
Μέσω της κατασκευής ενός πλέγματος και έτσι διάφανου κύβου γίνεται αμέσως αντιληπτή η στενή συνύπαρξη των κατοίκων της Isla Negra. Πρόκειται για το σκηνικό πάνω στο οποίο βασίζεται η ιδέα της σκηνοθεσίας του Μίχαελ Ζάιμπελ για την παράσταση «Il Postino / Ο Ταχυδρόμος του Νερούδα». Επτά ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους στην παράσταση που θα δούμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στη θεατρική σκηνή Αθηναΐς από τις 12 Νοεμβρίου.
Ο Μίχαελ Ζάιμπελ μιλάει για την υπόθεση του έργου, τη φιλία του ταχυδρόμου με τον Πάμπλο Νερούδα και την παράσταση που είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του βραβευμένου Χιλιανού συγγραφέα Αντόνιο Σκαρμέτα.

Πώς έχετε μεταφέρει το μυθιστόρημα «Il postino / Ο Ταχυδρόμος του Νερούδα» του βραβευμένου Χιλιανού συγγραφέα Αντόνιο Σκάρμετα επί σκηνής;
Καταρχάς να επισημάνω πως ο τίτλος της παράστασης «Il postino» δεν παραπέμπει σε μυθιστόρημα, αλλά στη γνωστή ταινία του 1994. Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα Ardiente Paciencia («Φλογερή Υπομονή») του Αντόνιο Σκάρμετα και ακολουθεί αρκετά πιστά την πλοκή του, με τη διαφορά ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ιταλία του 1950 αντί για τη Χιλή του 1960. Η δική μου σκηνοθεσία ακολουθεί την αρχική εκδοχή, στη Χιλή της δεκαετίας του 1960. Η πλοκή ακολουθεί τη σταδιακή πορεία της δημοκρατικής Χιλής προς τη δικτατορία του Πινοσέτ.
Η ιδέα της σκηνοθεσίας στην προκειμένη παράσταση βασίζεται ουσιαστικά στην αφηρημένη και ταυτόχρονα ρεαλιστική σκηνογραφία της Λαμπρινής Καρδάρα. Όλη η ιδέα της παράστασης είναι συγκεντρωμένη σε αυτήν. Μέσω της κατασκευής ενός πλέγματος και έτσι διάφανου κύβου γίνεται αμέσως αντιληπτή η στενή συνύπαρξη των κατοίκων της Isla Negra. Ενός κόσμου παγιδευμένου σε μία καθημερινότητα, στην οποία όλοι γνωρίζουν τα πάντα για όλους. Τίποτα δεν μένει κρυφό. Παρούσα όμως πάντα η κρατική δύναμη που παρατηρεί, διατάσσει και καθορίζει. Αστυνομικοί αλλάζουν κατά κάποιο τρόπο τα γεγονότα υπαγορεύοντας ουσιαστικά την επόμενη σκηνή. Αποτελούν έτσι τον μηχανισμό της παράστασης. Κατά τη διάρκεια της παράστασης, η παρουσία της κρατικής εξουσίας γίνεται όλο και πιο καθοριστική, ώσπου τελικά αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η φιλία του Νερούδα με τον ταχυδρόμο, ο αθώος έρωτας του δεύτερου και η φροντίδα και η αγωνία της μητέρας της αγαπημένης του αντικατοπτρίζουν την τρυφερότητα της συντροφικότητας των απλών ανθρώπων και αποτελούν ταυτόχρονα το πραγματικό αντίβαρο σε αυταρχικά συστήματα.
Πώς έγινε η επιλογή των ηθοποιών; Ποιους ρόλους ερμηνεύουν;
Αν αναλάβει κανείς ένα θεατρικό πρότζεκτ όπως αυτό, χρειάζονται ηθοποιοί που είναι σε θέση να κάνουν επί σκηνής αντιληπτό για το κοινό το βάθος και τη δύναμη του έργου. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι μια σαφή σκηνοθετική σύλληψη που παρέχει στους ηθοποιούς από την αρχή ένα πλαίσιο, στο οποίο μαθαίνουν να κινούνται ελεύθερα κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Στην περίπτωσή μας, βρίσκομαι στην ευτυχή θέση να μπορώ να δουλεύω με ηθοποιούς οι οποίοι, πέρα από τις υποκριτικές τους ικανότητες και δεξιότητες, γνωρίζουν με σαφήνεια το ρόλο τους ως ηθοποιοί. Έτσι δημιουργείται ένας γόνιμος σκηνικός διάλογος κατά τη διάρκεια των δοκιμών. Πρόκειται για μία εκ των προτέρων αποτελεσματική εργασία, η οποία χαρακτηρίζεται από αμοιβαία αποδοχή και σεβασμό.
Το ρόλο του Πάμπλο Νερούδα ερμηνεύει ο Κωνσταντίνος Συράκης, με τον οποίο έχω ήδη συνεργαστεί με επιτυχία στο έργο του Umberto Eco “Το όνομα του ρόδου”, και ο οποίος δίνει στον Νερούδα δύναμη και ανθρωπιά, τρυφερότητα και λυρισμό. Ο Σπύρος Σταμούλης υποδύεται τον ταχυδρόμο Μάριο με έναν αναζωογονητικά τρυφερό και ακαταμάχητο τρόπο. Την αγαπημένη του την Βεατρίκη, υποδύεται η Ελίνα Γιαννάκη. Καταφέρνει να κάνει την ανυπομονησία μίας εφήβου και τον ενθουσιασμό για το καινούριο κατανοητά και ταυτόχρονα αξιαγάπητα. Το ρόλο της μητέρας, της Ρόζας, υποδύεται η Τόνια Ζησίμου, η οποία με την επιμονή της προσπαθεί μάταια να προσγειώσει με λογικά επιχειρήματα την τρελά ερωτευμένη Βεατρίκη. Την κρατική εξουσία ενσαρκώνουν ο Σάκης Τσινάρης, ο Θανάσης Τσιμίδης και ο Νίκος Καϊνός, οι οποίοι ακολουθούν με συνέπεια τους στόχους ενός αυταρχικού συστήματος και σιγά σιγά έχουν τον έλεγχο της πλοκής.

Ποια είναι τα θέματα που πραγματεύεται το έργο;
«Η ποίηση δεν ανήκει σε αυτόν που την γράφει αλλά σε αυτόν που τη χρησιμοποιεί»
Με αυτά τα απλά λόγια ο ταχυδρόμος Μάριο μέσα στην αξιοθαύμαστη αφέλειά του πετυχαίνει την καρδιά του στόχου του έργου. Είναι ερωτευμένος, ερωτευμένος με τη Βεατρίκη. Του λείπουν όμως τα λόγια για να ανοίξει την καρδιά του στη λατρεμένη του. Χρειάζεται την ποίηση και τη βρίσκει σε εκείνον που τη γράφει. Και αυτός είναι ο Πάμπλο Νερούδα. Χωρίς πολλή σκέψη δανείζεται τα λόγια του Νερούδα και από το στόμα του ποιητή τα κάνει δικά του. Εδώ καταδεικνύεται με παραδειγματικό τρόπο πώς ο λυρισμός του Νερούδα στη Χιλή εκφράζει το οικείο περιβάλλον και καθίσταται στη ζωή των ανθρώπων ως ζωτική ανάγκη. Ο ίδιος περιγράφει τη σημασία της ποίησης ως εξής: «Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ό,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά στην ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι’ αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ’ αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές “Ποιητικές Πραμάτειες” που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα-βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».
Στο έργο γίνεται σαφές ότι ακόμη και τα απολυταρχικά καθεστώτα, που αλλάζουν τις ζωές των ανθρώπων με τη βία, δεν μπορούν πραγματικά να αλλάξουν αυτή τη στάση, επειδή η βαθιά επιθυμία για σύνδεση με τον άλλο είναι πολύ ισχυρή. Ακόμη και αυτά τα συστήματα μπορούν μόνο επιφανειακά να σπάσουν τη θέληση για ελευθερία η οποία είναι βαθιά ριζωμένη στα ανθρώπινα όντα.
Ποια είναι η αίσθηση που έχετε για τη φετινή θεατρική σεζόν;
Σε περιόδους μιας συνεχιζόμενης πανδημίας, η οποία δημιουργεί συνέχεια νέα δεδομένα που αλλάζουν ριζικά τη ζωή μιας κοινωνίας, είναι δύσκολο να πούμε πώς θα εξελιχθεί αυτή η θεατρική σεζόν. Είναι σαφές ότι μετά από δύο χρόνια χωρίς θέατρο, η επιθυμία και η λαχτάρα για θέατρο είναι μεγάλη και από τις δύο πλευρές, παραγωγή και κοινό. Ελπίζουμε ότι όλοι θα συμπεριφερθούν με σύνεση και σύμφωνα με τις επιταγές που υπαγορεύει η κατάσταση της πανδημίας, ώστε να μπορεί να γίνει θέατρο.
Της Θεοδώρας Μπαρουτάκη, 3/11/21





