Η φετινή σεζόν βρήκε τηλεοπτικά τον Γιώργο Κασαπάκη να συμμετέχει στο απόλυτα επιτυχημένο Ριφιφί του Σωτήρη Τσαφούλια.
Και θεατρικά σ’ έναν σημαντικό και απαιτητικό ρόλο, όπως είναι ο Κρόγκσταντ στην παράσταση Nora Hell’ s House που σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Κυριακού στο Bios.
– Γιώργο σ΄ αυτήν τη σύγχρονη θεατρική ανασυγγραφή της παράστασης Nora: The Hell’s House, ποια ήταν η πρώτη σoυ αντίδραση όταν διάβασες τη δραματουργική προσέγγιση η οποία φέρνει τον ήρωα που υποδύεσαι κοντά σε μια μεφιστοφελική μορφή;

Όταν πρώτο άκουσα για τη σύνθεση του Κουκλόσπιτου με στοιχεία από τον Φάουστ του Γκαίτε, ένιωσα ενθουσιασμό και δέος ταυτόχρονα. Μιλάμε για δύο αριστουργήματα που σημάδεψαν την παγκόσμια δραματουργία — το ένα εισήγαγε καινά δαιμόνια στην κοινωνική σκέψη του 19ου αιώνα, το άλλο εξακολουθεί να διερευνά διαχρονικά τα όρια της ανθρώπινης γνώσης και της επιθυμίας. Διαβάζοντας το κείμενο, κατάλαβα πόσο ευφυής είναι αυτή η ριψοκίνδυνη σύνθεση: Ο Κρόγκσταντ ως μεφιστοφελική μορφή που λειτουργεί ως καταλύτης στην πορεία της Νόρας προς την αυτογνωσία φωτίζει το θέμα του έργου με εντελώς νέο τρόπο. Και ταυτόχρονα προβληματίστηκα βαθιά: Πώς ερμηνεύεις έναν χαρακτήρα που κινείται ταυτόχρονα στο ρεαλιστικό και στο μυθολογικό επίπεδο;
– Υπάρχει κάποιο στοιχείο του χαρακτήρα αυτού που σε δυσκόλεψε ιδιαίτερα;
Ο Κρόγκσταντ φαινομενικά είναι ο «κακός» της ιστορίας — κινητοποιείται από μνησικακία, εκβιάζει, απειλεί. Αυτό που με δυσκόλεψε δεν ήταν η «σκοτεινή» του πλευρά, αλλά το πώς να ερμηνεύσω τη στιγμή που αυτός ο άνθρωπος γίνεται κάτι περισσότερο από άνθρωπος — τη στιγμή που λειτουργεί ως καθρέφτης αλήθειας για τη Νόρα. Εκεί η ερμηνεία δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη.
– Πιστεύεις ότι ο χαρακτήρας συμπονά τη Νόρα ή τη δοκιμάζει;
Και τα δύο — και εδώ εντοπίζω τη μεγάλη τόλμη της δραματουργικής προσέγγισης. Ο Κρόγκσταντ τη δοκιμάζει σκληρά, αλλά μέσα από αυτή τη δοκιμασία η Νόρα βγαίνει δυνατότερη. Ως μεφιστοφελική μορφή, της δείχνει ότι κάθε αλλαγή έχει τίμημα. Της Ανάστασης προηγείται η Σταύρωση.
– Αν ο Κρόγκσταντ εκπροσωπεί τον πειρασμό, ο δικός του πειρασμός ποιος είναι;

Ο πειρασμός του μεφιστοφελικού Κρόγκσταντ είναι να πιστέψει ότι κατέχει την απόλυτη Αλήθεια. Πασχίζει — και αυτό σχεδόν δεν γίνεται αντιληπτό — να παραμείνει αντικειμενικός, να φωτίσει χωρίς να κρίνει. Όπως ο Μεφιστοφελής στον Γκαίτε δεν είναι απλά το Κακό αλλά «η δύναμη που πάντα θέλει το κακό και πάντα κάνει το καλό», έτσι κι ο Κρόγκσταντ κινείται στα όρια.
– Τι θα ήθελες να αισθανθεί το κοινό για τον ήρωα στο τέλος; Φόβο, κατανόηση, ταύτιση;
Θα χαιρόμουν αν το κοινό ένιωθε και τα τρία — φόβο, κατανόηση, ταύτιση. Γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ο χαρακτήρας έμεινε ανθρώπινος. Δεν είμαστε μόνο καλοί ή μόνο κακοί — όλοι έχουμε περάσει από τα ενδιάμεσα στάδια. Αν ο θεατής αναγνωρίσει κάτι δικό του στον Κρόγκσταντ, τότε κάτι έχει γίνει σωστά.
– Υπάρχει κάποια προσωπική σου εμπειρία που σε βοήθησε να κατανοήσεις καλύτερα τον χαρακτήρα;
Ο Κρόγκσταντ νιώθει κοινωνικός παρίας εξαιτίας ενός λάθους που διέπραξε — και ενώ φαινομενικά η κοινωνία τον έχει καταδικάσει, δυσκολεύεται ο ίδιος να το ξεπεράσει. Έχει βαθιά ανάγκη ν’ αγαπηθεί και να γίνει αποδεκτός — και η απουσία αυτής της αναγνώρισης τον οδηγεί στην εμπάθεια και τη μνησικακία. Τον καταλαβαίνω αυτόν τον άνθρωπο. Είναι μεγάλος ο πειρασμός να αποφύγω την κλισέ φράση «είμαστε τα λάθη μας» — αλλά στην πραγματικότητα την αγκαλιάζω.
Είμαστε το σύνολο των στιγμών, των παθών, των επιτυχιών, αλλά και των λαθών μας. Χρόνια ψυχοθεραπείας μ’ έφεραν σε αυτή τη συνειδητοποίηση: τα λάθη και οι αποτυχίες δεν μας ορίζουν αρνητικά — μας δίνουν εφόδια, αν τα δούμε με ειλικρίνεια. Αυτά ακριβώς τα εφόδια με βοήθησαν να πλησιάσω τον Κρόγκσταντ.
& Αναλυτικές πληροφορίες για την παράσταση Nora Hell’ s House ΕΔΩ
Του Κυριάκου Κουρουτσαβούρη, 9/3/2026






