“Η γέννηση ενός φασίστα η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου” του Νίκου Κούνδουρου είναι ένας μονόλογος που συνεχίζεται για 2η σεζόν στον Μικρό Κεραμεικό και ο πρωταγωνιστής του Νίκος Πανόπουλος μίλησε στο All4fun.
– Τι πραγματεύεται η παράσταση σας και τι βλέπουμε πάνω στη σκηνή;
Η ιστορία βασίζεται σ’ ένα πραγματικό γεγονός, ένα στυγερό έγκλημα που έγινε κατά την διάρκεια της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών και το έργο που ξετυλίγεται επί σκηνής είναι εμπνευσμένο από την ειδησεογραφία της εποχής και κυρίως τα πρακτικά της πολύκροτης δίκης που ακολούθησε και συντάραξε το πανελλήνιο. Ο Κούνδουρος τότε αυτοεξόριστος στο Λονδίνο, συγκλονίστηκε όχι μόνο από την στυγνή γυναικοκτονία από έναν χαφιέ, αλλά και από την ίδια την αινιγματική προσωπικότητα του νεαρού δολοφόνου, που ήταν μάλιστα και απόφοιτος της Νομικής και χαρακτηρίστηκε από γιατρούς, δικηγόρους, αστυνομία και δικαστές της τότε εποχής και ψυχασθενής και πανέξυπνος και “εξαιρετικά ικανός”. Αυτό που συμβαίνει σκηνικά, δεν περιγράφεται εύκολα, γιατί το θέατρο είναι παραστατική τέχνη και αναδημιουργείται ζωντανά κάθε φορά. Με λίγα λόγια όμως θα έλεγα ότι είναι ένα συνεχές “flash back”, από τον “παρόντα” χρόνο της δίκης στα προηγούμενα γεγονότα που οδήγησαν στον φόνο.
Δίνεται δηλαδή σχεδόν κινηματογραφικά όλη η ιστορία, μέχρι το τραγικό τέλος, σε μια ανατριχιαστική διαδρομή, όπου τίποτα δεν είναι προβλέψιμο, όλα μοιάζουν χειριστικοί ελιγμοί του ιδιοφυιούς αντι- ήρωα για να γλιτώσει την βαριά καταδίκη και ξαφνικά μοιάζει στιγμές – στιγμές ο ίδιος να είναι θύμα της εξουσίας η οποία βέβαια ενώ τον χρησιμοποίησε, ποτέ δεν πήρε το μέρος του. Το δε δραματικό κρεσέντο του έργου είναι από τα πιο συναρπαστικά αλλά και επικίνδυνα πιστεύω στο σύγχρονο ευρωπαικό θέατρο. Θα το παρομοίαζα με ένα βουνό γεμάτο απόκρυμνα μανοπάτια που πρέπει κάθε φορά ως Θεόφιλος Τσάφος να το ανεβαίνω…

– Γιατί θα πρότεινες σε κάποιον να δει το έργο σας;
Μέχρι να πέσω στο τέλος στο κενό κοιτώντας κατάματα το κοινό. Αυτό το είχα πει και στον ίδιο το Νίκο Κούνδουρο όταν τότε που πρωτοπαίχτηκε το έργο, είχε έρθει κρυφά στην γενική δοκιμή και μετά το φινάλε πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίγαμε… Οι αναμνήσεις που έχω από τον Κούνδουρο είναι πολύ συγκηνητικές, ερχόταν σε όλες τις παραστάσεις συγκινημένος, πολύτιμες στιγμές για μένα και νοιώθω απίστευτα τυχερός που πρόλαβα να τον γνωρίσω λίγα χρόνια πριν φύγει από την ζωή και μάλιστα να παίίξω το μοναδικό του θεατρικό έργο…
Πάνε 15 ολόκληρα χρόνια από τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο του Κούνδουρου (στο Θέατρο Άλεκτον και στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη το 2010-11). Με εμένα στον ρόλο του Θεόφιλου και σε σκηνοθεσία πάλι της Γιώτας Κουνδουράκη. Απο τότε όπως ξέρουμε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Στην ιστορία της χώρας αλλά και παγκόσμια. Πολιτικές αλλαγές, κοινωνικές αναταράξεις, πόλεμοι, τραγωδίες, επιδημίες, οικονομικές κρίσεις, μεταβολές σε πολλά επίπεδα, έχουν συμβεί σημεία και τέρατα. Αλλά και μέσα μας έχουμε όλοι αλλάξει δραματικά. Προσεγγίζοντας λοιπόν τον ίδιο ρόλο ύστερα από τόσα χρόνια, κι έχοντας περάσει πολύ πιο πριν από το ίδιο μονοπάτι, είναι πιστεύω μία σπάνια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσω την ερμηνεία του ρόλου.
Επανεξετάζοντας βασικά σημεία ήθους και ύφους, πιστεύω ότι στο τωρινό ανέβασμα, έχω πλέον την ωριμότητα και την πείρα ώστε να φανούν κι άλλες διαστάσεις στον πολύ απαιτητικό και πολυεπίπεδο αυτό ρόλο. Από τεχνικής και ψυχολογικής άποψης ο ρόλος είναι πρόκληση ούτως ή άλλως. Η διαχρονικότητα του έργου πετυχαίνει τον στόχο της για άλλη μια φορά, από την περασμένη χρονιά που ανέβηκε στην Αθήνα μέχρι φέτος, όπου κι αν πήγε η παράσταση απο Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Βόλο, Πάτρα, και πάλι Αθήνα, παντού συγκινεί. Μακάρι να κινεί και συνειδήσεις.
– Μίλησε μας για τον ρόλο σου και την αξία που προσδίδεις στο κείμενο!
Πρόκειται για την τραγωδία ενός ατόμου που έχτισε ένα ηθικό κελί μέσα στο οποίο φυλάκισε για πάντα τον εαυτό του. Ο Θεόφιλος Τσάφος, όπως και ο Κλερίτσι στον “Κομφορμίστα” του μυθιστορήματος του Alberto Moravia, δέχτηκε να απολέσει τα ατομικά του χαρακτηριστικά και να ενσωματωθεί με μια ιδεολογία προκειμένου να “ανήκει” κάπου. Στρατολογείται από την μυστική αστυνομία της εποχής της επταετούς χούντας και γίνεται άβουλο όργανο των σκοτεινών μηχανισμών του κράτους. Ως αντάλλαγμα της ακεραιότητάς του στο “καθήκον” θα χρειαστεί να φτάσει στο σημείο να σκοτώσε την κοπέλα του, τον άνθρωπο που αγάπησε όσο τίποτα άλλο. Υπάρχει δηλαδή ο έρωτας για την Καίτη, αλλά σαν ένα τραυματικό ερωτικό συμβάν, μία (στο μυαλό του?) προδοσία, η σύγκρουση ανάμεσα στον έρωτα και στο “χρέος” προς την πατρίδα όπως το έβλεπε εκείνος που τον οδήγησε στην παράνοια και μετέπειτα στο έγκλημα – στην τραγική κατάληξη.
Ως αντάλλαγμα της ακεραιότητάς του στο “καθήκον” θα χρειαστεί να σκοτώσει την κοπέλα του, τον άνθρωπο που αγάπησε όσο κανέναν άλλο. Η “Απολογία του Θεόφιλου Τσάφου” όπως ήταν ο αρχικός τίτλος του έργου του Νίκου Κούνδουρου, δεν αποτελεί απλά ένα ψυχολογικό πορτρέτο κάποιου ερωτευμένου δολοφόνου, ενός αδίστακτου χαφιέ, ή επικίνδυνου σχιζοφρενούς, ούτε ενός φανατισμένου ανθρώπου που μπορεί να φτάσει στα άκρα προκειμένου να ανήκει κάπου… Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΦΑΣΙΣΤΑ είναι κυρίως αυτό που χαρακτηρίστηκε και από τότε κριτικές όταν πρωτοανέβηκε στην Ελλάδα: Η Απολογία μια Εποχής. Θα έλεγα και το ψυχογράφημά της.
– Μίλησε μας για το πώς βίωσες τη συνεργασία σου με τον σκηνοθέτη και τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης;
Η συνεργασία ήταν απόλυτα αρμονική σε όλα τα επίπεδα. Με την Γιώτα Κουνδουράκη κατ’αρχήν, έχουμε δουλέψει στο παρελθόν σε δύο έργα: “Η απολογία του Θεόφιλου Τσάφου” του Νίκου Κούνουρου (2010-11) και “Θήλυ-Αnima-Devi”(2012-13), επιτυχίες και τα δύο. Άρα υπήρχε ήδη ένας κοινός κώδικας. Με γνώριζε αρκετά σαν ηθοποιό, τον τρόπο που δουλεύω κι εγώ εκείνη σαν σκηνοθέτη και την μέθοδό της. Άρα υπήρχε ήδη μια καλή βάση συνεργασίας. Η Γιώτα φτιάχνει πάνω σε κάθε έργο ένα δικό της ονειρικό σύμπαν κι εσύ καλείσαι να ενταχθείς σ’αυτό. Αν είσαι ευφυής ηθοποιός, ακολουθείς χωρίς δεύτερη σκέψη. Κι εκεί ανακαλύπτεις ότι τα όρια που εσύ ο ίδιος εξ’ αιτίας αυτού του δοτού, κλειστού σκηνικού σύμπαντος βαζεις στον εαυτό σου σχετικά με το ρόλο, είναι ακριβώς το πεδίο της ερμηνευτικής ελευθερίας που σου δίνει συτή η σκηνοθέτης.
Νομίζω ότι μαζί, δουλεύοντας λεπτομερώς από την αρχή πάνω στο ήδη εμπεδωμένο υλικό, πετύχαμε ένα πολύ ενδιαφέρον και σύγχρονο αποτέλεσμα που μιλάει κατευθείαν στην ψυχή. Όλοι δουλέψαμε σαν σε χορογραφία: Ο Νίκος Γιαβρόπουλος στην σκηνική επιμέλεια με τα μαγικά video art – ένας πραγματικός μέτρ του είδους, η Χριστίνα Φυλακτοπούλου στην φωτογράφιση και στον σχεδιασμό φωτισμού (είναι και με τους δυό η δεύτερη συνεργασία μου στο θέατρο). Ο Δημήτρης Σίνης στο σχεδιασμό κοστουμιού. Ο Νικόλας Παπουτσάκης με τις εκπληκτικές φωτογραφίας της παράστασης.
Ο Δημήτρης Αρβανίτης στον πολύ δύσκολο χειρισμό της τριπλής κονσόλας και όλοι μα όλοι οι συντελεστές, δημιουργήσαμε σ’αυτή την δουλειά με αγάπη κι αφοσίωση. Και βέβαια ο ίδιος ο παραγωγός μας ο Βασίλης Κωνσταντουλάκης του Θεάτρου Μικρός Κεραμεικός που αμέσως αγκάλιασε το όλο όραμα. Το αποτέλεσμα τολμώ να πω είναι πρωτοποριακό και πολύ υψηλού επιπέδου. Δύσκολο στην εκτέλεση αλλά συναρπαστικό το ταξίδι για όλους μας σε μία συνεργασία που νομίζω όλους μας εξέλιξε σημαντικά. Τους ευχαριστώ όλους πολύ έναν- ένα και μέσα απο την καρδιά μου γι’αυτή την εμπειρία ζωής.

– Πόσο σημαντική θεωρείς για σένα αυτήν τη δουλειά και ποιες είναι οι προσδοκίες σου συνολικά;
Aν μιλάμε για το θέατρο γενικά, είναι ό,τι πιο σημαντικό στην ζωή μου. Το θέατρο για μένα δεν είναι απλά και μόνο η δουλειά μου. Είναι τρόπος ζωής. Μέσα από τους ρόλους εξελίσσομαι, σίγουρα σαν καλλιτέχνης αλλά και σαν άνθρωπος. Ενδεικτικά, από τον Κωνσταντή στον Θεόφιλο κι απο κει στον Βάκχο, μετά στον Πωλ Σέντον, ύστερα στον Μπερνάρντο Γκούι, κι αργότερα στον Φιάκα κι απο εκεί στον Ρότζερ Κέισμεντ απο κεί στην Μάμα Ζάζα και πίσω πάλι τώρα, απο πέρσι που ξαναπαίζω τον Θεόφιλο και μετά ποιος ξέρει τι…. Ωριμάζω ναι, γνωρίζομαι με μένα, γίνομαι καλύτερος ίσως! Γνωρίζοντας τους ρόλους μαθαίνω περισσότερο και τον εαυτό μου… Αυτό τον άγνωστο! Δεν ξέρω…
Πάντως συμπονώντας όλους μου τους ρόλους ανεξαιρέτως, γιατί πρέπει να τους κατανοήσεις, όχι απαραίτητα να τους δικαιολογήσεις, να τους αγαπήσεις όμως, όποιοι κι αν είναι αυτοί, για να μπορέσεις να τους υποστηρίξεις πάνω στην σκηνή, μαθαίνεις να συμπονάς, να αγαπάς κάπως περισσότερο και τον εαυτό σου… Γιατί είμαστε αντιφατικοί οι άνθρωποι… Κι η ζωή δεν έχει μαύρο ή άσπρο. Όλοι είμαστε εν δυνάμει όλα. Ανάλογα με τις συνθήκες. Αυτό μου έχει μάθει το θέατρο.
Ο ίδιος ο τωρινός μου ρόλος, εκτός από τρομακτικά δύσκολος και απαιτητικός τεχνικά και ερμηνευτικά, είναι και μια συγκλονιστική δοκιμασία αλλά και ένα ριψοκίνδυνο ρίσκο για μένα. Ισορροπώ κάθε φορά σε ένα τεντωμένο σκοινί κυριολεκτικά πάνω στην σκηνή.
Φυσικά και μ’ έχει σημαδέψει, ο ρόλος σπάει κόκκαλα, τον έχω ξαναπαίξει τόσα χρόνια πριν και ουσιαστικά τώρα τα βάζω πάλι με τον εαυτό μου, καλούμαι να ξεπεράσω τα όριά μου και τον πήχη που έβαλα εγώ ο ίδιος σε μένα για την ερμηνεία του ίδιουψρόλου στο παρελθόν. Και να υπερπηδήσω τον ψηλό πήχη που θέτει από μόνο του το έργο, ο συγγραφέας, ο ίδιος ο ακραίος χαρακτήρας που ερμηνεύω.. Ναι, όλο αυτό λειτουργεί επίσης καθαρτικά στην ψυχή: την δική μου, με την λύτρωση που φέρνει η ολοκληρωτική απογύμνωση που απαιτείται για να ερμηνευτεί, και στους θεατές, η εμπειρία μιας συνάντησης όπως μέσα σε ένα παράξενο όνειρο όπου όλα μοιάζουν πολύ αληθινά και κάτι θέλουν να μας πουν… Γιατί αυτό δεν είναι η τέχνη του θέατρου;
Ένα κάλεσμα, σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, ένα ταξίδι μαζί με άλλους, σε άλλες ζωές και εμπειρίες, για να καταθέσεις την ψυχή σου μπροστά τους. Μια βαθιά εξομολόγηση μέσα από κάποιον άλλον που τελικά είσαι εσύ, μπας και σ’ αγαπήσουν. Κι ίσως αγαπήσουν λίγο περισσότερο τον εαυτό τους και κάποτε μπορέσουν και συμπονέσουν κάπως ο ένας τον άλλον. Έξω από διχόνοιες, συμπλέγματα, απωθημένα και φανατισμούς. Πιστεύω ότι αυτά που μας ενώνουν είναι πιο πολλά από αυτά που μας χωρίζουν. Και θέλω να πιστεύω ότι αυτό θα το συνειδητοποιήσουμε κάποτε… Ελπίζω στην τέχνη και στην αγάπη των ανθρώπων.




