14.8 C
Athens
Παρασκευή, 19 Απριλίου, 2024

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΧΑΤΖΑΚΗΣ: Θέλουμε να δει ο κόσμος ότι και στην Αθήνα υπάρχει κάτι όμορφο

Μια περιήγηση στους δρόμους της Αθήνας, όπου τα 70 λεπτά περνούν λες και είναι μισάωρο. Την στιγμή που ο σκηνοθέτης της παράστασης Γρηγόρης Χατζάκης μας αφηγείται τι συμβαίνει στο 38:43 μ.μ. ένας ξεναγός σταματάει το συγκεντρωμένο πλήθος για να το μεταφέρει στη μακρόχρονη ιστορία την οποία κρύβουν χώροι της αττικής πρωτεύουσας. Χώροι που ο κόσμος μπορεί και ποτέ να μην είχε προσέξει, περπατώντας στα στενά της Πλάκας. 

Και βλέποντας μέχρι τέλους την παράσταση, η οποία ξεκινάει από το πολύ ιδιαίτερο “Βρυσάκι” και καταλήγει στην οδό Βουλής, διαπιστώνεις ότι η Αθήνα του 2013 παραμένεi πολύ όμορφη.

Εκτός βέβαια από το ταξίδι στις ωραίες γωνιές της πόλης ο Γρηγόρης μας βάζει για τα καλά στο κλίμα του 38.43 μ.μ. έχοντας την πολύτιμη συνδρομή της εξαιρετικής Ελένης Σταμουλακάτου, η οποία επίσης επωμίζεται τον ρόλο της αφηγήτριας. Μέσω των δύο συνεργατών μαθαίνουμε για την ιστορία της Δάφνης (Βάλυ Μαυρίδη) και του “Πέμπτη” (Τάσος Τσούκαλης), οι οποίοι ζουν απέναντι, αλλά δεν έχουν βρεθεί ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο…

Θα γίνει τελικά αυτή η πολυπόθητη συνάντηση; Και μέχρι τότε τι έχει μεσολαβήσει μέσα απ’ αυτήν τη ξεχωριστή διαδρομή στα στενάκια της Πλάκας;  

Όλα αυτά τα ερωτήματα παίρνουν απαντήσεις μέσα από το έργο του Γρηγόρη. Το 38:43 μ.μ. είναι μια εξαιρετική παράσταση, που σε βάζει για τα καλά στο κλίμα της όμορφης Αθήνας. Είναι ένας υπέροχος οδηγός και ό,τι καλύτερο μπορείς να δεις αυτό το καλοκαίρι στην πόλη. Επιπλέον ενισχύει και το παρεϊστικο κλίμα, δεδομένου ότι μπορείς να ακολουθήσεις τους συγκεντρωμένους ηθοποιούς και θεατές, ακόμη και αν δεν το έχεις προγραμματίσει, αλλά σ’ έχει συνεπάρει αυτό που εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά σου και σου κινεί το ενδιαφέρον.

Και όπως αναφέρει και ο νεαρός καλλιτέχνης στο σημείωμα του, “Xαλαρώστε, απολαύστε τη διαδρομή μέσα από τα σοκάκια της Αθήνας και να έχετε ανοιχτά τα μάτια σας και τα αυτιά σας. Γιατί μπορεί ο έρωτας να κρύβεται απέναντι σας…”

-Πώς προέκυψε η παράσταση και πότε σκέφτηκες να την υλοποιήσεις; Πόσο κοντά ή μακριά είναι στην ταινία Μεσοτοιχίες από την οποία την εμπνεύστηκες;

Ξεκίνησε με μία σκέψη, κάπου την άνοιξη, ενώ περνούσα από κάποιες βιτρίνες. Πως θα μπορούσαν να έχουν μία ιστορία πίσω τους. Η χρήση της βιτρίνας ως εικαστικό εργαλείο ήταν μία σκέψη που είχα πολύ καιρό, αλλά τώρα μου διατυπώθηκε πολύ πιο καθαρά. Αμέσως ήρθε στο μυαλό μου η ταινία Μεσοτοιχίες από την οποία και απέχει περίπου 7.000 μίλια.

-Πώς έχετε βιώσει τις εμπειρίες από τις πρόβες, αλλά και από τις μέχρι τώρα παραστάσεις σας μέσα στους δρόμους της Αθήνας;

Με απανωτές εκπλήξεις. Κατά τη διάρκεια των προβών, κατά κύριο λόγο δυσάρεστες, ενώ στις παραστάσεις αντίθετα, αναπάντεχα ευχάριστες. Ήταν πάρα πολλά τα προβλήματα που είχαμε να αντιμετωπίσουμε. Το συντονισμό τόσων ηθοποιών (συνολικά συμμετέχουν πάνω από 20) σε διαφορετικά σημεία της Αθήνας, τις πολύωρες πρόβες στον ήλιο, τα πρακτικά προβλήματα (αυτοκίνητα κλπ), αλλαγές στο καστ. Από τη μέρα που ξεκίνησε, όμως όλα μπήκαν στη θέση τους και άρχισαν να λειτουργούν συντονισμένα και σε αρμονία, θέλω να πιστεύω, με τον κόσμο.

– Γιατί να έρθει ο κόσμος να δει το 38.43 μ.μ.; Θεωρείς πως έχει και κάτι το διδακτικό μέσω της ξενάγησης που του γίνεται;

Στόχος δεν είναι να προβληματιστεί ο κόσμος. Στόχος μας είναι να τον βγάλουμε από την μιζέρια του “η Αθήνα είναι ασφυκτική και μαύρη” και να δει ότι μπορεί να υπάρχει κι εδώ κάτι όμορφο. Το δεύτερο είναι η έννοια του χρόνου. Ο χρόνος από την Αθήνα της αρχαιότητας μέχρι την Αθήνα του σήμερα, αλλά και η συνάντηση δύο διαφορετικών χρόνων, που συγχρονίζονται και ξεκινάνε να μετράνε από κοινού.

– Μίλησε μας για τον ρόλο του αφηγητή και της αφηγήτριας, την οποία ενσαρκώνει επίσης με απόλυτη επιτυχία η Ελένη Σταμουλακάτου. Πόσο σημαντικοί είναι αυτοί οι δύο ρόλοι στην εξέλιξη της παράστασης, πώς είναι η συνεργασία σου με την Ελένη και πόσο σημαντική είναι η όλη βοήθεια της μιας και έχει ασχοληθεί και με την σκηνοθεσία;

Στην παράσταση δεν υπάρχουν παρά τρεις σύντομοι διάλογοι. Παρακολουθούμε όλη την ιστορία μέσα από την αφήγηση. Η Ελένη έχει καταφέρει μέσα από την δική της αφήγηση, να προβάλει σωστά το έργο από τη μία, να αναπτύξει επικοινωνία με το κοινό – που είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο – αλλά και να κάνει τα δικά της σχόλια μέσα από την ερμηνεία της, που ακροβατεί ανάμεσα στην απόλυτη αμεσότητα και μία πιο θεατρική περσόνα. Με την Ελένη δουλέψαμε άψογα μαζί, ταιριάξαμε και στοχεύουμε σε περεταίρω συνεργασίες.

– Μέσω της ξενάγησης ο κόσμος έχει την ευκαιρία να βλέπει κρυμμένες στιγμές από μια όμορφη Αθήνας. Θεωρείς πως γενικά ο κόσμος δεν παρατηρεί τα απλά, όμορφα πράγματα της καθημερινότητας, ζώντας κλεισμένος στο καβούκι του;

Όχι, δεν βλέπουμε γύρω μας. Ειδικά αυτό τον καιρό που η πόλη βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο και έχουμε όλο και περισσότερο την ανάγκη να βλέπουμε τα πίσω μεγαλεία και τις μελλοντικές χαρές, αλλά όχι να κοιτάζουμε τριγύρω μας.

– Στην παράσταση βιώνουμε διάφορες καταστάσεις, όπως τον ανεκπλήρωτο έρωτα, το να φεύγεις από την παραδοσιακή σου γειτονιά και το οικόπεδο που έμενες να γίνεται μετά πάρκινγκ, το να συζητάς για το πού θα πάς διακοπές με τη σύντροφο σου κλπ. Εμπνεύστηκες και από προσωπικά βιώματα αυτές της ιστορίες, από παρατηρήσεις σε φίλους, αγνώστους κλπ. ή είναι εντελώς δικά σου δημιουργήματα;

Κατά κύριο λόγο, είναι τελείως φανταστικές, εμπνευσμένες από το χώρο. Σε κάποιες υπάρχουν κάποια ψίγματα από προσωπική παρατήρηση.

– Τι προσδοκάς συνολικά απ’ αυτήν την παράσταση και πόσο γοητευτικό είναι για σένα να κάνεις διαφορετικά πράγματα ως σκηνοθέτης;

Είναι τόσο ακατάστατο αυτό που συμβαίνει στο κεφάλι μου, που δύσκολα μπορώ να κατασταλάξω σε κάτι. Χρειάζομαι να κάνω τελείως διαφορετικά πράγματα για να βάζω μία τάξη.

– Τελικά η Αθήνα είναι αυτή που όμορφα παρουσιάζεται στην παράσταση αυτή, κάτι άλλο ή όλα αυτά μαζί που συνθέτουν μια πολυσύνθετη εικόνα;

Αγαπώ πολύ την Αθήνα και μ’ εκνευρίζει ο κατήφορος που έχει πάρει. Τώρα που το σκεφτομαι, ίσως και να έκανα την παράσταση αυτή, προσπαθώντας να με πείσω κι εμένα πως δεν έχει χάσει την ατμόσφαιρά της.

– Πόσο σημαντικό είναι στις μέρες μας η τέχνη να είναι σε άνθηση την στιγμή που όλα στην Ελλάδα δείχνουν να καταρρέουν;

Απαραίτητο. Δεν είναι τυχαίο που ιστορικά η τέχνη ανθίζει πάντα στις πιο δύσκολες και δυσοίωνες συνθήκες. Η τέχνη εκφράζει αυτό που λείπει ή δεν παρατηρούμε ή βάζει σε ένα πλαίσιο αυτό που δεν θέλουμε να ζούμε. Όλα αυτά είναι ακόμη πιο αναγκαία σε μια τέτοια φάση.

& Αναλυτικά στοιχεία για την παράσταση 38:43 μ.μ. ακολουθούν στον σχετικό σύνδεσμο: http://www.all4fun.gr/columns/epilogi-evdomadas/7004—–3843-.html

&& Το “38:43” μπορούν όλοι να το παρακολουθήσουν και δεν έχει εισιτήριο. Μετά το τέλος της παράστασης, ωστόσο, όποιος θέλει μπορεί προαιρετικά να συνεισφέρει οικονομικά στο ποσό, που εκείνος επιθυμεί…

Του Κυρ. Κουρουτσαβούρη, 27/7/2013

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα