22.3 C
Athens
Πέμπτη, 18 Απριλίου, 2024

Το τρένο υπέστη βλάβη (1ο+2ο μέρος)

Καύσωνας. Δεν ξέρεις τι μήνας είναι. Οκτώβρης; Νοέμβρης; Καλοκαίρι δεν ήταν μέχρι χτες; Το δέρμα σου αποβάλλει και την τελευταία στάλα σχίζοντας ελαφρά το ρυτιδιασμένο σου ροζ. Κοιτάς έξω από το παράθυρο ακίνητη. Όταν κινείται γρήγορα το μυαλό, το σώμα ατονεί. Εξοικονομεί όσες περισσότερες δυνάμεις μπορεί, αφού το εξαντλείς. Πώς μεγαλώνει η ψυχή; Κουλουριασμένη μέσα στην μάλλινη κουβέρτα σου προσπαθείς να τη ζεστάνεις. Ναι, μεγαλώνει όταν τη κρατάς ζεστή. Μην ξεχνάς την πόρτα ανοιχτή. Η αφόρητη ζέστη συμπιέζει τους όγκους και νιώθεις ότι ο χώρος λιγοστεύει όσο περνάει η ώρα. Πνίγεσαι, αλλά δεν κάνεις τίποτα. Οι εποχές αυτές δεν είναι για να κάνεις πολλά. Σκοτάδι. Ακίνητη με το βλέμμα καρφωμένο στο παράθυρο.

Το τρένο είναι σταθμευμένο πολύ ώρα στην στάση και έχει μαζευτεί πολύς κόσμος που περιμένει απ’ έξω. Φαντάζεσαι τον εαυτό σου να φεύγει, όπως φεύγουν οι ελεύθεροι και οι απογοητευμένοι, αυτοί που αρχίζουν μια νέα ζωή και αυτοί που παρατάνε την παλιά. Δεν σε νοιάζει ο προορισμός. Ο ποιητής μιλάει για το ταξίδι, αλλά εσένα δεν σε νοιάζει. Μόνο η αναχώρηση, η αποχώρηση ή καλύτερα η αποκόλληση σε ενδιαφέρει. Βάζεις το παλτό σου με τα καινούρια σου παπούτσια και πας στην στάση.

“Το τρένο υπέστη βλάβη. Παρακαλείστε να εκκενώσετε τα βαγόνια!” Η βλάβη είναι μηχανολογική και κάπως μελαγχολική. Δεν φαίνεται αλλά υπάρχει. Το τελευταίο βαγόνι φταίει ή το πρώτο; Ποτέ δεν καταλαβαίνεις ποιο είναι ποιο. Ο σκοτεινός θάλαμος που κρύβει τους σωλήνες, που τρέφουν το σιδερένιο φίδι με καύσιμα, ηλεκτρισμό και θερμότητα, έχει σαπίσει. Η μυρωδιά έχει ποτίσει όλο το διάδρομο του τρένου και οι επιβάτες φαίνονται αναστατωμένοι. Οι επιβάτες φοβούνται πιο πολύ τη μυρωδιά, παρά την ίδια την βλάβη. Κοιτούν δεξιά και αριστερά, προσπαθώντας να καταλάβουν από πού έρχεται. Πρώτα μυρίζουν τα αντικείμενα, χώνουν τις μύτες τους μέσα στις κουκέτες, κάτω από τα σκεπάσματα, τα τραπέζια, μέσα στα συρτάρια και στις τουαλέτες. Δεν καταλαβαίνουν. Μετά αρχίζουν να μυρίζουν ο ένας τον άλλο. Χώνουν τις μύτες τους κάτω από τα σακάκια και τις φούστες των φίλων τους, μέσα στα εσώρουχα και στους πάτους των παπουτσιών τους. Τσακώνονται.

 Μόνο ένας άντρας στέκεται κοντά στο παράθυρο και μυρίζει τα χέρια του. Η απειλή τον ακινητοποιεί. Δεν ξέρει από τι να προστατευτεί, από τον εαυτό του ή από τους άλλους; Eίναι καχύποπτος με όλους, ειδικά με την ψυχραιμία του προσωπικού.

Οι μόνιμοι, τυπικοί και μαλθακοί, φυσούν τα χάρτινα αχνιστά ποτήρια και ανά τακτά χρονικά διαστήματα επαναλαμβάνουν “Το τρένο υπέστη βλάβη”, χωρίς καμία διάθεση να την επιδιορθώσουν. Οι δόκιμοι, φιλικοί και συνεπείς, προσπαθούν να βοηθήσουν τους φοβισμένους να κατέβουν από το τρένο, όχι για να προσφέρουν, αλλά για να δείξουν στους ανώτερους ότι προσφέρουν.

Εσύ στέκεσαι εκεί ανάμεσα και παρακολουθείς. Πάλι ακίνητη. Στέκεσαι και παρατηρείς. Φοβάσαι, αλλά όταν το ξέρεις μπορείς για λίγο να σκεφτείς. Από πού έρχεται αυτή η μυρωδιά; Είναι φωτιά ή μούχλά; Μακάρι να ναι φωτιά. Πλησιάζεις το σκοτεινό θάλαμο. Η μυρωδιά είναι αφόρητη, όξινη και δημιουργεί δάκρυα. Ξέρεις ότι οι βλάβες δεν εξαφανίζονται. Συνηθίζεις και προσαρμόζεσαι. Δεν μπορείς να δεις. Τα μάτια σου τρέχουν και σε εμποδίζουν. Με κλειστά τα μάτια πλησιάζεις κι άλλο. Μπαίνεις μέσα στο θάλαμο. Πατάς ότι κουμπί βρεις, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Η μυρωδιά. Σε εξαντλεί η μυρωδιά. Η μυρωδιά είναι σαν τις σαπισμένες σκέψεις. Αυτές που σιγοψιθυρίζουν τα βράδια και σου λένε μάταιο, μάταιο, μάταιο. Φύγε, γύρνα σπίτι. Δεν είναι ακόμα η ώρα…

Κατεβαίνεις κι εσύ. Στέκεσαι σε ένα πεζούλι λίγο πιο μακριά για να ηρεμήσουν τα μάτια σου. Περιμένεις υπομονετικά κάτι να γίνει. Τίποτα δεν γίνεται. Το τρένο παραμένει ακίνητο και ο κόσμος παραιτείται και φεύγει. Άλλοι κλαίνε γοερά, γιατί δεν κατάφεραν να ταξιδέψουν. Άλλοι ανακουφίζονται, γιατί ξέρουν ότι αργά ή γρήγορα θα γύριζαν πίσω. Το πιο λυπηρό είναι το βλέμμα τον παιδιών, που αφήνουν τα λούτρινα αρκουδάκια τους στα παράθυρα, ελπίζοντας πως θα ταξιδέψουν αυτά.

Το πρωί έγινε μεσημέρι και το μεσημέρι απόγευμα, το φως λιγόστεψε και τα μάτια σου άρχισαν να κλείνουν. Κούραση. Αυτή η κούραση, που σε κάνει να λες αύριο και αυτό το αύριο που θα γίνει μεθαύριο και μετά από λίγα χρόνια θα γίνει ποτέ. Ακόμα και οι φύλακες φεύγουν. Τσαλακώνουν το χάρτινο ποτήρι και το πετούν κάτω αδιάφορα, με ένα βλέμμα αποχωρισμού. Η νύχτα απλώνεται στο σταθμό σαν νεκρικό πέπλο και ένα κοράκι περνάει για να κρώξει την ταφή.

Σήμερα. Τώρα. Πρέπει να βρεις κάποιον να σε βοηθήσει. Αρχίζεις και περπατάς. Ώρες, μπορεί και μέρες, δεν ξέρεις, δεν σε νοιάζει. Είναι το μόνο που έχεις να κάνεις, άρα μπορείς να το κάνεις. Για καλή σου τύχει βρίσκεις μαζεμένο κόσμο σε μία πλατεία λίγο πιο κάτω. Είναι το πανηγύρι. Εκατοντάδες άνθρωποι ο ένας πάνω στον άλλο. Ιδρωμένα σώματα που ανυπομονούν να αγγιχτούν και τα στόματα τους στεγνά από φθηνά ναρκωτικά, ποτίζουν τον αέρα χρώμα και αλκοόλ. Τα ρούχα τους είναι σκισμένα και μυρίζουνε φωτιά. Το δέρμα τους είναι πασαλειμμένο με κάρβουνο και τα δόντια τους τόσο λευκά. Γελάνε υστερικά, λευκά, κάτασπρα και είναι πιο πολύ στόμα, παρά σώμα. Δεν μιλάνε. Τα ανοίγουν μόνο για να φάνε. Πεινάνε. Όταν χορτάσουν αρχίζουν να μιλάνε. Αγαπιούνται και μισιούνται. Και όταν χορτάσουν κι από λόγια αρχίζουν να χτυπάνε. Παθιασμένοι χτυπάνε τύμπανα και τσίγκινους κάδους. Ανάβουνε φωτιές και χορεύουν πάνω στα αποκαϊδια της γειτονιάς. Θυμίζει πόλεμος, αλλά δεν είναι. Δεν υπάρχουν νεκροί. Είναι όλοι μαζί!

Δεν μπορείς να τους πλησιάσεις. Είναι πολύ μεγάλοι ή πολύ μικροί. Δεν τους φτάνεις στο ύψος. Φοράνε ψηλά ξυλοπόδαρα και η φωνή σου δεν φτάνει να τους μιλήσει. Φωνάζεις, αλλά δεν σ’ ακούει κανείς. Είναι πολύ ψηλοί και αστείοι πάνω στα ξύλινα βάθρα. Φαίνονται χαρούμενοι, αλλά δεν είναι. Τρέμουν συνεχώς μην πέσουν, αναγκασμένοι να βλέπουν συνεχώς κάτω, τα μάτια τους είναι πρησμένα από την αϋπνία και ο κορμός τους ατροφικός. Οι υπόλοιποι πολλοί μικροί. Έχουν στριμώξει τα γόνατα τους σε στενά παπούτσια. Δεν περπατάνε, πονάνε. Μένουν ακίνητοι και περιμένουν να τους βοηθήσουν οι ψηλοί. Τους φωνάζεις να βγάλουν τα παπούτσια, αλλά δεν ακούνε ούτε αυτοί. Λύνουν και ξαναδένουν, λύνουν και ξαναδένουν, αλλά δεν αρκεί.

Πρέπει να φύγεις και από εδώ. Μα τι κάνεις ; Γιατί δεν προχωράς; Έχεις κολλήσει και κοιτάς μία μαύρη σιλουέτα. Ένας κύριος λεπτός, πολύ λεπτός, σχεδόν αόρατος. Τα μάτια του μεγάλες γυάλινες μπάλες, που λένε την ιστορία του κόσμου. Υγρά, σχεδόν κλαμένα, αλλά όχι παραιτημένα. Κοιτάει τον ουρανό. Είναι γονατιστός στο πεζοδρόμιο με ανοιχτή την παλάμη και κάτι περιμένει. Όχι λεφτά, κάτι από τον ουρανό. Είναι γονατιστός μέσα σε ένα χάρτινο κουτί. Εκεί κοιμάται και δίπλα του έχει δυο βιβλία για κομοδίνο, με τρία άφιλτρα τσιγάρα και δυο φωτογραφίες. Μία δική του και μια ενός παιδιού.

-Θέλετε χρήματα;

Δεν απαντά. Γελάει. Ανοίγει το στόμα του και εμφανίζονται εφτά αραιά διάσπαρτα δόντια. Ανάμεσα τους χωράνε δυο αδέσποτα σκυλιά και δυο μικρά πουλιά. Τα μαλλιά του είναι γκρίζα και σγουρά. Δεν τα χτενίζει πια. Μαζεύει τις λεπτές λευκές κλωστές του από το μαξιλάρι και πλέκει κουβερτάκια και ευχές. Δεν τις πουλά, τις χαρίζει δεξιά και αριστερά.

-Θέλω κλωστές. Να παίξω θέλω, αλλά μου πήραν τις κλωστές. Η φωνή του βραχνή, μιλάει μέσα από μια βαθιά θάλασσα κάτω στο πάτο της γης.

-Θέλετε παρέα;

Δεν απαντά. Γελάει και σηκώνεται. Αρχίζει να χορεύει. Τό σώμα του παίρνει δύναμη ξανά. Ανοίγει το λεπτό του στόμα και ουρλιάζει δυνατά. Η λεπτή του σιλουέτα μεταμορφώνεται σε σάρκα δυνατή. Πολεμάει τον αέρα. Κοπανάει τα πόδια του στο δρόμο και γκρεμίζει το κόσμο όλο. Η μουσική ακόμα ακούγεται από το πανηγύρι, αλλά αυτός χορεύει σε δικό του παράξενο ρυθμό. Χοροπηδάει και γελά. Σκύβει, χτυπά τα χέρια του στο δρόμο και ξαναγελά. Όλο και δυναμώνει και τα μαλλιά του ιδρωμένα γεμίζουν θάλασσες τον δρόμο. Οι δρόμοι ανοίγουν και φαίνεται το χώμα, μια βαθιά πικρή μυρωδιά από καμένο σώμα .

Πολύς κόσμος μαζεύεται από το πανηγύρι και παίρνουν τον ρυθμό του. Χορεύουν με τα χέρια ανοιχτά, ουρλιάζουν και τα σώματα τους μεγαλώνουν ακόμα πιο πολύ. Γίνονται μεγάλοι, φτάνουν στον ουρανό και πιάνουνε τα σύννεφα. Τα σκίζουν και ο ουρανός γίνεται λευκός. Δεν είναι ούτε μέρα ούτε Νύχτα. Ο ουρανός γίνεται λευκός. Φοβάσαι. Σε ποδοπατούν. Δεν σου δίνουν σημασία, θέλουν να αλλάξουνε τον κόσμο. Τα σπίτια έχουν γίνει χώμα και τα λουλούδια χρώμα. Λάσπες από χρώμα. Κίτρινες, πράσινες, κόκκινες πεταλούδες κατεβαίνουν από ψηλά και βλέπεις να υπάρχει μόνο τρέλα. Φοβάσαι, αλλά δεν πρέπει να ξεχαστείς. Εσύ είσαι εδώ για να φύγεις με το τρένο.

Ψάχνεις την μαύρη σιλουέτα. Μα πού είναι; Πριν λίγο ήταν ο πιο ψηλός. Να τος! Τώρα είναι ο πιο λευκός. Εκτυφλωτικός. Έγινε μικρός, αλλά τόσο φωτεινός. Χορεύει μόνος μέσα στην φωτιά και τραγουδάει μπερδεμένους στίχους. Φοβάσαι, αλλά του μιλάς.

-Σας έφερα κλωστές. Τούφες από μαλλιά. Μαλλιά από κεφάλια παιδικά.

-Κλωστές σου ζήτησα. Όχι μαλλιά. Όχι από κεφάλια παιδικά.

-Μα για σας…

-Κάτι θες και το θες πολύ. Γι’ αυτό κάνεις πράγματα σκληρά.

– Τόσο πολύ.

-Και θες να σε βοηθήσω εγώ. Γι’ αυτό θυσιάζεις για μένα όλα τα τρυφερά του κόσμου.

-Ίσως. Δεν ξέρω. Μπορεί.

-Πες μου τι.

-Ένα τρένο έχει κολλήσει κάπου εκεί.

-Γιορτάστε. Είναι η μόνη λύση.

-Μα δεν ξέρω πώς.

-Δεν χρειάζετε να ξέρεις.

-Τουλάχιστον να ξέρω το γιατί.

-Δεν χρειάζεται να ξέρεις. Γιορτάστε!

-Θέλω να φύγω από εδώ.

-Κι ύστερα θα θες να φύγεις κι από κει. Πήγαινε να χορέψεις.

Δεν θέλει να μιλήσει άλλο. Απομακρύνεται και κάθεται ήσυχος δίπλα στην φωτιά. Παρακολουθεί ήρεμα τον χαλασμό κρυμμένος μέσα σε μια μάλλινη κουβέρτα, φτιαγμένη από τα γκρίζα του μαλλιά.

«Πάμε να φύγουμε από δω. Έλα. Το τρένο είναι εκεί και μας περιμένει. Εσένα και μένα. Έλα πάμε. Να φύγουμε από δω.»

            * * * * * * *  

Χειμώνας. Εσύ ακόμα εδώ, κουλουριασμένη μέσα στη μάλλινη κουβέρτα. Η ψυχή ζεστάθηκε λίγο, έτσι όπως ζεσταίνονται τα κατεψυγμένα φαγητά. Χαμογελάς συγκαταβατικά και κλείνεις την κουρτίνα. Ώρα για ύπνο.

Το ξέρω, μερικά τρένα μένουν κολλημένα εκεί. Δεν πάνε ούτε μπρος ούτε πίσω. Μένουν αραγμένα και περιμένουν. Μόνο για λίγο σε ταξιδεύουν και ξαφνικά σε αφήνουν στα μισά. Το ξέρω, αυτό το τρένο δεν πήγε πουθενά.

Δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Περίμενα αρκετά. Κανείς δεν βοήθησε, κανείς. Οι άνθρωποι ήταν απασχολημένοι στις γιορτές και οι Θεοί, αποδείχθηκαν θνητοί. Ίσως αυτός ο επίλογος να είναι η τελευταία ευχή. Ίσως να είναι μόνο η αρχή. Ακόμα περιμένω, αν και είναι ώρα να φεύγω.

ΤΕΛΟΣ

Καλλιόπη Μανδρέκα, 27/10/2017

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα