19.4 C
Athens
Τετάρτη, 29 Μαΐου, 2024

Ο Κύκνος (Πρώτο Μέρος)

1. Μια νύχτα 

“Μια νύχτα. Ήταν πολύ παλιά. Σε ρώτησα πώς μπορώ να ακουμπήσω τα γυαλιά; Μου είπες απλά, χωρίς πολλά πολλά. Απαλά. Ακούμπησε τα απαλά. Τα πήρα όλα και τα έβαλα στο στόμα μου γλυκά. Για να σου δείξω πως μπορώ. Έτσι απλά. Χωρίς πολλά πολλά.

Μετά με πήρες απ’ το χέρι και με πήγες στην ακροθαλασσιά. Σου είπα θέλω τα κύματα. Τώρα. Όχι μετά. Όλα. Με κοίταξες τρυφερά και μου είπες πως πρέπει να βουτάς και να έχεις τα μάτια ανοιχτά. Βούτηξα και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από αυτά. Δεν φοβήθηκα. Τα είχα συνέχεια ανοιχτά. Για να σου δείξω πως μπορώ.

Ξημέρωμα και ανεβήκαμε ψηλά. Τα βλέπαμε όλα και ήταν τόσο δα μικρά. Σε ρώτησα πότε θα πετάξουμε; Μα δεν απάντησες τίποτα πια. Μόνο κοίταξες μακριά σαν να μην με έβλεπες άλλο πια. Τότε εγώ άνοιξα τα χέρια και πέταξα ψηλά. Με τα χέρια ανοιχτά. Για να σου δείξω πως δεν μπορώ πια.”

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε. Ένιωθε το κεφάλι του να καίει μέσα στο μικρό δωμάτιο. Ένα δωμάτιο από αυτά τα μικρά που δεν σου δίνουν χώρο να σκεφτείς. Από αυτά που σε κρατάνε ζεστό, ασφαλή, αλλά άδειο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Ένα σπασμένο μπουκάλι, τα βιβλία του στο πάτωμα και βαλίτσες ριγμένες από το πατάρι. Είχε φύγει! Αυτός ή αυτή;

Είναι κάπου εδώ. Εδώ. Εδώ είναι! Την ακούω να σιγοτραγουδάει στο μπάνιο. Πονάει το κεφάλι μου. Να τη! Ολόκληρη λευκή μπροστά μου. Οι σταγόνες από τα μαλλιά της με δροσίζουν . Λίμνη. Όλο το δωμάτιο μια λίμνη και τα κατάμαυρα μαλλιά της, απλώνονται σιγά σιγά στους τοίχους …Το δωμάτιο…Επιτέλους γκρεμίζεται…Συγνώμη! Συγνώμη! Μ’ ακούς;

Βγήκε έξω. Ιδρωμένος με κατακόκκινα μάτια. Κάτι είχε συμβεί αλλά δεν θυμόταν τι. 

Κάτι έψαχνε, κάπου έπρεπε να πάει. Πάντα αυτή η αίσθηση ότι έχει κάπου να πάει. Κάπου του έχουν πει ότι πρέπει να πάει, γιατί αν δεν πάει κάτι θα γίνει, αλλά δεν ξέρει τι θα γίνει. Ξέρει ότι πρέπει να πάει. Φώτα! Παντού φώτα από αυτοκίνητα που τον τυφλώνουν. Είναι όλα στοιχισμένα απέναντι του και τον στοχεύουν. Δεν μπορεί να κοιτάξει. Ακούει πυροβολητά και ήχους από καθρέφτες που σπάνε.

-Να την! Τι κάνεις εδώ; Εσένα έψαχνα. Εσένα δεν έψαχνα; Κάποια έψαχνα…Δεν θυμάμαι πια…Δεν θυμάμαι ποια…

Την είδε εκεί, στην μέση της λεωφόρου να παίζει με τα σπασμένα γυαλιά. Όμορφη με ένα λευκό φόρεμα και μπούκλες στα κατάμαυρα μαλλιά. Δεν μιλούσε. Έδειχνε τόσο ήρεμη. Δεν προσδοκούσε τίποτα. Απλά περίμενε… Ήσυχη με μία μικρή πάχνη ομίχλης που την έκανε να φαίνεται ότι αιωρείται. Το κορμί της γεμάτο μπηγμένα μικρά γυαλιά. Έκλαιγε σιωπηλά.

-Σταμάτα! Τα γυαλιά… Μην τα ακουμπάς…Θα κοπείς! Και μετά θα πεις πως φταίω εγώ! Τουλάχιστον απαλά. Να μην κοπείς βαθιά.

-Σσσσσς… Πάρε αυτούς τους κύκνους. Στους χαρίζω. Απλά φύγε. Δεν σε θέλω εδώ. Φύγε.

2. Ξυπνάει

Ξύπνησε σε ένα δωμάτιο με κιτρινισμένους τοίχους που έχουν αυτή την γυαλάδα που σε κάνει να νομίζεις ότι τα φώτα σε χτυπάνε διπλά. Όλα τα φώτα σε κοιτάνε. Δεν μπορείς να ξεφύγεις. Είναι πάντα εκεί και εσύ σκέφτεσαι σιγά, για να μην ακουστείς. Πρέπει να μουρμουρίζεις σιγά σιγά τι θέλεις, γιατί αν σε ακούσουν και σου δώσουν αυτά που θέλεις, εσύ τότε δεν θα είσαι έτοιμος να τα πάρεις. Εσύ απλά ήθελες να τα ζητάς, όχι να τα πάρεις. Όχι να τα πάρεις. Δεν ξέρω αν την ήθελα. Ήθελα να ξέρω ότι μπορώ να την θέλω, όχι να την έχω.

 Άρχισε πάλι ο πονοκέφαλος. Το στόμα του ήταν ξερό. Μύριζε τσιγάρο και εμετό. Τα χέρια του δεν τα αισθανόταν. Αυτό το πάθαινε μόνο όταν έκανε κάτι που δεν έπρεπε να κάνει. Ήταν ο προσωπικός του τρόπος να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν έπρεπε να αγγίξει. Είχε πολλά χρόνια να το αισθανθεί. Από τότε που ήθελε να τα αγγίξει όλα. Τα τελευταία χρόνια συμβιβαζόταν να αγγίζει τα συνηθισμένα. Φαγητά, ποτά, τσιγάρα, υπολογιστές, την γυναίκα του και το παιδί του. Ήταν μόνος του στο δωμάτιο. Ευτυχώς! Δεν ήθελε ούτε παρέα, ούτε συζητήσεις.

Βρισκόταν στο νοσοκομείο της γειτονιάς του. Εκεί που πήγε για τα πρώτα του εμβόλια, τα πρώτα του ράμματα, τα πρώτα του κρεατάκια, το θάνατο της αδερφής του, το πρώτο του ατύχημα με την μηχανή, τον θάνατο της μητέρας  του, του πατέρα του και την ανεμοβλογιά της κόρης του. Ήταν οικείο το περιβάλλον.

Ήξερε ας πούμε ότι ο ορός μπαίνει πάντα στα δεξιά, δίπλα από το μεταλλικό κρεβάτι. Είναι ένας θρησκευτικός συμβολισμός, όπως κάνεις το σταυρό σου με το δεξί. Οι κουρτίνες είναι πάντα ορθάνοιχτες, για να βλέπεις απέναντι σου την θάλασσα και να ξέρεις ότι θα την βλέπεις όλη τη μέρα, αλλά δεν θα μπορείς να την αγγίξεις. Αυτός ήταν ένας ψυχολογικός συμβολισμός. Να θες να σηκωθείς να πιάσεις αυτό που δεν μπορείς. Να ιδρώνεις για να καταφέρεις να πιαστείς και να σηκωθείς, αλλά να μην μπορείς. Να νομίζεις ότι είσαι δειλός και να κατηγορείς τον εαυτό σου, που δεν μπόρεσες να σηκωθείς. Και όταν τα καταφέρεις, να μην σου αρκεί. Να θες κάτι άλλο που είναι κάπου αλλού, δεν ξέρεις πού. Είναι κάπου αλλού. Και όταν κουραστείς θα έρθει η περίοδος που δεν θα θες τίποτα και θα λες ωραία. Τώρα θα ξεκουραστείς. Αλλά τότε είναι η μέρα που δεν θα ξανασηκωθείς. 

Πενήντα χρονών ήταν. Ήξερε πια καλά ότι πρέπει συνέχεια να κάνει κάτι για να μην σκέφτεται. Να ξυπνάει, να πηγαίνει στο σχολείο, να διδάσκει Αρχαία σε τρία τμήματα Λυκείου, να γυρίζει σπίτι, να πηγαίνει την κόρη του στο μπαλέτο, να πηγαίνει για ιδιαίτερο, να γυρνάει, να πηγαίνει την κόρη του Ισπανικά, να πηγαίνει σε άλλο ιδιαίτερο, να γυρνάει, να κάθεται στο πάρκο απέναντι από το σπίτι να κάνει ένα τσιγάρο, να γερνάει, να βγαίνει η κόρη του από το μάθημα, να γερνάει, να την παίρνει και να γερνάνε μαζί σπίτι. 

Σπίτι, σπίτι, σπίτι. Η κόλαση του. Το πρόγραμμα συνεχίζεται. Μπαίνουν μέσα και η γυναίκα του τους περιμένει με το φαγητό έτοιμο. Κάθε μέρα κάτι διαφορετικό, αλλά πάντα έτοιμο. Τίποτα ανέτοιμο σε αυτό το σπίτι. Πάντα καθαρό, πάντα στρωμένο, χαλιά χτενισμένα, πιάτα πλυμένα και τα ρούχα του σιδερωμένα. Η γυναίκα του όμορφη, γλυκιά και πάντα χαμογελαστή. Δεν του θυμώνει ποτέ και πάντα νιώθει ότι πρέπει να την ευχαριστεί. Είναι καλή, είναι γλυκιά. Πρέπει να την αγαπώ! Είναι καλή, είναι γλυκιά πρέπει να την ποθώ!

Δεν την ποθούσε πια. Τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά το παιδί δεν ήξερε τι είχε συμβεί, αλλά είχε αλλάξει η μυρωδιά της. Μύριζε κάτι αγνό, κάτι που δεν σε θυμώνει, κάτι που σε χαλαρώνει. Μία αίσθηση αγάπης που παραλύει τους μυείς. Ασφάλεια. Ξέρεις ότι ο άλλος είναι εκεί και θα είναι εκεί για πάντα και αναρωτιέσαι γιατί, αφού εσύ δεν είσαι εκεί. Κοιμόταν. Τουλάχιστον κοιμόταν. Όταν ήταν μαζί της κοιμόταν πολύ και ήρεμα. Όταν δεν ήταν αυτή, δεν μπορούσε.  

Δεν μπορούσε να φύγει. Δεν θα έφευγε ποτέ! Αυτός ή αυτή; Κανείς… 

Καλλιόπη Μανδρέκα, 9/3/2017

& Το δεύτερο μέρος του διηγήματος θα δημοσιευθεί την Πέμπτη 16/3/2017

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα