με το συγκεκριμένο έργο;
Ναι. Η πρώτη εικόνα που μου ήρθε για την παράσταση ήταν μια ξύλινη σχεδία πάνω σε μπάζα από κατεδαφισμένα κτίρια και δύο νέοι άνθρωποι να προσπαθούν απελπισμένα να στήσουν εκεί ένα νέο μέλλον, σε κάτι τόσο ασταθές και τόσο τραυματικό… Τελικά είπαμε ότι θα ήταν πολύ προφανής μια τέτοια σκηνογραφική αποτύπωση. Όμως το πιο συγκινητικό κομμάτι της ιστορίας δεν είναι τόσο το οτι ο Αραμ και η Σέτα είναι πρόσφυγες αλλά ότι είναι δύο «ξένοι» σε μια ξένη χώρα, ξένοι μεταξύ τους αλλά και προς τον εαυτό τους. Η ζωή τους φέρθηκε σκληρά. Εκείνοι όμως με πολύ κόπο και αγώνα τα κατάφεραν. Αυτή η υπεράνθρωπη προσπάθεια τους να ζήσουν με συγκινεί βαθιά. Τελικά το να «ζήσεις» πολλές φορές δεν είναι κάτι απλό. Είναι κάτι υπεράνθρωπο. Και αυτό νομίζω μπορούμε να το καταλάβουμε όλοι μας.
Ποιες περιοχές του έργου φωτίσατε μέσα από τη σκηνοθεσία σας και τι είναι αυτό που θέλετε να αναδείξετε μέσα από την παράστασή σας;
Αυτό που ανέφερα προηγουμένως. Ότι η ζωή η ίδια μας κάνει να μοιάζουμε με μικρούς θεούς. Ότι μας εξυψώνει σε μια διάσταση θεία. Εκεί για μένα βρίσκεται ο Θεός. Στην δύναμη να συγχωρέσουμε και στην συνέχεια να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλον. Μοιάζει βουνό αλλά μπορούμε. Οπότε όλη η διαδρομή της σκηνοθεσίας μου ήταν η καταγραφή αυτής της εσωτερικής διαδρομής στον ψυχισμό αυτών των τριών ηρώων, οι οποίοι μην έχοντας στον ήλιο μοίρα, δεν κατάφεραν απλά να επιβιώσουν, αλλά να βάλουν στην άκρη το κτήνος μέσα τους και να αφήσουν χώρο στην ειλικρινή αγάπη. Μπόρεσαν να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.
Και πώς κανείς εξημερώνει το «κτήνος» μέσα του;
Το κτήνος γεννιέται από τον υπέρμετρο φόβο, από τα ανεπούλωτα τραύματα που καταλαμβάνουν χώρο στην ψυχή μας. Η αγάπη είναι η γιατρειά. Κι είμαστε όλοι ικανοί για αυτήν.
Τι είναι αυτό που αγαπάτε στη σκηνοθεσία; Αν κάποιος σας έβαζε το δίλημμα «ηθοποιός ή σκηνοθέτης» τι θα επιλέγατε;
Δύσκολη επιλογή. Η σκηνοθεσία μου δίνει μια τεράστια ελευθερία. Έχω ανάγκη να πω μια ιστορία και αρχίζω να συνθέτω τα υλικά μου βάσει των προσωπικών μου κριτηρίων και επιλογών. Επίσης η διαχείριση του έμψυχου υλικού ως καλλιτεχνική ύλη με συναρπάζει. Πιστεύω πολύ σε αυτό. Η πρώτη ύλη της παράστασης είναι οι συντελεστές που τη διαμορφώνουν. Η ομάδα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Ως ηθοποιός από την άλλη νιώθω πιο ανάλαφρος ως προς το κομμάτι της ευθύνης απέναντι στο ευρύτερο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Με ενθουσιάζει να ανακαλύψω έναν καινούργιο κόσμο, μια άλλη οπτική, να γίνω το χρώμα ενός ζωγράφου, αλλά την ίδια στιγμή αυτό μοιάζει και πολύ περιοριστικό. Αναζητάω το απόλυτο είναι η αλήθεια. Στην σκηνοθεσία το συναντάω πιο εύκολο ενώ ως ηθοποιός – αν τα καταφέρω- το κατακτάω με περισσότερο κόπο.
Τι ελπίζετε και τι φοβάστε για τα χρόνια που έρχονται;
Φοβάμαι έναν παγκόσμιο πόλεμο και ελπίζω ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές απώλειες, ότι θα τελειώσει εξαιρετικά γρήγορα όπως έχουμε μάθει να συμβαίνουν τα πράγματα γύρω μας.
Και μια ευχή για το 2019.
Αγάπη ρε…
Γιάννης Χατζής 24/12/2018
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ «ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ» ΕΔΩ





