Αγγελική Μακρή
Πάντα πιστεύουμε πως χρειαζόμαστε κάτι μεγάλο στη ζωή μας για να μας ξεκουνήσει, να μας ταράξει, να μας ανατάξει. Σε μένα αρκούσαν 8 κιλά για να συμβεί η τεράστια αλλαγή.
Ο Άλφι ήρθε στη ζωή μου κατά λάθος ή καλύτερα, από ανάγκη. Ένα υπέροχο σκυλάκι που θα μπορούσε να είναι πρωταγωνιστής σε διαφημίσεις, λευκός, φουντωτός, ρατσάτος -κατά το ήμισυ- μικρόσωμος. Κι όμως, έζησε σε πολλά λάθος χέρια και στα 10 του βρέθηκε εκτός σπιτιού. Και πάλι βρέθηκε σε εγωιστικά χέρια, που ήθελαν να καλύψουν το κενό τους με ένα πλάσμα που απλά θα καθόταν σε μια γωνιά και θα έτρωγε ψαροκόκκαλα. Και στη δύσκολη στιγμή, όταν δεν υπήρξε κανείς να ασχοληθεί μαζί του, απλά μπήκα στο σπίτι που τον είχαν παρατήσει και τον έσωσα. Και από τότε είχαμε ο ένας τον άλλο μέχρι την τελευταία του ανάσα.
Παρά την ομορφιά του, δεν είχε λάβει την αγάπη και τη φροντίδα που του άξιζε. Ο Άλφι δεν ήξερε να αγαπιέται, να βγαίνει βόλτα, να δέχεται χάδια. Ίσως μόνο πώς να φοβάται. Βήμα βήμα και με αρκετή υπομονή τον άφηνα να ξεδιπλώσει την προσωπικότητά του και να απολαύσει τις χαρές της σκυλίσιας ζωής. Ατέλειωτες βόλτες, αγάπη και χάδια, ύπνους στο κρεβάτι και τον καναπέ, ταξίδια, παραλίες, σειρές.
Πολλές φορές λέμε ότι σώζουμε τους σκύλους, αλλά μήπως γίνεται το ανάποδο; Ο φουντωτός κολλητός μου έγινε ένας καθρέπτης για να δω τι συμβαίνει γύρω μου, πώς φέρονται οι άνθρωποι, τι κάνουν στα δύσκολα.
Υπερασπίστηκα τον Άλφι όταν δεν του έδωσαν χρόνο να προσαρμοστεί, όταν τον πέρασαν για λούτρινο που θα μπορούσε να δεχτεί πράγματα που δεν ήθελε. Μετά από ώρες σε πανάκριβη φημισμένη κλινική όπου δεν βρήκαν τίποτα, ούτε ότι καν ότι ο ένας του νεφρός δεν είχε αναπτυχθεί ποτέ, έψαξα και βρήκα ότι τελικά, είχε τσίμπημα από τσιμπούρι και διορθωνόταν με ένα χάπι 3 ευρώ και όχι με εξετάσεις που κόστισαν 500 και δεν είδαν τα προφανή.
Με πήγε στο νέο μου σπίτι, είδε τον χώρο, τον μύρισε, αλλά ήταν αργά για να περάσει χρόνο μαζί μου εκεί. Η δουλειά του ήταν απλά να με πάρει από εκεί που ήμουν, να με ξυπνήσει και να μου δώσει δύναμη.
Γι’ αυτό και δεν μπορώ να του κρατήσω κακία που τα απογεύματα γυρνούσα σπίτι και δεν είχα ποιον να φροντίσω. Ούτε που το πρωί ξυπνούσα στην ώρα μας, για να τον πάω μεγάλη βόλτα πριν τη δουλειά. Ίσως να μου κρατάει εκείνος που με πήρε ο ύπνος μέσα στη νύχτα και δεν είδα την τελευταία του ανάσα. Δύο ώρες κοιμήθηκα και έφυγε τότε. Μάλλον ήξερε ότι είμαι κλαψιάρα και δεν ήθελε να με δει άλλο να κλαίω. Έφυγε και με άφησε μόνη. Στην πιο εκκωφαντική σιωπή που μπορεί να υπάρχει μέσα σε ένα σπίτι.





