

– Μίλησε μας για την παράστασή σας και τι πρόκειται να δούμε πάνω στη σκηνή;
Είναι η πρώτη φορά που κάνουμε ως ομάδα μια καθαρόαιμη κωμωδία. Αποφασίσαμε να κάνουμε την κωμωδία του Γκολντόνι τον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» και όπως φυσικά κάνουμε σε όλα τα έργα μας μέχρι στιγμής υπάρχει μια σύμβαση στην οποία στηρίζεται όλο το έργο και σίγουρα είναι ένα πολιτικό σχόλιο. Σε μια αλλόκοτη χώρα, μια κακότροπη βασίλισσα (την οποία υποδύομαι εγώ) διατάζει τους υπηρέτες της να της παίξουν θέατρο. Τους αναγκάζει να παίξουν τον υπηρέτη δυο αφεντάδων με την τιμωρία να χάσει τη ζωή του όποιος δε παίξει καλά. Τη στιγμή που γίνεται η διανομή των ρόλων μπαίνει ένας ξένος, πράγμα που της δημιουργεί μεγάλο ενδιαφέρον και του δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτόν τον ρόλο υποδύεται ο Κωνσταντίνος, τον υπηρέτη που αργότερα θα γίνει υπηρέτης δυο αφεντάδων. Σε μία εποχή που όλοι καλούνται να εξυπηρετήσουν χρέη και ουσιαστικά συνεχώς διακυβεύεται κάτι, έρχεται αυτός ο ξένος να προκαλέσει την ανατροπή, ο από αλλού φερμένος που μπαίνει στην αυλή και παίζει, ενώ μπορεί ανά πάσα στιγμή να χάσει το κεφάλι του. Αυτό φυσικά γίνεται μέσα από το πρίσμα της κωμωδίας που προέκυψε και από το ίδιο το κείμενο αλλά και από τους αυτοσχεδιασμούς όλων μας. Ερευνήσαμε αρκετά τους χαρακτήρες της Comedia χωρίς όμως να ακολουθήσουμε την πεπατημένη. Διερευνήσαμε κι άλλα θεατρικά και κινηματογραφικά ύφη όπως η σλαπτσικ κωμωδία και προσπαθήσαμε να δώσουμε πνοή σε ένα κλασικό έργο φέρνοντας το στο σήμερα.
– Τι σε γοητεύει ιδιαίτερα στον “Υπηρέτη Δύο Αφεντάδων”;
Με γοητεύει πολύ το είδος της κωμωδίας γιατί έχει να κάνει με την άμεση αντίδραση του κοινού. Όταν ακούσεις το κοινό να γελάει καταλαβαίνεις ότι παρακολουθεί κι ότι του αρέσει. Πόσο μάλλον γοητεύεσαι όταν αυτό διαρκεί σε όλη την παράσταση. Επίσης με γοητεύει το γεγονός ότι συνεργαζόμαστε με ηθοποιούς που ρίχτηκαν στην αρένα των προβών με πολύ μεγάλη θέρμη και σκληρή δουλειά, ακλουθώντας όλες τις οδηγίες του Κώστα αλλά κι όποιου από εμάς έφερνε μια καινούργια ιδέα, χωρίς καμία δεύτερη σκέψη, έτοιμοι να ματώσουν τα γόνατα τους.
– Και στον ρόλο σου;
Μου αρέσει πολύ ο διπλός ρόλος αυτού του παραμορφωμένου χωρίς ηλικία εύθραυστου πλάσματος που τρικλίζει και εξουσιάζει και που ανά πάσα στιγμή από ένα καπρίτσιο της μεταμορφώνεται σε μια νεαρή ευφρόσυνη, αλαφροΐσκιωτη ενζενί (υποδύομαι και την Κλαρίσα τη μια από τις δυο εναμοράτι του έργου)
– Πως είναι να συνεργάζεσαι με την ίδια ομάδα;
Είναι κάτι το οποίο απαιτεί συνεχώς τροφοδότηση από άλλες πηγές. Σίγουρα λόγω των πολλών χρόνων που δουλεύουμε μαζί υπάρχει τριβή κι ο καθένας μας ξέρει πολύ καλά τις επιρροές του άλλου οπότε κάθε φορά θα πρέπει να εκπλήσσουμε ο ένας τον άλλον και να φέρνουμε υλικά από άλλους κόσμους. Όμως την ίδια στιγμή που η τριβή δημιουργεί ένταση είναι πολύ σημαντικό να μην ξεχνάμε τι μας έδεσε και μας έφερε κοντά κι αυτό είναι κάτι σαν ιεροτελεστία. Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην παράσταση Ρωμαίος και Ιουλιέτα για 2, που κάνουμε μια αγκαλιά και οι τρεις μας. Εκεί χωρίς λόγια, με το άγγιγμα και μόνο ερχόμαστε ξανά στο κέντρο της επιθυμίας μας να είμαστε ομάδα. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο καθένας μας δεν είναι ελεύθερος να κάνει κι άλλες συνεργασίες. Αντιθέτως αυτό είναι απόλυτα υγειές και είναι κάτι που όλοι μας επιδιώκουμε. Έτσι και εγώ φέτος με δυο φίλες που εκτιμώ πολύ, την Έλλη Καμπίτση και την Κατερίνα Κυβετού θα κάνουμε το πρώτο μας μουσικό live με δύο πολύ αγαπημένους μουσικούς, το Κώστα Λώλο και τον Ηλία Βαμβακούση στο φουαγιέ του θεάτρου μας, καθώς επίσης θα σκηνοθετήσω μια παράσταση που θα ανακοινωθεί εν καιρώ και θα παιχτεί στο τέλος της σεζόν με επίσης εκλεκτούς συνεργάτες.
– Στην τύχη πιστεύεις;
Πολύ. Πιστεύω ότι είμαι ένας τυχερός άνθρωπος, αλλά φυσικά συν Αθηνά και χείρα κίνει.
– Στη δουλειά σου μέχρι τώρα ήσουν τυχερή;
Αναμφισβήτητα. Είχα την τύχη να συναντηθώ από τα πρώτα χρόνια της δραματικής σχολής με ανθρώπους με κοινά καλλιτεχνικά όνειρα και να φτιάξω μαζί τους μια ομάδα με δεσμούς οικογένειας.
– Ποιά αφορμή, πρόσωπο, ή παράσταση, σου γέννησε την επιθυμία της υποκριτικής;
Νομίζω ότι η επιθυμία αυτή ήταν έμφυτη. Αλλά σίγουρα καλλιεργηθήκε απο τα μιούζικαλ και τις ταινίες του Τζεφιρέλι κι άλλων σκηνοθετών που μου έβαζε ο πατέρας μου και έβλεπα μικρή. Κάπου στην εφηβεία αυτό κρύφτηκε κάτω από ένα πέπλο ντροπής που φύτρωσε στο κεφάλι μου από τον περίγυρο αλλά στα 25 πάλι ξύπνησε μέσα μου η ανάγκη να ακολουθήσω το όνειρο μου. Τελείως τυχαία –ή κι όχι-πριν ακόμη μπω στη δραματική σχολή μια φίλη που είχε ξεκινήσει να ασχολείται με το θέατρο με πήγε στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κώστας Γάκης , τον διχοτομημένο υποκόμη με τρεις καρέκλες και τρεις ηθοποιούς τρόπος που αφηγήθηκαν την ιστορία του Ίταλο Καλβίνο με στιγμάτισε, με συγκίνησε και με έκανε να συνειδητοποιήσω τι ηθοποιός θέλω να γίνω και πως θέλω να δουλεύω.
& Αναλυτικές πληροφορίες για τον “Υπηρέτη δύο αφεντάδων” ακολουθούν ΕΔΩ:
Του Γιάννη Αντωνίου, 24/11/2017