10.9 C
Athens
Δευτέρα, 30 Μαρτίου, 2026
Αρχική ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Θέατρο - Κινηματογράφος Γιάννης Σαμψαλάκης: «Για μένα είναι ένα έργο ποιητικό, υπαρξιακό, βαθιά ανθρώπινο, που...

Γιάννης Σαμψαλάκης: «Για μένα είναι ένα έργο ποιητικό, υπαρξιακό, βαθιά ανθρώπινο, που ενώ γράφτηκε έναν αιώνα πριν αγγίζει θέματα που μοιάζουν πολύ οικεία και σήμερα»

0
492

Ο ταλαντούχος ηθοποιός Γιάννης Σαμψαλάκης μιλά στο all4fun με αφορμή την παράσταση “Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα”, το αλληγορικό αριστούργημα του εξπρεσιονιστικού θεάτρου του Γκέοργκ Κάιζερ, σε νέα διασκευή και σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, στο Νέο Θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου» – «Μαριάννα Τόλη»

Μίλησε μας για την παράσταση σας «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» του Γκέοργκ Κάιζερ σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι εύκολη η απάντηση για τη συγκεκριμένη παράσταση και το συγκεκριμένο κείμενο, γιατί θεωρώ ότι ο καθένας την βλέπει πολύ διαφορετικά. Για μένα είναι ένα έργο ποιητικό, υπαρξιακό, βαθιά ανθρώπινο, που ενώ γράφτηκε έναν αιώνα πριν αγγίζει θέματα που μοιάζουν πολύ οικεία και σήμερα, όπως την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από τα όρια της καθημερινότητας, να κερδίσει λίγο περισσότερο χρόνο, λίγη περισσότερη ελευθερία, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει το τίμημα αυτής της υπέρβασης. Το αισθητικό πλαίσιο της παράστασης, λοιπόν, είναι ξεκάθαρα εξπρεσιονιστικό, με στιγμές χιούμορ, στιγμές ανθρώπινες, στιγμές ποιητικές.

Στην παράσταση υποδύεσαι πολλά διαφορετικά πρόσωπα. Σε δυσκόλεψε αυτό ή ήταν μια πρόκληση για σένα;

Όχι, δεν με δυσκόλεψε. Δεν είναι κάτι που κάνω πρώτη φορά και, για να πω την αλήθεια, δεν θεωρώ ότι είναι και κάτι φοβερά δύσκολο. Θα μου ήταν δύσκολο αν μου ζητούσαν να προσεγγίσω τους ρόλους σαν καρικατούρες, πράγμα που δεν μου ταιριάζει και δεν μου αρέσει καθόλου. Στη συγκεκριμένη παράσταση δεν συμβαίνει αυτό και, με έναν τρόπο, οι ρόλοι είναι έτσι μοιρασμένοι που μπορεί να κάνουμε ο καθένας από τέσσερις, αλλά κάτι τους ενώνει και έχουν κοινή βάση. Δεν έχω στο μυαλό μου ότι τώρα παίζω αυτόν τον ρόλο που είναι έτσι και μετά τον άλλο που είναι αλλιώς, αλλά ότι οι ρόλοι που κάνω, για παράδειγμα, συμβολίζουν την εξουσία και εκεί επικεντρώνομαι.

Πως είναι να δουλεύεις με τον Θωμά Μοσχόπουλο;

Μετά από τέσσερις συνεργασίες μαζί του θα σου πω: πανεύκολο και ξεκούραστο! Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί κινούμαστε, νομίζω, σε αρκετά κοινό αισθητικό πεδίο κι αυτό κάνει τη δουλειά πολύ πιο εύκολη και γρήγορη. Όταν παλιότερα έβλεπα παραστάσεις του Θωμά, το ένιωθα ότι θα ταίριαζα πολύ στον κόσμο του και όταν ήρθε η ώρα να δουλέψουμε επιβεβαιώθηκα. Πολύ σημαντικός επίσης για εμένα είναι ο τρόπος που κάνει την πρόβα, χωρίς κανένα άγχος αποτελέσματος, χωρίς παράλογες και αμήχανες απαιτήσεις. Είναι σαν να μαζευόμαστε να παίξουμε ένα παιχνίδι και πολλές φορές ο Θωμάς παίζει και το χαίρεται περισσότερο απ’ όλους. Αυτή την όρεξη, η αλήθεια είναι, ότι την εκτιμώ και τη ζηλεύω (καμιά φορά με εκνευρίζει κιόλας), γιατί εγώ πολλές φορές τη χάνω. Επίσης, ένα πράγμα που εκτιμώ πολύ στη δουλειά του είναι ότι, ενώ διανύουμε ξεκάθαρα την εποχή των πιασάρικων παραστάσεων και των sold out, είναι ένας σκηνοθέτης που νιώθω ότι δεν τον νοιάζει καθόλου τι θέλουν εύκολα να δουν, αλλά τι θέλει να πει.

Αγαπημένη σου σκηνή από την παράσταση;

Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, θα πω μια σκηνή που παίζει μόνο ο Ορφέας (έχει έναν μονόλογο περίπου ένα τέταρτο) και είναι η μοναδική στιγμή που μπορούμε να πάρουμε μια ανάσα. Αλλά θα σοβαρευτώ και θα πω ότι η αγαπημένη μου σκηνή είναι αυτή όπου ο κεντρικός ήρωας ανακοινώνει στην οικογένειά του ότι αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή του και να τους παρατήσει για πάντα. Με γοητεύει ότι, αν και το έργο έχει γραφτεί 100 χρόνια πριν, δεν έχει αλλάξει τίποτα μέχρι τώρα. Βλέπουμε μια βαθιά δυστυχισμένη «κανονική» οικογένεια που προσπαθεί να τα κρύψει όλα κάτω από το χαλί και αρνείται πεισματικά να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Καμώνονται όλοι τους ευτυχισμένους, ενώ είναι απλά βολεμένοι μέσα σε ένα καταπιεστικό και σκοτεινό οικογενειακό περιβάλλον. Η παθογένεια αυτή της φαινομενικά άγιας και κανονικής οικογένειας, αποτελούμενης από δυστυχισμένους ανθρώπους με καταπιεσμένα συναισθήματα, θεωρώ ότι είναι διαχρονική, οικουμενική και με φρικάρει.

Πιστεύεις ό,τι το Θέατρο είναι ένα ομαδικό σπόρ;

Για να γίνει μια παράσταση χρειάζεται να δουλέψει πάρα πολύς κόσμος. Από τον παραγωγό μέχρι τον τεχνικό. Οπότε, εκ των πραγμάτων, θα σου έλεγα ότι ιδανικά είναι ομαδικό σπορ. Δεν συμβαίνει πάντα όμως. Όταν στη μέση μπαίνουν τα «εγώ» και το προσωπικό συμφέρον, το πράγμα δυσκολεύει και προσωπικά με ξενερώνει. Δεν δηλώνω άγιος – όλοι έχουμε τους εγωισμούς μας και τις ανασφάλειές μας – αλλά αν βρούμε το κουράγιο να τα κουμαντάρουμε, η δουλειά γίνεται πολύ πιο εύκολη. Μπορεί, για παράδειγμα, να έχεις φανταστεί κάτι για τον ρόλο σου που θεωρείς ότι είναι καταπληκτικό και μπορεί όντως να είναι, αλλά να μην ταιριάζει στο σύνολο. Θέλει κουράγιο να το δεχτείς και να πεις: «Ναι, δεν θα το κάνω, θα το ρίξω για να βοηθήσω το σύνολο». Μπορεί ο μουσικός να γράψει ένα κομμάτι που σε άλλη περίπτωση θα έπαιρνε Grammy, αλλά να μην βοηθάει την παράσταση. Θέλει κουράγιο να το δεχτεί. Θέλει επίσης βασικά στοιχεία ενσυναίσθησης για να καταλάβει ο παραγωγός ότι οι άνθρωποι που εργάζονται στο θέατρο και κάνουν ό,τι μπορούν για το συνολικό αποτέλεσμα είναι όπως όλοι οι εργαζόμενοι και – πες με παράξενο – πρέπει να πληρώνονται σαν κανονικοί εργαζόμενοι. Όταν αυτό λοιπόν συμβαίνει με όλους τους συντελεστές, το αποτέλεσμα σίγουρα θα είναι σε καλή κατεύθυνση. Γι’ αυτό βλέπουμε πολλές φορές φαινομενικά μεγάλες παραγωγές με «μεγάλους» συντελεστές, υπό φαινομενικά ιδανικές συνθήκες, να έχουν αμήχανο αποτέλεσμα, ενώ μπορεί να δεις μια μικρή ομάδα όπου μπορεί να είναι όλα «λάθος», αλλά παρ’ όλα αυτά, με έναν τρόπο, το αποτέλεσμα να είναι απολαυστικό. Αυτή την περίοδο, λοιπόν, δεν μπορώ να μην πω ότι έχω την τύχη να συνεργάζομαι με ανθρώπους σε αυτή την παράσταση υπό ιδανικές συνθήκες.

Μίλησε μας για εσένα. Αλήθεια, πώς αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός;

Συνήθως το να μιλήσω για εμένα το πληρώνω 50 ευρώ – και πάλι δυσκολεύομαι. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω να σου πω κάποια φοβερή ιστορία. Δεν ήμουν από τα παιδιά που έλεγαν από μικρά ότι θέλουν να γίνουν ηθοποιοί, ούτε από αυτά που έλεγαν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο εκτός από αυτό. Από σπόντα, όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, μπήκα σε μια θεατρική ομάδα. Περνούσα πολύ ωραία, αλλά δεν μου περνούσε καθόλου από το μυαλό να το κάνω επάγγελμα. Κάποια στιγμή παρακολούθησα ένα σεμινάριο του Θοδωρή Σκυφτούλη και μου είπε ότι πρέπει να πάω να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό και στο Κρατικό. Εγώ, φυσικά, δεν είχα ιδέα τι είναι αυτά, αλλά με βοήθησε να προετοιμαστώ και, στα 25 μου, πέρασα στο Κρατικό. Δούλεψα αρκετά χρόνια εκεί, αλλά κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω και να κάνω τη δική μου ομάδα. Φτιάξαμε, λοιπόν, μια ομάδα με κάποιους ανθρώπους – οι περισσότεροι από τους οποίους είναι άνθρωποι που εκτιμώ και αγαπώ. Η αλήθεια είναι ότι η περίοδος που δούλεψα με την ομάδα ήταν σαν να τελείωσα μία ακόμη σχολή. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα, καλά και κακά. Έπαθα πάρα πολλά πράγματα, επίσης καλά και κακά, αλλά κρατάω τα καλά και τα κακά μου έγιναν μάθημα. Ώσπου ήρθα στην Αθήνα, έχοντας στο μυαλό μου ότι η αγορά είναι μεγάλη, έχει πολλές παραστάσεις και θα πηγαίνω συνέχεια σε ακροάσεις. Not. Νομίζω ότι ήρθα στην Αθήνα και πήγα σε ακρόαση μετά από τρία χρόνια. Όχι επειδή δεν ήθελα, αλλά επειδή δεν γίνονταν. Μετά ήρθε το MeToo και νομίζω ότι, με έναν τρόπο, βοήθησε να αλλάξουν κάποια πράγματα. Πολλοί σκηνοθέτες και οργανισμοί άνοιξαν ακροάσεις – είτε επειδή το πίστεψαν πραγματικά είτε απλώς επειδή ήθελαν να φαίνονται κι αυτοί αλληλέγγυοι, κάτι που ήταν αρκετά “cool” εκείνη την περίοδο. Κάπως έτσι άρχισα να βρίσκω δουλειές και τα πράγματα τώρα έχουν πάρει τον δρόμο τους.

Θυμάσαι την πρώτη παράσταση που είδες;

Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στη Δράμα, όπου δυστυχώς δεν υπήρχε – και δεν υπάρχει ακόμη – θέατρο. Παρ’ όλα αυτά, έχω κάποιες θολές μνήμες από μια παιδική παράσταση που παιζόταν σε έναν κινηματογράφο, τον οποίο χρησιμοποιούσαν σαν θέατρο, και μας είχαν πάει με το σχολείο. Θυμάμαι να είμαι απόλυτα ξενερωμένος που, ενώ πήγα στον κινηματογράφο, δεν είδα κάποια ταινία της Disney αλλά κάτι άλλο που μου θύμιζε αποκριάτικο πάρτι.

Πες μου κάτι off the record…

Είμαι πολύ ντροπαλός! Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποφεύγω πολλές φορές συναναστροφές που με φέρνουν σε αμηχανία ή, όταν είμαι με κόσμο, να είμαι λιγομίλητος. Ειδικά στον χώρο του θεάτρου, όπου υπάρχει πολλές φορές παρανοϊκή εξωστρέφεια από την πρώτη στιγμή χωρίς να γνωριζόμαστε, κομπλάρω. Η ερώτηση που στοιχειώνει τη ζωή μου είναι το «Τι έχεις;». Τίποτα δεν έχω, παιδιά – απλά ντρέπομαι και διάλεξα λάθος επάγγελμα.

Τι σε φτιάχνει και τι σε χαλάει στην Αθήνα;

Ζω στην Αθήνα περίπου δέκα χρόνια και η αλήθεια είναι ότι, αν μου έκανες την ερώτηση αυτή πριν δύο χρόνια, θα σου έλεγα ότι μου φαίνονται όλα τέλεια. Πλέον όμως όχι. Νιώθω, δυστυχώς, ότι τα τελευταία δύο-τρία χρόνια έχει αλλάξει πολύ και οδεύει με μαθηματική ακρίβεια στο να γίνει μη βιώσιμη. Φοβερό στεγαστικό πρόβλημα, φοβερή κίνηση και ΜΜΜ τριτοκοσμικής χώρας. Αυτό που μου αρέσει αυτή τη στιγμή είναι ότι πήρα φέτος την απόφαση και έφυγα από το κέντρο και μένω πλέον στα Νότια Προάστια, στα πέντε λεπτά από τη θάλασσα. Πετάγομαι με κάθε ευκαιρία, έστω και για ένα μισάωρο περπάτημα στην παραλία.

Eπόμενα σχέδια;

Ξεκινάω πρόβες τον Μάιο για την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, που θα κάνει πρεμιέρα στην Επίδαυρο στις 24 Ιουλίου. Μια παράσταση όπου συνεργάζονται στο κείμενο, στη σκηνοθεσία και στη μουσική ο Νίκος Καραθάνος, ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Άγγελος Τριανταφύλλου και ανυπομονώ. Μέχρι τότε συνεχίζεται το «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» μέχρι τέλη Απριλίου.

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφιδάς

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ