36 C
Athens
Τετάρτη, 12 Ιουνίου, 2024

“Το σπλάχνο της Αθήνας, το θέατρο'” – Της Αριάννας Χατζηγαλανού

Κάποτε μία Πόλη που την έλεγαν Αθήνα γέννησε τρία παιδιά, τη Δημοκρατία, την Αγορά και το Θέατρο. Χαρισματικά και τα τρία, ταξίδεψαν το όνομα της Αθήνας στα πέρατα της οικουμένης για το σπάνιο γέννημά της. Κάθε φορά που τα έβλεπε να κοιμούνται στα κρεβάτια τους μονολογούσε ‘Τέτοια παιδιά, ούτε οι θεοί δεν έχουν’ και ένας λυγμός περηφάνιας έσκαγε στο θώρακά της. Σιγά-σιγά σταμάτησε τις θυσίες και τις προσφορές στους βωμούς και απαιτούσε από τους συμπολίτες της να τη λατρεύουν ως θεά για να τους επιτρέπει μία φορά την εβδομάδα να τα βγάζει στην αυλή του σπιτιού να τα βλέπουν.

Τις υπόλοιπες ημέρες δεν επέτρεπε να βγουν έξω. Η γη που είχαν ως οικογένεια χερσώθηκε, τα ζώα τους το ένα μετά το άλλο πέθαιναν και η επαφή τους με τον έξω κόσμο ήταν πλέον ανύπαρκτη. Ζούσαν όμως πλουσιοπάροχα χάρη στα δώρα που έφταναν από κάθε γωνιά της γης.

Όταν ξεκίνησε η Μεγάλη Πείνα, ο Οίκος τους βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστος καθώς ήταν εξαρτημένος από τις έξωθεν προσφορές. Δεν κατέφθαναν πλέον ούτε πήλινες κανάτες με λάδι, ούτε αμφορείς με κρασί. Όσο για το σιτάρι, όλο κι όλο που είχε πια απομείνει δε γέμιζε ούτε τη χούφτα του μικρότερου απ’ τα τρία παιδιά, του Θεάτρου. Αν και η Αθήνα αρνιόταν πεισματικά να το δει, τα παιδιά ήταν ήδη ενήλικα.

Ένα βράδυ που κάθονταν σιωπηλά γύρω από το κεντρικό τραπέζι του σπιτιού, ξαφνικά είπε η πρωτότοκη ‘Μάνα, άκου, οι καιροί έχουν αλλάξει, πρέπει να δουλέψουμε κι εμείς όπως κάνει όλος ο κόσμος χρόνια τώρα’. Ξεθαρρεύοντας και η δεύτερη βιάστηκε να συμπληρώσει ‘αν βγούμε έξω όλο και κάποιος θα έχει μια ανάγκη να του δουλέψουμε, λίγο από δω λίγο από κει, θα καταφέρουμε να τα βγάλουμε πέρα’. Πετάχτηκε και το μικρότερο πνιχτά ‘όλο τον κόσμο θα γυρίσουμε αν χρειαστεί, εγώ έχω ήδη ετοιμάσει και το σακί μου’. Η Αθήνα άστραψε και βρόντηξε. Ούτε ν’ ακούσει δεν ήθελε. Έστειλε τα παιδιά της για ύπνο και όλη τη νύχτα σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει.

Στο πρώτο ξημέρωμα, χωρίς να είναι σίγουρη αν είναι ξύπνια ή σε βαθύ ύπνο, βλέπει στην καγκελόπορτα του σπιτιού της μια γριά. Έμενε δυο σπίτια πιο πάνω αλλά δεν την ήξερε καλά, μόνο ακουστά την είχε, ούτε ποτέ της είχε στείλει χαιρετίσματα και τιμές για τα παιδιά της όλα αυτά τα χρόνια.



Της έγνεψε η γριά να βγει στο κατώφλι. ‘Καλημέρα, Αθήνα, μέρες ήθελα τώρα να σε δω. Εγώ είμαι ανήμπορη πια και χρειάζομαι βοήθεια και παρέα στο σπίτι. Μαθαίνω έχεις κι εσύ προβλήματα στο δικό σου και σκέφτηκα μήπως να μου ‘στελνες τα παιδιά σου, να μείνουν στο δικό μου όσο καιρό κρατάει αυτή η καταστροφή, δε θα τους λείψει η τροφή, καμία άνεση δε θα τους λείψει και θα σου στέλνω κι εσένα φυσικά το ανάλογο το μερτικό σου. Ούτε θα πούμε πουθενά γι’ αυτό και σε κανένα. Θα προστατέψεις κι εσύ το όνομα που χτίζεις τόσα χρόνια. Μόλις περάσει ο κίνδυνος, θα πάρεις τα παιδιά σου πίσω.’

Έκπληκτη η Αθήνα δέχτηκε σαν υπνωτισμένη. Όταν ξύπνησαν τα παιδιά, τους είπε για το σχέδιο που συμφωνήθηκε. Τα έντυσε με το ζόρι και τα πήγε στο σπίτι της γριάς. Εκείνα έτρεμαν σε όλη τη διαδρομή. ‘Καλύτερα να βγαίναμε στον κόσμο μ’ όλες τις δυσκολίες και τις λύπες του παρά να θαφτούμε σ’ έναν τάφο’ είπε σιγανά η Αγορά. Η Δημοκρατία αναστέναξε.

Το Θέατρο κλωτσούσε τα χαλίκια θυμωμένα.΄Καλώς τα’ είπε η γριά. ‘Σας περίμενα. Μην κλαίτε, σας περιμένουν χαρές που ούτε καν τις φαντάζεστε’. Αλλά εκείνα βουρκωμένα κοιτούσαν καθώς έκλεινε η πόρτα τη μάνα τους ν’ απομακρύνεται.

Τα χρόνια περνούσαν, 100, 200, 1000 και βάλε. Πριν καλά- καλά κοπάσει η Μεγάλη Πείνα, ήρθε ο Πόλεμος. Μετά τον Πόλεμο, η Αρρώστια. Μετά την Αρρώστια, η Κρίση και, όπως πάντα συμβαίνει στη ζωή, τα δεινά προέκυπταν το ένα μετά το άλλο. Στο μεταξύ, η κοιλιά της Αθήνας είχε μολυνθεί και μέρα με τη μέρα, έπαιρνε ένα σταχτί χρώμα και ανέδιδε μια μυρωδιά λες από νεκρό ποντικό ή από θειάφι. Μέσα στους αιώνες, κι ενώ η σήψη από τη μόλυνση προχωρούσε, η Αθήνα κατάλαβε ότι δε θα βρει σωστή στιγμή για να ζητήσει τα παιδιά της πίσω. Κι έτσι, χωρίς προφανή λόγο και αιτία, αποφάσισε να τα γυρέψει τώρα, που είναι πάντα η πιο κατάλληλη στιγμή σε όλα.

Αγκομαχώντας πήρε το δρόμο για το σπίτι της γριάς. Χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε η ίδια γριά. Ή έστω έτσι νόμιζε γιατί με το που έριξε το βλέμμα της τριγύρω είδε άλλες τρεις γριές, όμοιες με αυτήν που της είχε ανοίξει. Η Αθήνα πάγωσε. ‘Λοιπόν’, της είπε μία από αυτές, ‘μάλλον ήρθες να πάρεις τα παιδιά σου πίσω’. ‘Διάλεξέ τα και παρ’τα’ της είπε μια άλλη κρυφογελώντας. ‘Δε θα με αγκαλιάσεις;’ της είπε μια τρίτη και ξέσπασε υστερικά γέλια.

Η Αθήνα λαχανιάζοντας απ’ το σάστισμα και κρατώντας την ολοσχερώς πια σάπια κοιλιά της που σφάδαζε, είπε ξέπνοη ‘Μα τι έκανες στα παιδιά μου;’Kαι τότε σηκώθηκε αυτή που καθόταν στο βάθος, την πλησίασε και της ψιθύρισε. ‘Έκανα αυτό που μου ζήτησες, σ΄τα κράτησα ζωντανά. Δε διαπραγματευτήκαμε ποτέ τους όρους. Και μιας και η συμφωνία μας φτάνει, όπως βλέπω, στο τέλος της, αν σε ρωτήσει κανείς πού μπορεί να κρύψει τα παιδιά του για να σωθούν, πες να τα στείλει σ΄εμένα. Να τα στείλει στη Μαφία.’

Επίμετρο.

Χωρίς περιστροφές.

Όταν άρχισα να γράφω την τοποθέτησή μου για αυτά που συμβαίνουν στο ήδη πολύπαθο θέατρο, οι λέξεις δεν είχαν τελειωμό. Κάθε επιχείρημα οδηγούσε σε μια άλλη παθογένεια φαινομενικά ξέχωρη, στην ουσία όμως ενιαία. Γέμιζα σελίδες επί σελίδων και ανακάλυπτα έντρομη και εγώ η ίδια πως οι αποκαλύψεις που γίνονται σωρηδόν αυτή τη στιγμή στο χώρο του θεάτρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τόσα και τόσα.

Την πανδημία, την πολιτική και κοινωνική της διαχείριση, την έμφυλη βία, τα λοίσθια που πνέει το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τη σωματική-συναισθηματική-πνευματική- κοινωνική-και εν τέλει υπαρξιακή χειραγώγηση και εκφοβισμό, το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας που λέγεται διαχείριση προσφυγικού, την εκδίωξη του ανθρωπισμού από την επιστήμη, την κατακρεούργηση των εννοιών που συνδέονται με αξίες δια στόματος των αρχών, την εργαλειοποίηση της παιδείας, τον αφανισμό που μπορούν να προκαλέσουν μέσα επικοινωνίας και δικτύωσης όταν απειληθούν, η εκκλησία που παρασιτεί στην κρατική λειτουργία, το επονομαζόμενο lobbying μεταξύ ατόμων και ομάδων νευραλγικών θέσεων με σκοπό τον αποκλεισμό, η βίαιη αστική καταστολή και ένα τραύμα που φέρουμε εδώ και 200 χρόνια που δεν μπορούμε στην ουσία να απαντήσουμε στο τι είμαστε.

Αφού πάντα η ιστορία μας σερβίρεται χωρισμένη στα δυο. Και με αντιφάσεις που χωνεύουμε γελώντας άγρια για να αποδείξουμε πως δε συμβαίνει τίποτα το αξιοπερίεργο. Και τέλος, τα αλισβερίσια μιας καθεστωτικής μηχανής που αρνείται να δει πως δεν εξυπηρετεί σε τίποτα πια και πρέπει να πεθάνει για να γεννηθεί κάτι νέο.

Όλα αυτά μαζί με άλλα πολλά που πολλοί από εσάς μπορείτε να συμπληρώσετε πολύ πιο καίρια από εμένα, αποκαλύπτουν ένα καρκίνωμα με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι. Είναι ανάμεσά μας και τρώει τις σάρκες μας. Δεν είναι, δυστυχώς, καραγκιοζιλίκι. Είναι μαφιοζιλίκι. Έσκισα λοιπόν πολλές σελίδες που έγραψα. Γιατί με τη μαφία δεν ωφελεί να συνδιαλέγεσαι. Με τη μαφία πρέπει να είμαστε ανυποχώρητοι. Κακώς κείμενα πάντα θα υπάρχουν. Αλλά η μαφία τα συγκεντρώνει και τους δίνει αισθητική. Κι αυτό είναι το οντολογικό της έγκλημα. Γι’ αυτό και μόλις την ξεσκεπάσουμε δε θα χρειαστεί να λερώσουμε τα χέρια μας. Θα διαλυθεί στα εξ’ ων συνετέθη.

‘Να ζει κανείς ή να μη ζει;’αναρωτιέται ο Άμλετ και εμείς μαζί του. Και απάντηση δεν παίρνουμε. Στην ερώτηση όμως ‘να επιβιώνει κανείς ή να ζει;’ νομίζω βρίσκουμε έναν κοινό τόπο. ‘Αξίζει η ζωή με κάθε κόστος;’μας ρωτούν τα φαντάσματα των απονενοημένων συμπολιτών μας .

Και όλα αυτά καθώς περιμένουμε την κακοκαιρία Μήδεια, που δεν είναι μια γυναίκα παραλογισμένη από τον έρωτα όπως τείνουμε να το ρομαντικοποιούμε για να το αντέξουμε. Είναι μια γυναίκα εναντίον της οποίας λαμβάνει χώρα το ειδεχθέστερο των εγκλημάτων. Δεν της αφήνουν τόπο να σταθεί.

Τη μικρή αστική μου αφήγηση την αφήνω στο τέλος ανοιχτή. Επειδή το γράφουμε αυτή τη στιγμή όλοι μαζί. Από ανάγκη για ζωή. Και με αγάπη στη ζωή.

Αριάννα Χατζηγαλανού

Ηθοποιός-Σκηνοθέτις- Παιδαγωγός

& H κεντρική φωτογραφία είναι της Stephie Grape



ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα