19.2 C
Athens
Δευτέρα, 22 Απριλίου, 2024

Θέλω να ονειρευτώ ένα καλύτερο αύριο αλλά πάσχω από αϋπνίες

Wre geia sas kai xara sas. Εικοσιμία, black (βλακ) jack του μηνός σήμερα, καλό καλοκαίρι λοιπόν, και με τη βούλα (μπάι δε γουέι, μπανάκια φέτος μόνο στη Βούλα και πολύ μας είναι, Σαντορίνες Χαλκιδικές ξεχάστε τες, βολευτείτε με φωτογραφίες από τους περσινούς τράβελ γκάιντ).

Επουδενί δε σας εύχομαι ένα καυτό καλοκαίρι γιατί απ’ ό,τι επληροφορήθην (πάλι) καΐκαμε κι απόψε καΐκαμε και στ’ αποκαΐδια κοιμηθήκαμε. Αν και στην τελική δεν νομίζω να τον ‘πήρε’ και κανένας (καλέ που να κλείσεις μάτι με τόση λαύρα που βγάζουν οι καμμένοι κάδοι, είναι και πανάκριβοι πανάθεμά τους). Εδώ στο νιουγιόρκ σίγουρα δεν κοιμηθήκαμε μπας και δικαιώσουμε τον τίτλο της πόλης που, άπαπα, δεν κοιμάται ποτέ – αλλά που κατά βάθος κοιμάται του καλού καιρού για είναι καλό ρομποτάκι το επόμενο πουρνό. Που λέτε, τέσσερις πήγε, μου είπαν πάλι, ela re malakas, κάτσε να πιείς μια μαργαρίτα λεμόνι ακόμα. Που να τρέχεις πίσω βραδιάτικα, να σε πιάζει πάλι το γνωστό σου ινσόμνια, να αρχίζεις να διαβάζεις μαύρα μαντάτα και να σου σπαράζεται το καρντιά – δε σου ‘φτασε το total eclipse of the heart τις προάλλες κατευθείαν στο αριστερό μυοκάρδιο του Τοξότη! Πιες να ξεχάσεις. Αλλά που το πάμε που το φέρνουμε, όλο στο άτιμο το Ελλαδιστάν τραβιέται η συζήτηση – αμ πώς, μεταξύ Ευρωπαίων ειλικρίνεια.

Πρέπει βέβαια να σας πω ότι τα Αμερικ(λ)ανάκια εξυπακούεται πως δε παρεβρίσκονται (Στρως) κάν σε τέτοιες συζητήσεις. Εξάλλου, όπως είναι φυσικό, γελάνε και τα μουστάκια τους με όσα συμβαίνουν στο τσαμένο Γιούρο(π). Βαρεθήκανε σου λέει να βλέπουν τα δολλαριάκια τους να ισοδυναμούν με κωλόχαρτο κάθε φορά που τολμούν να βρέξουν το πολαλάκι τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Σου λέει, όλοι μας έχουμε δικαίωμα στην Ευρώπη, νυσάφι πια με το αμέρικαν ντριμ. Η αλήθεια είναι ότι με τους φίλους μου τους Αμερικάνους δε μιλάμε ποτέ για πολιτική. Τελευταία φορά που μου ξέφυγε μια θολωμένη πολιτική γενικούρα (τι τό ‘θελα η Ελληνίδα) μια καλή φίλη με κοίταξε έντρομη ψιθυρίζοντας: “Leda? Are you a communist?” Το είπε τόσο σοβαρά που σκιάχτηκα, ούτε ο καρα-Μανιάταρος παππούς μου -θεόσχωρέστον- τέτοια αναστάτωση (και σας διαβεβαιώ ότι οι Λάκωνες που ατ δε μόμεντ το ‘χουν πάρει ποδαράτο ως την Αθήνα δεν πιάνουν μία μπροστά του).

Οπότε λέω, άστο καλύτερα, τι να σας ταράζω το σύμπαν και να κινδυνεύετε να κάνετε ρυτίδες από τη συνοφρύωση, τη μπύρα σας και ύπνο. Με τσ’ Ευρωπαίους όμως, έεε, άλλη χάρη. Μακαρίζουμε τα περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα να κλαις και πνίγουμε τον πόνο μας στις σπιτικές μαργαρίτες, στα σπιτικά μανχάταν και τα σπιτικά κοσμοπόλιταν- γιατί που να τρέχουμε καλέ στο Manhattan όλη την ώρα ως cosmopolitan? Άπαπα, δεν υπάρχει σάλιο ούτε για να γλυστρίσει η πιστωτική στο μαραφέτι. Οπότε κάνουμε τα κονάκια μας Αμέρικαν Μπαρ και ξενοιάζουμε, και όσοι καπνίζουνε το απολαμβάνουν και διπλά, σου λέει, στο διάλο να πάτε κι εσείς και οι απαγορεύσεις σας παλιοκωλοαμερικάνοι, μας ζαλίσατε τον έρωτα με το ίτς εγκένστ δε λό όλη την ώρα. Θα κάτσω σπίτι ρε, και θα μιλήσω για το αγαπημένο μου θέμα, τους κωλοΈλληνες.

Ευτυχώς κανένας δε μας έχει στολίσει έτσι ως τώρα, εξάλλου τους προλαβαίνω και το λέω εγώ πρώτη – μην τους φέρω μωρέ και σε δύσκολη θέση. Τα Γερμανάκια φίλοι μου με κοιτάνε με κατανόηση (σημείωση: έτσι λένε τον οίκτο στα ευγενικά) και μου θυμίζουν πόσο πολύ αγαπάνε στο κάτω κάτω της γραφής (και του μνημονίου) τους Έλληνες (στο πολύ κάτω όμως γιατί δε νομίζω να τους χάλαγε μελοντικά κανένα τρίπατο στα Χανιά, ξέρετε, εκεί δίπλα στη βιλίτσα της Άντζελας, να ατενίζουν παρεούλα τον Ατλαντικό μετά την απόσυρση). Στο μεταξύ, μια άλλη Άνγκελα βάζει κάγκελα παντού – τι να κάνει κι αυτή, τρίζει η καρέκλα της. Σου λέει, παρά να ακούω χράτσα χρούτσα όλη μέρα τρίξιμο, χράτσα χρούτσα θα ξεκοκκαλίσω το μεδούλι της Ψωροκώσταινας. Βέβαια κινδυνεύει να της κάτσει κανένα κόκαλο στο λαιμό αλλά δεκάρα δε δίνει, έχει πέσει με τα μούτρα στη μασαμπούκα – τουλάχιστον άμα συμβεί κάτι κακό θα πάει χορτάτη η γυναίκα – είναι και φαγανή η ατιμούτσικη.

Παρεμπιπτόντως τώρα που είπα για κόκκαλα, εκείνο το δόλιο ράιοτ ντογκ το ταΐζει ρε σεις κανένας ή το ‘χετε παρατημένο νηστικό? Ρε σεις, αυτό τη δουλειά του την κάνει άψογα, με Γερμανική ακρίβεια και συνέπεια, αλλά θυμάται κανείς να του δώσει κανένα κοψίδι ή το έχουνε φλομώσει στη δόξα και στη δημοσιότητα για να το κάνουν να ξεχάσει ότι του ‘χει κολλήσει το στομάχι στην πλάτη? Μπάι δε γουέι, ακούω ότι έχει 100% επιτυχία στο να εντοπίζει τα μπατσοεξουσιαστικά στοιχεία, τύφλα να έχει ο Πωλ το χταπόδι ένα πράγμα – ελπίζω το ντόγκι να έχει καλύτερη τύχη από το δόλιο μαλάκιο. Και όντως, έχει αποδειχτεί εφτάψυχος σαν γάτα ο μούργος (πολύ θα ‘θελα να του χάιδευα τις αυτάρες τώρα). Πείτε του σας παρακαλώ να προσέχει τα λουκάνικα στο πιάτο του – θα δει βουρστ η Μέρκελ και θα ορμήσει να γλύψει και το πιάτο.

Έδώ στο κάτω Μπρούκλυν σιγά σιγά ξημερώνει. Μεγάλη μέρα σήμερα, της Αγίας Εμπιστοσύνης της Ελληνικής Βουλής. Σε λίγες μέρες ακολουθεί η γιορτή του Μεσοπρόθεσμου, μεγάλη η Χάρη του, ε, και μετά έχει ο Θεός. Η Amy Winehouse άρχισε ήδη από προχτές να το γιορτάζει – τελικά όμως αποφάσισε να τα τσούξει με την ησυχία της από τον καναπέ του σπιτιού της, όπως άλλωστε προστάζει και το επώνυμό της (τελικά δεν είναι καλύτερο να σου βγει το όνομα). Σε έναν άλλο οίκο (ε/ανοχής) ο Μπαράκ Ομπάμα ρουφάει τον καυτό αμέρικαν κόφι του και αναστενάζει για το μέλλον του καπιταλισμού. Το σκυλάκι του τού γλύφει τα δάχτυλα. Ύστερα εκείνος γυρίζει με τον σαλιωμένο μέσο μια σελίδα των νιουγιορκ τάιμς και το μάτι του πέφτει στη γελοιογραφία της ημέρας (μαντέψτε σε τι αναφέρεται). Σε λίγο αφαιρένεται. Σκέφτεται τους 100.000 Αμερικάνους στρατιώτες που ετοιμάζεται να αποσύρει την Τετάρτη από το Αφγανιστάν. Τρώει ένα αυγό βραστό. Η εφημερίδα του πέφτει από τα χέρια και το σκυλάκι του κάνει χίλια κομμάτια το άρθρο για το σκύλο Λουκάνικο. Την ίδια στιγμή στην άλλη άκρη του Ατλαντικού μια Ελληνίδα μάνα παρατάει αγανακτισμένη το τσουκάλι με τις μπάμιες πάνω στο κρύο μάτι. Κόπηκε πάλι το ρεύμα οπότε ούτε συζήτηση, η φαμίλια σήμερα θα αρκεστεί σε ψωμοτύρι – καλύτερα, να κάνουνε και οικονομία. Αύριο το μενού έχει το σκατό παξιμάδι βουτηγμένο σε βαριά χημικά. Ο γιος της, το καμάρι της, αιώνιος φοιτητής χημικός μηχανικός και μέλλοντικός αναλυτής μικρών αγγελιών δια εξεύρεσιν εργασίας, θα φάει στη Λέσχη. Και το πολύ πολύ το βράδυ θα παραγγείλουν σουβλάκια – τυλιχτά σε λαδόκολα από πτυχία Καποδιστριακού και ομόλογα Ελληνικού δημοσίου. Και σκατά να είναι, αρκεί να γεμίσει το στομάχι σου, που λέγαν και οι παλιοί.

Οκ στο νιουγιόρκ ξημέρωσε για τα καλά. Άπλετο φως μπαίνει από το παράθυρο. Ρίχνω ματιές έξω, ψάχνω για το χοντρό σκιούρι που σουλατσάρει τα πρωινά δίπλα στο μπάρμπεκιου. Παρατηρώ έναν τύπο στη γειτονική αυλή. Δεν τον έχω ξαναδεί. Μοιάζει με τον Καραμανλή – not kidding. Τρίβω τα μάτια μου, σιχτίρ παλιοφακοί που με κάνετε να βλέπω πουλάκια. Κάτι σπουργυ(φ)τάκια ρημάζουνε ένα ξεχασμένο μπιφτέκι. Ας τους πει κάποιος ότι σε αυτήν την πόλη δεν είσαι κουλ άμα δεν είσαι βετζετέριαν. Χασμουριέμαι. Άντε, πάω να ονειρευτώ ένα καλύτερο αύριο. What a nightmare.

Ledamelissa but you can call me Λήδα Μανιατάκου, 21/06/2011 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα