20.8 C
Athens
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026
Αρχική ΣΤΗΛΕΣ V-Sam Ιστορίες ενός μάγκα 9

Ιστορίες ενός μάγκα 9

0
1667

Είπε κάποτε ένας σοφός γέροντας κάτω στο πέραμα που έπινε την μαύρη του και εμείς οι πιτσιρικάδες καθόμασταν και στήναμε τα ώτα μας για τις ιστορίες του, τα πιο όμορφα όνειρα είναι αυτά που ποτέ δεν αγγίξαμε! Τι μαλακίες μας λέει πάλι ο μπάρμπας! Σκέφτηκα εκείνη την στιγμή!

Αδελφέ; Είχε δίκιο ο γέροντας! Το γκλάβιασα αρκετά χρόνια μετά, καθώς στην εφηβεία το μόνο πράγμα που κάνεις είναι να κοροϊδεύεις, όχι να σπας την γκλάβα σου να καταλάβεις τι θέλει να πει! Ο παππούς ως γνωστόν διαθέτει την εμπειρία της ζωής και εσύ σα νιάτο έχεις την μαλακία της ζωής, σωστός; Δέκα με τόνο!

Γνώρισα πολλές γυναίκες στην ζωή μου άλλες καλές άλλες κακές και άλλες που τις αδίκησα ή με αδίκησαν! Πολλές αγάπησα, πολλές με αγάπησαν, όμως μια από αυτές όταν έρχεται στο μυαλό, αφήνει τέτοια γλυκά στο στόμα λες και έχω φάει γλυκό του κουταλιού!

Παύση να κάνουμε και μια διαφήμιση, από την ώρα που θα δεις αυτή την ιστορία της ζωής μου, σου προτείνω να πας να δεις στο μικρό θέατρο Κεραμικού την παράσταση, <<Απ’ την Αρχή μέχρι το Τέλος>>, το οποίο θα παίζεται μέχρι μέσα Δεκεμβρίου, στο προτείνω ανεπιφύλακτα, τώρα θα μου πεις πως το ξέρω μέσα από το κάγκελο. Απλό, ήρθαν και το έπαιξαν στη φυλακή και να σου πω κάτι αδελφάκι; Μίλησε στη καρδιά μου το άτιμο το έργο, πήγαινε και δε θα χάσεις. Τέλος διαφήμισης, πάμε στην ιστορία μας!

Ήταν ένα καλοκαιρινό πρωινό, μιας καλοκαιρινής μέρας, ενός καλοκαιρινού μήνα, του έτους 1977 όταν για πολλοστή φορά η κυρά Μαρία είχε ξεκινήσει την Χριστομάθεια για να με κάνει σωστό άνθρωπο της κοινωνίας! Καλή της ώρα εκεί που είναι! Από τα νεύρα σηκώθηκα και βγήκα έξω, καθότι κουβαλούσα στην πλάτη 360 μήνους ζωής και δεν γούσταρα να ακούω τα ίδια και τα ίδια, άραξα στο πλατύσκαλο τίγκα στα νεύρα, έβγαλα το πακέτο με τα τσιγάρα άναψα ένα δυνατό, ρούφηξα μια καλή και εκεί που άρχισα να καλμάρω, περνάει από μπροστά μου μια γυναίκα σκέτη ζάχαρη, ξέχασα και την Χριστομάθεια και την κυρά Μαρία και όλα, σαν υπνωτισμένος την πήρα στο κατόπι! Το τριπλομπούμπουκο έμενε τρία στενά παρακάτω!

Αμάν λαχταρά που έπαθα, από εκείνη τη στιγμή δε σκεπτόμουν τίποτα άλλο από το πώς θα την γνωρίσω. Έβαλα λυτούς και δεμένους να μάθουν το ποιόν της.

Δέσποινα 27 χρονών ελεύθερη από τα Γρεβενά, είχε έρθει με τους γονείς της στον Πειραιά διότι ο πατέρας της βρήκε δουλειά στο λιμάνι!

Τώρα εγώ μαγκιά από τις λίγες δε μπορούσε να μου ξεφύγει, έπρεπε να ρίξω δίχτυα στο σύντομο γιατί εκεί γύρω υπήρχαν πολλά κοράκια έτοιμα για πέσιμο.

Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχα και το καλύτερο όνομα, ήμουν γνωστός γυναικάς και ότι είχα τραβηχτικές με τα στρουμφ κάθε τόσο. Το κορίτσι ήταν κυρία με κ κεφάλαιο και δε σήκωνε η φτιάξη χύμα πέσιμο!

Το σκέφτηκα από εδώ το σκέφτηκα από εκεί, το πήγα και παραπέρα και το πόρισμα βγήκε, κόλπο έξυπνο δοκιμασμένο και πετυχημένο!

Έστησα καρτέρι με δυο φιλαράκια και όπως περνούσε ένα βράδυ από το πάρκο τους έστειλα να την κλέψουν! Αδελφέ μου να είσαι μπροστά να με χαρείς, πετάγομαι σα το σούπερμαν και τους αρχίζω σε κάτι καρατερίστικα να με βλέπει ο Μπρους Λι και να προσεύχεται μη πέσει στο διάβα μου! Δεν ήξεραν από τους ερχόντουσαν, το Δεσποινάκι; Σε μια γωνιά να στάζει ολόκληρο βλέποντας με να μάχομαι για το καλό της!

Για να το κάνω και πιο δραματικό τους είχα πει να μου δώσουν και κάνα δυο καλές, μετά έβγαλα μια κραυγή έδωσα το τελικό χτύπημα και εξαφανίστηκαν τρέχοντας στα στενά! Έπιασα την τσάντα της την πήγα και…

-Χτυπήσατε;

-Δεν είναι τίποτα!

-Μα εσείς έχετε δακρύσει.

-Ένα σκουπιδάκι μου μπήκε στο μάτι.

-Μα τι σκουπιδάκι ολόκληρη μπουνιά φάγατε.

-Το είδατε ε; Ορίστε η τσάντα σας.

-Ευχαριστώ, είστε πολύ καλός, κανείς δε θα έβαζε σε κίνδυνο την ζωή του.

-Είναι που δε μπορώ το άδικο! (Ούτε ο Κατράκης τέτοιο δράμα).

-Είστε πολύ καλός!

-Ο καλύτερος. (φτου μαλακία είπα)

-Ορίστε;

-Όχι τίποτα λέω εσείς είστε καλά;

-Ναι ναι. Δε ξέρω πώς να σας το ξεπληρώσω;

-Ξέρω εγώ! (Κάτσε να σε κάνω γλειφιτζούρι από πάνω μέχρι κάτω μωρή άρρωστη! ) Θα ήταν χαρά μου να σας κεράσω ένα καφέ μια μέρα!

-Δε πίνω καφέ!

– (Τόσο παρθένα;) Έστω πορτοκαλάδα!

Να σου το Σαββάτο το μεσημέρι κουστουμάκι ατσαλάκωτο, μαλλί μπριγιαντίνη, μουστάκι να μη φεύγει τρίχα στο χιλιοστό και να βρισκόμαστε στο πασαλιμάνι στου ….. να πίνουμε τα υγρά μας…. Εκείνη πορτοκαλάδα και εγώ καφέ ελληνικό βαρύ σκέτο! Που πήγε ο νους σου; Πονηρέ αναγνώστη.

Τι έπαθα όμως; Ενώ ήμουν γνωστός για την σπαρτιατική ψύχη, δε μπορούσα να βγάλω λέξη για τον έρωτα μου, την καψούρα μου, την τρέλα μου.

Να μη τα πολύ λέμε και κουράζουμε καθότι η κούραση είναι κάτι το άσχημο, περνούσε ο καιρός και το είχα ρίξει στο φιλικό από την δειλία μου, άσχετα που όταν πήγαινα σπίτι τραβούσα δυο με τρεις πιστολιές για πάρτη της, άμε, το λέω και δε ντρέπομαι!

Οι δε φίλοι; Με είχαν πάρει στο ψιλό, η κυρά Μαρία νόμιζε ότι πάλι είχα μπλέξει , άστα να πάνε πήγαινε η φτιάξη.

Το μόνο που σκεπτόμουν όταν ήμασταν χώρια ήταν πότε θα βρεθούμε να της τα πω και όταν βρισκόμασταν κοτόπουλο ο δικός σου! Μέχρι να την ξαναδώ έπεφτα στην κατάθλιψη.

Και μια μέρα έγινε το μεγάλο μπαμ, μου ανακοινώσε πως έπρεπε να μετακομίσει. Αμάν αδελφέ μου τι τούβλο ήταν αυτό; Έχασα τον κόσμο αλλά τι να έλεγα; Το κατάπια αμάσητο, βλέπεις με είχε πιάσει όπως είπαμε το κοκορίκο. Το μόνο που μου είπε ήταν πως όταν φτάσει θα μου γράψει.

Δε μου έγραψε ποτέ η μάλλον… πως τα φέρνει η ζωή ε; Δέκα χρόνια έπειτα βρήκα ένα γράμμα που είχε στείλει αλλά το βρήκε η κυρά Μαρία η οποία δε μου το έδωσε ποτέ. Ο λόγος; Δεν έμαθα ποτέ, μπορεί και να το ξέχασε, α ρε μάνα!

Τι έλεγε; Πως ήταν φουλ ερωτευμένη μαζί μου όμως την έβλεπα σαν φίλη και δεν άντεχε για αυτό μόλις εμφανίστηκε μια ευκαιρία να φύγει μακριά δε το σκέφτηκε λεπτό. Αν τυχόν την αγαπούσα είχε αφήσει τηλέφωνο πάνω να την πάρω.

Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξα στο τηλέφωνο και κάλεσα τον αριθμό, το σήκωσε η μητέρα της την ζήτησα, παύση, την ξαναζήτησα και τότε η μητέρα της ξέσπασε σε λυγμούς, το Δεσποινάκι αρρώστησε και πέθανε πριν ένα χρόνο. μου έπεσε το τηλέφωνο από τα χέρια. Έκανα να συνέλθω πάνω από 3 μήνες, πρώτη φορά στη ζωή μου που δεν είχα δύναμη ούτε να φωνάξω στην κυρά Μαρία, δε ξέρω γιατί αλλά δεν της είπα ποτέ τίποτα.

Από τότε όποτε μου έρχεται το Δεσποινάκι στο μυαλό είναι σα να την έχω δίπλα μου κα να βλέπω το χαμόγελο της, τα μάτια της , μπορεί να μην κάναμε έρωτα με τα κορμιά μας αλλά κάναμε κάθε μέρα με την ψυχή και το μυαλό μας!

Τότε εμφανιστήκαν στο μυαλό μου τα λόγια του σοφού γέροντα, τα πιο όμορφα όνειρα είναι αυτά που ποτέ δεν αγγίξαμε. Α ρε Δεσποινάκι και τι δε θα έδινα να γύριζα το χρόνο πίσω και να σου έλεγα το πόσο τρελά ερωτευμένος ήμουν και είμαι μαζί σου!

Ο χρόνος όμως δεν γυρίζει πίσω ούτε για ένα δευτερόλεπτο….

 

Ο μάγκας είναι ένας από όλους αυτούς τους ανώνυμους <<ήρωες>> που γεννηθήκαν σε μια φτωχογειτονιά του Πειραιά στα μέσα του 1940. Ένας από όλους αυτούς που για να επιβιώσει έπεσε στην αλητεία, την κλεψιά και την πονηρία, συνάμα όμως έμαθε την μπέσα, την τιμή και την αξία του λόγου. Τώρα που γέρασε μας αφηγείται μέσα από την φυλακή στιγμές από την ζωή του!

V-Sam

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ