12.8 C
Athens
Σάββατο, 7 Μαρτίου, 2026

Το πρόσωπο της εβδομάδας: Ρένα Λύκου – Ηθοποιός

* Η πρώτη φορά που πέρασε από το μυαλό μου και είπα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, ήταν μετά από μια σχολική θεατρική παράσταση στην έκτη Δημοτικού. Έπειτα αυτή η αυθόρμητη ιδέα ξεχάστηκε, αφού δεν είχα καμία τριβή με το αντικείμενο. Παρόλα αυτά, είχα την τύχη να έχω δυο σπουδαίες καθηγήτριες στο λύκειο που με δική τους πρωτοβουλία δημιούργησαν στο σχολείο θεατρική ομάδα. Θυμάμαι πως έλαβα μέρος με τεράστιο ενθουσιασμό. Την πρώτη χρονιά παίξαμε μονόπρακτα του B. Brecht και τη δεύτερη μονόπρακτα του Γιώργου Σκούρτη. Τα συναισθήματα που βίωνα ήταν πρωτόγνωρα. Ένιωσα για πρώτη φορά πως βρήκα την φωνή μου και κάθε ίχνος ντροπής και ανασφάλειας υποχωρούσαν από πάνω μου. Έβλεπα μπροστά μου μια νέα εκδοχή του εαυτού μου, που δεν την είχα φανταστεί ποτέ μέχρι τότε και μου άρεσε πολύ. Αυτό ήταν αρκετό για να ξυπνήσει μέσα μου η «παλιά» ιδέα και να μετουσιωθεί σε ένα όνειρο που θα διεκδικούσα στη μετέπειτα πορεία μου. Έτσι δυο εβδομάδες πριν τις πανελλήνιες αποφάσισα συνειδητά ότι θέλω να γίνω ηθοποιός.

* Η υποκριτική για μένα είναι ένα σύμπλεγμα πραγμάτων που όλα μαζί δημιουργούν κάτι μοναδικό. Αρχικά, είναι ελευθερία και ασφάλεια. Η αίσθηση ότι μπορείς να υπάρξεις σ’ ένα περιβάλλον, όπου επιτρέπεται να αφεθείς και να δημιουργήσεις χωρίς να σε κρίνουν. Είναι παιχνίδι και μοίρασμα. Να ανακαλείς την παιδική σου αθωότητα, να παίζεις, ν’ ανακαλύπτεις, να δημιουργείς, να επαναπροσδιορίζεσαι και να αλληλοεπιδράς. Ύστερα είναι κίνηση και αναπνοή. Να νιώθεις ζωντανός, αέναος. Και τέλος, είναι άνθρωποι και συνάντηση. Να ανταλλάσσεις ιδέες, απόψεις, συναισθήματα και να δημιουργείς δεσμούς με κοινή πορεία.

* Θυμάμαι ότι λίγους μήνες αφού είχα τελειώσει το σχολείο, είχα ραντεβού με έναν φωτογράφο. Με ρώτησε τι σκέφτομαι για το μέλλον και αφού του είπα πως θέλω να γίνω ηθοποιός, με ρώτησε ξανά, αν γνωρίζω να κρατάω δίσκο, «γιατί όλοι εκεί καταλήγουν». Αυτή η φράση θεωρώ πως συνοψίζει, τη διαχρονική αντιμετώπιση του επαγγέλματος. Όχι πως είναι ντροπή οποιαδήποτε δουλειά σου προσφέρει τα προς το ζην. Απλώς είναι στενάχωρο που θεωρείται σχεδόν αυτονόητη η ανεργία του κλάδου και η έλλειψη ευκαιριών. Τα καλλιτεχνικά επαγγέλματα άλλωστε, δεν υπήρξαν ποτέ στο πεδίο της κρατικής μέριμνας, ούτε αντιμετωπίζονται με τον σεβασμό που τους αρμόζει. Θεωρούμαστε ονειροπόλοι και ουτοπιστές, επειδή επιλέγουμε να μιλήσουμε μέσα από την τέχνη μας και να αντιμετωπιζόμαστε ως επαγγελματίες και όχι ως χομπίστες. Δυστυχώς, είναι ένα επάγγελμα για λίγους, που προϋπόθεση για να υπάρξεις και να πετύχεις στον χώρο σου, είναι η δικτύωση και οι γνωριμίες, και το λεγόμενο σε όλους «μέσον». Το ακραίο μάλιστα που συμβαίνει το τελευταίο διάστημα με την άνοδο των social media, είναι η επιλογή όχι με βάση το ταλέντο και τις ικανότητες, αλλά με τον αριθμό των followers.

* Κάτι ακόμα που με προβληματίζει, χωρίς να με αποθαρρύνει -ακόμα τουλάχιστον- είναι η έλλειψη ακροάσεων και ουσιαστικών ευκαιριών σε νέους ανθρώπους με όρεξη και πάθος. Η δυνατότητα να στείλεις ένα βιογραφικό και να δηλώσεις έστω με αυτό τον τρόπο «παρών», να πεις κοίτα, υπάρχω κι εγώ εδώ! Προσωπικά, έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα πως πάντα θα διεκδικώ μια θέση ανάμεσα σε πολλούς. Ότι κατά πάσα πιθανότητα, τις περισσότερες φορές η επιλογή θα εξαρτάται από συμπάθειες, προτιμήσεις και συγκυρίες.  Όμως η ανάγκη μου να υπάρξω αυτή την στιγμή, είναι τόσο ισχυρή που μου δίνει δύναμη και πίστη να προσπαθώ το καλύτερο που μπορώ με υπομονή και επιμονή. Σε δέκα χρόνια από τώρα ίσως η ζωή με οδηγήσει κάπου αλλού, σήμερα όμως, θέλω να διεκδικήσω αυτό που ονειρεύτηκα.

* Θα έλεγα πως οι συνθήκες που υπάρχουν στον χώρο της τέχνης, είναι αποτέλεσμα συλλογικών αδυναμιών και χρόνιας ανοχής. Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες και οι συντελεστές φέρουν μερίδιο ευθύνης, στο βαθμό που συχνά και επανειλημμένα ανέχτηκαν καταχρηστικές συμπεριφορές, ελαστικές εργασιακές σχέσεις και απουσία διαφάνειας, είτε από φόβο είτε λόγω έντονου ανταγωνισμού. Παρόλα αυτά η κύρια ευθύνη βαραίνει την πολιτεία, η οποία οφείλει να διασφαλίσει ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο προστασίας προς τους εργαζομένους, με αξιοπρεπείς αμοιβές και ουσιαστικούς ελέγχους.

* Ωστόσο, η αξία της τέχνης, παραμένει διαχρονική και αδιαμφισβήτητη. Οφείλει να λειτουργεί ως μέσο παιδείας, κοινωνικής κριτικής και έκφρασης των βαθύτερων ανθρώπινων ανησυχιών. Σήμερα όμως αντιμετωπίζεται από πολλούς μόνο ως μέσο ψυχαγωγία παραλείποντας ότι η τέχνη αφυπνίζει, καλλιεργεί και ενισχύει τη συλλογική ταυτότητα. Η προστασία και η αναβάθμιση του καλλιτεχνικού χώρου, μας αφορά όλους και δεν αποτελεί πολυτέλεια ή κάποιου είδους χάρη, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για μια υγιή και δημοκρατική κοινωνία.

* Η σεζόν ξεκίνησε όμορφα και δημιουργικά, με τον σύντομο ρόλο της Τζένης στη δραματική σειρά «Πόρτο Λεόνε» και στη συνέχεια με τον ρόλο της αγαπημένης μου Τίνας στην κωμική σειρά «Γιατί ρε πατέρα;» του ANT1. Πρόκειται για μια σειρά πολλά υποσχόμενη, που πέρα από τέρψη, προσφέρει στον θεατή και συγκίνηση! Από σκηνοθετικής πλευράς την καθιστά ξεχωριστή η ματιά του ο Γ. Παπαδάκου που επιλέγει να την αποτυπώσει κινηματογραφικά και με αμερικάνικη αισθητική. Αρκετά πρωτόγνωρο για τα ελληνικά τηλεοπτικά δεδομένα. Ενώ ο Α. Ανδρής, που υπογράφει το σενάριο, έχει δημιουργήσει ένα σύμπαν γεμάτο γέλιο και ζεστασιά, το οποίο σε κρατάει πάντα σε εγρήγορση. Αν κι αρχικά ερχόμαστε αντιμέτωποι με αντιπαλότητες, απωθημένα και τραύματα των ηρώων, η σειρά αναδεικνύει με τρυφερότητα, την αδελφική αγάπη, τους οικογενειακούς δεσμούς και το «νοιάξιμο».

* Το πόσο νοιάζομαι τον άλλον δηλαδή και πόσο παραπάνω τον βάζω από το δικό μου εγώ και συμφέρον. Μια υπενθύμιση που έχουμε ανάγκη στις μέρες μας, αφού η έννοια αυτή μοιάζει να έχει ατονήσει. Θεωρώ ότι στάθηκα πολύ τυχερή σε αυτή την συνεργασία. Κι αυτό γιατί ήταν μια δουλειά με υπέροχους ανθρώπους, πίσω και μπρος από τις κάμερες, που με αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή, εξαλείφοντας μου κάθε αμφιβολία ή δισταγμό. Το κλίμα ήταν πάντα ευχάριστο και φιλικό και έτσι βούτηξα στα νερά της κωμωδίας αποκομίζοντας πολύτιμα μαθήματα.

* Από τα σχόλια που έχω λάβει ως τώρα, οι εντυπώσεις είναι θετικές. Αρκετός κόσμος ταυτίζεται με την Τίνα -πράγμα που δεν το περίμενα-  και απολαμβάνει αυτή την θετική φιγούρα. Πολύ αγαπητό επίσης, έχει γίνει το δίδυμο «Τίνα – Φώντας», ήδη από την πρώτη κοινή τους εμφάνιση, γιατί με έναν τρόπο συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον και δημιουργούν ένα κωμικό κράμα. Στάθηκα πολύ τυχερή και σε αυτό, γιατί υπήρξε πολύ καλή χημεία με τον Μ. Μιχαλακίδη (Φώντας) και δημιουργήσαμε μια ιδανική ατμόσφαιρα, που βοήθησε να αναδειχθεί ακόμα περισσότερο η δυναμική και οι αντιθέσεις των δύο χαρακτήρων.

* Όταν πήρα το σενάριο στα χέρια μου και άρχισα να χτίζω τον χαρακτήρα, φοβόμουν να μην ξεπεράσω τα όρια του κωμικού και να μην πέσω στην παγίδα της καρικατούρας. Ταυτόχρονα όμως, έπρεπε να καταλάβω και να δικαιολογήσω ορισμένα πράγματα που στην προσωπική μου ζωή είμαι αντίθετη και δεν με εκφράζουν. Θα έλεγα πως μου θυμίζει τρενάκι του Λούνα Παρκ αυτός ο χαρακτήρας. Κι αυτό γιατί είναι πολυδιάστατη και πλευρίζει πολλές διαφορετικές ποιότητες. Σε πρώτη εντύπωση, είναι μια κωμική φιγούρα που φτάνει στα όρια της αφέλειας. Πίσω από αυτό όμως, κρύβεται μια δυναμική, παρατηρητική και οξυδερκής γυναίκα. Είναι αυθεντική και αυθόρμητη, ενώ λέει πάντα την αλήθεια κι αυτό μερικές φορές την καθιστά ανεπιθύμητη. Ωστόσο έχει και γειωμένες στιγμές, που βλέπουμε μια πιο ευαίσθητη εκδοχή της. Ενός ανθρώπου που παρά τον ενθουσιασμό και την ενέργεια, ερωτεύεται, πονάει, θυμώνει αλλά παρόλα αυτά συνεχίζει να προστατεύει.

* Κοινά στοιχεία που έχω με τον ρόλο μου, είναι η ακατάσχετη ενέργεια και τα χρώματα. Είμαι επίσης περιποιητική και προστατευτική με τους ανθρώπους μου. Ενώ διαλέγω να κλείνω “τα” αυτιά απέναντι στην αρνητικότητα, να καβαλάω το ροζ μου σύννεφο και ν’ αντιμετωπίζω τα πράγματα με πίστη και αισιοδοξία. Από την άλλη, δεν έχω την αδιακρισία, το θράσος και την άγνοια κινδύνου που διακατέχει την Τίνα. Θα ήθελα όμως να έχω το θάρρος της, χωρίς να μπλέκω πάντα την λογική και χωρίς να υπεραναλύω τις συνέπειες.

* Πριν και κατά τη διάρκεια των σπουδών μου συμμετείχα ως guest σε διάφορες σειρές, όπως: «Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη», «Η Γενιά του ’30», «Φόνοι στο Καμπαναριό», κ.ά. Με γοήτευε πάντα η συνθήκη της κάμερας κι αυτό γιατί απαιτεί εγρήγορση και λεπτότητα. Δεν βαριέσαι ποτέ και υπάρχει πάντα εξέλιξη των ηρώων και της ροής της ιστορίας. Έχεις την δυνατότητα να μιλήσεις σε όλο τον κόσμο, να αποτυπωθεί το συναίσθημα, να ειπωθεί κάτι μεγάλο μέσα από κάτι τόσο μικρό. Μου φαίνεται μεγαλειώδες αυτό που συμβαίνει πίσω από τις κάμερες. Πόσοι άνθρωποι εργάζονται, με πειθαρχία και συνέπεια για να βγει ένα τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα στην οθόνη. Όταν βρίσκομαι στο πλατό, ειδικά αν η σειρά είναι εποχής, νιώθω μαγεμένη και παραδομένη σ’ αυτό. Λατρεύω την μυθοπλασία, τα ιστορικά δράματα, τα αστυνομικά – θρίλερ και τα βιογραφικά.  Ήμουν περισσότερο λάτρης του δράματος, ώσπου ήρθε η κωμωδία -που δεν με είχα φανταστεί ποτέ ως τώρα – και με κέρδισε.

* Θα μου άρεσε πολύ να υποδυθώ ρόλους άκρως αντίθετους με εμένα. Υπήρξα ήσυχο και “καθώς πρέπει παιδί”, ανακαλύπτοντας στην πορεία της ενήλικης ζωής μου ότι κατείχα το σύνδρομο του καλού παιδιού. Ήρθα αντιμέτωπη με αυτό στο δεύτερο έτος της Δραματικής, νιώθοντας κάτι να με πνίγει και να με αναγκάζει να μπω σε κουτάκια που πλέον δεν με χωρούσαν και ούτε μου ταίριαζαν. Οπότε και θα ήθελα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Και θεωρώ πως εδώ βρίσκεται η γοητεία της υποκριτικής αλλά και του ηθοποιού. Να ξεβολεύεσαι και να ανακαλύπτεις από την αρχή τα όρια σου.

* Προς το παρόν δεν έχει παρουσιαστεί κάποια ευκαιρία στον κινηματογράφο. Θα ήθελα πολύ όμως να δουλέψω στο μέλλον. Μου αρέσουν όπως προ ανέφερα οι ταινίες μυθοπλασίας αλλά και ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού. Που εστιάζουν στις σχέσεις των ηρώων και στα καθημερινά προβλήματα αναδεικνύοντας την ωμή ανθρώπινη πραγματικότητα. Έχω μεγάλη αδυναμία και στις ταινίες κινουμένων σχεδίων κι αυτό με ωθεί στον πειρασμό να δοκιμάσω στο μέλλον μεταγλώττιση.

* Η γραφή μπήκε για τα καλά στη ζωή μου τα τελευταία τέσσερα χρόνια, όταν γνώρισα τον συγγραφέα και υπέροχο δάσκαλο μου κ. Άκη Δήμου, που μου έδωσε ώθηση και κατεύθυνση. Μέχρι τότε σκαρφιζόμουν στιχάκια και ιστορίες, το μυαλό μου έστηνε σενάρια, αλλά ποτέ δεν έβρισκαν χώρο στο χαρτί.

* Έχω γράψει τρία θεατρικά έργα, εκ των οποίων το ένα το μετατρέπω σε εφηβικό μυθιστόρημα, ενώ επιθυμώ να εκδώσω σύντομα το πρώτο μου έργο. Επίσης μου αρέσει πολύ και ο κόσμος του script. Έχω ολοκληρώσει ένα σενάριο μικρού μήκους και επεξεργάζομαι νέες ιδέες. Το κομμάτι της γραφής με γοητεύει αφάνταστα και αν δεν δουλέψω στο μέλλον ως ηθοποιός, θα ήθελα πολύ να ασχοληθώ με τη συγγραφή σεναρίου και θεατρικών έργων.

* Θεωρώ ότι η σκηνοθεσία δεν με αφορά αυτή την στιγμή και απέχω πολύ από το να τη δοκιμάσω επαγγελματικά. Επίσης πιστεύω πως δεν μπορούν να σκηνοθετούν όλοι και δεν χρειάζεται. Το ότι είσαι κάλος ηθοποιός δεν σε κάνει και καλό σκηνοθέτη ή καλό δάσκαλο. Θέλει πολύ χρόνο και ωρίμανση. Λατρεύω το τραγούδι, ιδίως τις οπερέτες και τα χορικά αρχαίας τραγωδίας. Το να λάβω μέρος σε ένα μιούζικαλ θα ήταν μια ευχάριστη πρόκληση.

* Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής δεν λάτρευα και πολύ τον χορό. Αν και έχω κάνει χρόνια παραδοσιακούς και αργότερα λάτιν, υπήρχε πάντα κάτι που με αποθάρρυνε και δεν μπορούσα να το δω με συμπάθεια. Στη σχολή όμως, ήρθα αντιμέτωπη με αυτό, καθώς έδιναν μεγάλη έμφαση στην κίνηση και στο σώμα. Τον πρώτο χρόνο ένιωθα πελαγωμένη, έπειτα όμως άρχισε να αλλάζει η οπτική μου. Όσο εξοικειωνόμουν με την κίνηση και επέτρεπα στον εαυτό μου να μαλακώσει, τόσο ένιωθα ότι διεισδύω στον εσωτερικό μου κόσμο. Η κίνηση μου επέτρεψε να με γνωρίσω καλύτερα και όλο αυτό, αν το πιστεύετε, είχε ως αποτέλεσμα να βελτιωθώ και υποκριτικά.

* Με τον αθλητισμό ασχολούμουν εντατικά στο σχολείο. Έπαιζα βόλεϊ στην Ακαδημία του Ολυμπιακού και θεωρώ πως με ωφέλησε πολύ στην μετέπειτα επαγγελματική μου πορεία. Κι αυτό γιατί μου δίδαξε υπομονή, σεβασμό, πειθαρχία, αφοσίωση στον στόχο, διαχείριση χρόνου κ.ά. Τα αναφέρω γιατί θεωρώ την υποκριτική ομαδικό άθλημα. Δεν είσαι πότε μόνος σου, ακόμα κι αν δεν υπάρχει άλλος συμπαίκτης – συνάδελφος.

* Θαυμάζω ιδιαίτερα τη νέα γενιά σκηνοθετών που πιστεύω πως έχουν να δώσουν πολλά και να αλλάξουν τα τωρινά δεδομένα. Αλλά και παλιότερους δημιουργούς, όπως ο Ν. Καραθάνος, ο Θ. Μοσχόπουλος ή ο Θ. Παπακωνσταντίνου, που θα ήθελα πολύ να συνεργαστώ μαζί τους. Θα ήταν μεγάλη μου χαρά επίσης, να παίξω στη «Μικρή μας Πόλη» του Thornton Wilder, στο «Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Edmond Rostand, στη «Δούκισσα της Πάδουας» του Oscar Wilde, αλλά και στην «Ιουλιέτα» του Άκη Δήμου, καθώς είναι έργα με ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για μένα.

* Έτυχε να ασχοληθώ και με άλλους τομείς του θεάτρου, όπως η σκηνογραφία, η ενδυματολογία και ο φωτισμός, από τις πρώτες μου σπουδές στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Αυτή η επαφή με τις διαφορετικές πτυχές του θεάτρου, με βοήθησε να κατανοήσω πιο σφαιρικά τη διαδικασία και παραγωγή μιας παράστασης καθώς και να εκτιμήσω βαθύτερα τη συνεργασία όλων των συντελεστών. Η θεατρολογία, από την άλλη, μου έδωσε το θεωρητικό υπόβαθρο για να δω το θέατρο όχι μόνο ως πράξη, αλλά και ως πεδίο έρευνας και ιστορικής συνέχειας.

* Λατρεύω να περπατάω στο κέντρο της Αθήνας το πρωί, να χαζεύω τα παλαιοβιβλιοπωλεία και να ξεθάβω διαμαντάκια. Με γοητεύουν τα νεοκλασικά και τα ιστορικά κτήρια που κοσμούν τις γειτονιές. Αν δεν βιάζομαι χαζεύω τον κόσμο, τον τρόπο που κινείται, που μιλάει, παρατηρώ τις εκφράσεις και τις ματιές τους. Βρίσκεις ενδιαφέροντα πρόσωπα για «μελέτη» μέσα στο πλήθος και ιδιαιτέρα στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

* Μου αρέσει επίσης το Παγκράτι και η διαδρομή από το Παναθηναϊκό Στάδιο μέχρι το Μοναστηράκι.  Επειδή όμως είμαι παιδί της θάλασσας και δεν μπορώ χωρίς αυτή, δεν θα παραλείψω τις βόλτες στον Πειραιά και στα κουτούκια του. Υπάρχει μάλιστα ένας λόφος απ’ όπου βλέπεις τη Δραπετσώνα και το Πέραμα, με τα καζάνια πετρελαίου, τα κοντέινερ, τους τεράστιους γερανούς στον αέρα και τα φώτα από τις καμινάδες να δεσπόζουν επιβλητικά. Παραδόξως αυτή η βιομηχανική εικόνα με γαληνεύει.

* Αντίθετα, αυτό που σιχαίνομαι στην Αθήνα και ακόμα δεν το έχω αποδεχτεί, απλώς το υπομένω όπως όλοι μας, είναι οι μεγάλες αποστάσεις κι ο χρόνος που σπαταλάς για να μετακινηθείς, είτε με αυτοκίνητο, είτε με συγκοινωνία.

* Το All4fun το ανακάλυψα πριν από αρκετά χρόνια, από την στήλη των ακροάσεων. Με κέρδισε όμως πολύ σύντομα γιατί ενώ εστιάζει κυρίως στο καλλιτεχνικό χώρο, δεν περικλείει και έχει μεγάλη ποικιλία στη θεματολογία του. Από τις στήλες και τις αρθρογραφίες μέχρι τις ενότητες για θέατρο, κινηματογράφο, μουσική και βιβλίο, νιώθεις πως είναι ένας διαδικτυακός τόπος συνάντησης που μπορείς να ενημερωθείς από μια ειλικρινής ματιά. Μου αρέσει επίσης που υπάρχουν πιο προσωπικές και ιδιαίτερες στήλες, όπως τα εβδομαδιαία αφιερώματα, που δίνουν βήμα σε νέους επαγγελματίες με μια πιο ανθρώπινη και δημιουργική διάσταση.

Του Κυριάκου Κουρουτσαβούρη, 21/2/2026

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα