34.7 C
Athens
Κυριακή, 21 Ιουλίου, 2024

ΤΖΩΡΤΖΗΣ ΜΟΥΡΙΑΔΗΣ: Όσοι δε μας βλέπουν, χάνουν…

Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο

Και η διαφοροποίηση αυτή δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι αποτελεί την πιο ακριβή παραγωγή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης, αλλά και επειδή αναφέρεται σε μια πραγματικά πολύ ευαίσθητη εποχή. Ο πρώην πολίστας της Βουλιαγμένης υποδύεται τον Τούρκο Σεφκιέτ, που είναι στενός φίλος του Μανώλη Αξιώτη (Γιώργος Καραμίχος) και δηλώνει στο all4fun.gr ευτυχισμένος που συμμετέχει σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα.

– Από πολίστας, ηθοποιός. Πώς προέκυψε αυτή η αλλαγή στη ζωή σου;

Πάντα το ήθελα και δεν είναι κάτι που μου ήρθε ξαφνικά. Θεωρώ ότι το επάγγελμα αυτό σου προσφέρει τρομερές συγκινήσεις με την έννοια ότι είσαι συνέχεια σε εγρήγορση. Και αυτό όχι όσον αφορά στο μέλλον σου ή όταν ψάχνεις για δουλειά, αλλά όταν βρίσκεσαι πάνω στην σκηνή. Είναι συγκινήσεις οι οποίες είναι τρομακτικές. Αν δεν το κάνει κάποιος, δεν μπορεί να καταλάβει αυτήν την αίσθηση. Πάνω απ? όλα με την ηθοποιία ψάχνεις τον εαυτό σου.

– Και είναι περισσότερες οι συγκινήσεις απ’ότι στο πόλο;

Όχι δεν είναι πιο πολλές ή πιο λίγες. Είναι διαφορετικές σε εξωτερική μορφή. Σε εσωτερική είναι ίδιες. Στον πρωταθλητισμό, άλλωστε, είναι που ανακαλύπτεις τα όρια σου και θες να τα ξεπεράσεις.

– Πώς ήρθε αυτή η μετάβαση από το πόλο στην ηθοποιία;

Ήρθε πολύ ομαλά. Είχα κλείσει τον κύκλο μου στο πόλο. Ήμουν χορτασμένος. Δούλευα στο μυαλό μου πολύ καιρό να ασχοληθώ με την ηθοποιία και πήγα στην σχολή. Εκεί το αγάπησα περισσότερο. Ήμουν συγχρόνως στα ΤΕΦΑΑ και όσο δεν είχε πρωτάθλημα, καθόμουν 5-6 μήνες στην Αμερική και πήγαινα στην σχολή Λι Στράσμπεργκ. Φυσικά και μετά την αποφοίτηση μου δεν έμεινα μόνο εκεί. Δουλεύω συνέχεια και σε άλλες τεχνικές.

– Σου λείπει το πόλο;

Όχι δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, διότι έφυγα ολοκληρωμένος. Όταν κάνεις πρωταθλητισμό είναι δίκοπο μαχαίρι, διότι όταν τελειώνεις, αισθάνεσαι κενός και θες να κάνεις κάτι άλλο για να σε γεμίζει και να μη βαριέσαι. Το ήθελα, λοιπόν, πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Επομένως όλα ήρθαν φυσιολογικά, αφού είχα πάρει την απόφαση μου για το τι θα έκανα. Ήμουν κατασταλαγμένος.

– Εξακολουθείς, όμως, να κρατάς επαφή με τις πισίνες;

Κάποια στιγμή πήγαινα και κολυμπούσα. Τώρα δεν προλαβαίνω με τα γυρίσματα, αφού ταξιδεύουμε πολύ συχνά εκτός Αθηνών.

– Στον αθλητισμό και δη στον πρωταθλητισμό απαιτείται πειθαρχία. Πόσο σ’ έχει βοηθήσει μέχρι τώρα στη νέα σου καριέρα;

Σαφέστατα, όχι μόνο στο επάγγελμα μου, αλλά και στη ζωή. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την πειθαρχία, διότι στον πρωταθλητισμό μαθαίνεις πως ό,τι θες μπορείς να το πετύχεις. Αρκεί φυσικά να έχεις ικανότητες και να δουλεύεις σκληρά.

– Δεν είναι και πολύ συνηθισμένο φαινόμενο, πάντως, ένας αθλητής να γίνεται ηθοποιός. Υπάρχουν άλλα παραδείγματα;

Δεν ξέρω και πολλά. Σίγουρα, πάντως, κάποια θα υπάρχουν.

– Αντιμετωπίζεις μια διστακτικότητα στον χώρο, επειδή ήσουν αθλητής;

Δεν το έχω νιώσει. Έτσι και αλλιώς κρίνεσαι από το έργο σου. Όταν για παράδειγμα σε έχει επιλέξει ο κύριος Κουτσομύτης, σημαίνει ότι κάτι είδε σε σένα. Να σου πω την αλήθεια δεν μ? ενδιαφέρει και αν θα με αποδεχθούν. Εξάλλου όλοι δεν έχουν παρελθόν; Οι περισσότεροι κάτι δεν έκαναν πριν; Είναι τιμητικό για μένα που ήμουν αθλητής.

– Και φαντάζομαι πως συνέχεια θα γίνεσαι καλύτερος.

Σε ό,τι και αν κάνεις με αγάπη δεν βελτιώνεσαι; Δε συμβαίνει και σε σένα;

– Εννοείται, αλλιώς βαριέσαι κιόλας. Σε αντίθεση, πάντως, με την πλειοψηφία των Ελλήνων ηθοποιών εσύ σπούδασες στην Αμερική και στη Νέα Υόρκη. Αλήθεια πώς είναι αυτή η πόλη;

Τη Νέα Υόρκη ή πας και την ερωτεύεσαι ή δεν μπορείς να μείνεις καθόλου εκεί. Ο περισσότερος κόσμος, όμως, ξετρελαίνεται μαζί της. Έχει άλλους ρυθμούς, γρήγορους και σκληρούς. Είναι το κέντρο του πλανήτη. Την αγαπάω, εκεί γεννήθηκα και είναι μια ξεχωριστή πόλη. Η κουλτούρα της, μάλιστα, βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο. Ο κόσμος γενικά είναι πολύ διαβασμένος, υπάρχει άλλη νοοτροπία.

– Οπότε θα πήγαινες εκεί να μείνεις και να δουλέψεις;

Ναι, δεν έχω πρόβλημα. Είναι σαν να μου λένε αν θέλω να μείνω στην Αθήνα. Έχω δύο πατρίδες και αισθάνομαι πολύ τυχερός για αυτό.

– Ποιες είναι οι διαφορές της με το χολιγουντιανό Λος Άντζελες;

Άλλες πόλεις, έχουν εντελώς διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων. Η Νέα Υόρκη είναι πιο θεατρική, το Λος Άντζελες είναι πιο τηλεοπτική και κινηματογραφική.

– Ας πάμε στα Ματωμένα Χώματα. Τι συναισθήματα γεννιούνται σ’ έναν νέο ηθοποιό, όταν συμμετέχει σε μια τέτοια σειρά;

Δεν υπάρχουν εύκολοι ρόλοι και ό,τι και αν κάνεις απαιτείται να δίνεις τη ψυχή σου. Ένας παραπάνω λόγος, όμως, για να το κάνεις είναι, επειδή είσαι ένα κομμάτι μιας σειράς σαν τη συγκεκριμένη. Όλοι οι χαρακτήρες παίζουν σημαντικό ρόλο, διότι έχει να κάνει μ? ένα εκπληκτικά γραμμένο βιβλίο από τη Διδώ Σωτηρίου.

– Και φυσικά έχει για σκηνοθέτη της τον Κώστα Κουτσομύτη.

Είναι μια κορυφαία στιγμή για μένα να συνεργάζομαι μαζί του. Σε εμπνέει και όλοι είναι πολύ ευχαριστημένοι που βρίσκονται υπό την καθοδήγησή του. Είναι καταπληκτικός. Όπως έχει ειπωθεί στο παρελθόν καταφέρνει να κάνει την τηλεόραση, κινηματογράφο.

– Ποιος είναι ο στόχος αυτής της σειράς;

Να συγκινήσει τους πάντες. Αυτό που θέλουμε είναι όσοι έχουν ακούσει τι έγινε και όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο, να ταξιδέψουν στην ατμόσφαιρα εκείνη και να νιώσουν τι συνέβη. Εμείς το κάνουμε στο γύρισμα. Σχεδόν κάθε σκηνή είναι από μόνη της μια ταινία. Την στιγμή του γυρίσματος, ο κόσμος π.χ. κλαίει, συγκινείται. Όσο για τους νεότερους, θέλουμε να τους διδάξουμε και να ενδιαφερθούν περισσότερο για εκείνη την εποχή και να μάθουν την αλήθεια. Και φυσικά όσοι δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο, να τους δώσει την ώθηση να το κάνουν.

– Η τηλεθέαση δε θα σας ενδιαφέρει;

Από νούμερα δεν ασχολούμαι. Συνήθως ο κόσμος βλέπει κωμωδίες, κάτι πιο ελαφρύ. Μια τέτοια σειρά είναι πάνω από νούμερα και δεν το λέω, επειδή πρέπει να το πω. Αν τα νούμερα αντιπροσωπεύουν την αλήθεια, όσοι δεν ανήκουν π.χ. στο 20% που μας βλέπει και βρίσκονται στο υπόλοιπο 80% απλά χάνουν.

– Μπορεί, όμως, να απαντήσει κάποιος ότι επειδή έχει προβλήματα δεν θέλει να βλέπει Ματωμένα Χώματα, αλλά θα προτιμήσει να παρακολουθήσει μια κωμωδία για να ξεχαστεί. Τι απαντάς σ? αυτήν την άποψη;

Να σου πω. Το πρόβλημα θα το έχει πάντα. Δε θα το ξεπεράσει, διότι απλά προσπαθεί να το αποφύγει. Ούτε καν το συγκαλύπτει. Γιατί, λοιπόν, να μη περάσει ένα βράδυ, βλέποντας μια σειρά που θα τον μάθει πράγματα από την ιστορία μας. Και αν έχει προβλήματα, θα του διδάξει ότι είναι πολύ λιγότερα από εκείνα που περνούσε τότε ο κόσμος. Π.χ. αν δει τι περνούσαν, θα πει και που δίνω 500 ευρώ δάνειο, τι έγινε. Ίσα ίσα θα τον ανακουφίσει. Αυτή είναι η αλήθεια. Και ξέρεις, ίσως κάποιους να τους θλίβει, επειδή ξέρουν την ιστορία και το τι θα γίνει στο τέλος. Αν δεν ήξεραν τι θα συνέβαινε, δε θα ήταν το ίδιο. Τότε, πάντως, έβλεπες τους ανθρώπους πόσες δυσκολίες αντιμετώπιζαν και πριν γίνει η καταστροφή περνούσαν μια χαρά.

– Ο απλός κόσμος πώς βίωνε τότε την καθημερινότητα του;

Έλληνες και Τούρκοι ήταν σαν αδέρφια. Μαζί ζούσαν, μαζί δούλευαν, ήταν ενωμένοι, μονιασμένοι και μιλούσαν τόσο ελληνικά, όσο και τούρκικα. Ήταν μαζί, ήταν άνθρωποι. Και είχαν ποιότητα και ήταν πολύ εργατικοί.

– Πόσο δύσκολο είναι να παίξεις έναν Τούρκο;

Είναι πολύ ωραίο, πολύ ευχάριστο. Δεν παίζω τον Τούρκο. Ουσιαστικά παίζω τον άνθρωπο, που δεν είχε κάποια διαφορά από τον Έλληνα, διότι ήταν όλοι σχεδόν το ίδιο. Και στο βιβλίο, αυτό αποτυπώνεται. Δυστυχώς, όμως, λόγω του πολέμου έπρεπε να χωριστούν. Όταν προετοιμαζόμουν για τον ρόλο, είδα και την πλευρά των Τούρκων και διάβασα σχετικά βιβλία. Και ο απλός κόσμος στην πλειοψηφία του δεν ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο. Έχασαν φίλους και κάποιοι ακόμα και αγάπες. Στην ουσία του πράγματος και εκείνοι δεν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο, αλλά αναγκάστηκαν από τις συνθήκες.

– Και μετά την καταστροφή οι συμπατριώτες μας που ήρθαν στη χώρα πέρασαν πολύ δύσκολες στιγμές.

Πράγματι. Μην ξεχνάμε ότι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, τις δουλειές τους και ερχόμενοι εδώ είχαν ν’ αντιμετωπίσουν πολλά προβλήματα. Κάποιοι, μάλιστα, σε μια εποχή, όπου ο κόσμος ήταν και πιο αγνός, έπεσαν αντικείμενα εκμετάλλευσης. Και κάποιοι άλλοι φυσικά δεν είχαν πού να πάνε. Ήταν δύσκολο να αφομοιωθούν στην Ελλάδα. Βρίσκονταν στη χώρα τους και ήταν πρόσφυγες.

– Η σειρά απαιτεί δύσκολες σκηνές, πολλά και απρόσμενα ταξίδια εκτός Αθηνών και γενικά αρκετές δοκιμασίες. Νιώθεις κάπως κουρασμένος, ταλαιπωρημένος;

Κάθε άλλο και το εννοώ. Για παράδειγμα. Μία μέρα το καλοκαίρι είχε 40 βαθμούς και φορούσαμε τα κοστούμια μας και σε πληροφορώ ότι δεν ήθελα καν να τα βγάλω από πάνω μου. Μπαίνεις πολύ εύκολα στον ρόλο μ’ έναν τέτοιο καθοδηγητή. Ο κύριος Κουτσομύτης είναι ο άνθρωπος που καθοδηγεί το καράβι πριν αυτό βγει στ’ ανοιχτά. Μετά είμαστε εμείς…

ΚΥΡ. ΚΟΥΡΟΥΤΣΑΒΟΥΡΗΣ, 11/11/2008

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα