20.8 C
Athens
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026
Αρχική ΣΤΗΛΕΣ V-Sam Ιστορίες ενός μάγκα 5

Ιστορίες ενός μάγκα 5

0
937

Α ρε άδικη κενωνία να με έχεις  μέσα και τους άλλους όξω. Δε θα έρθει η ώρα που θα βγω; Ε ρε και να έρθει η ώρα… πάλι μαλακία θα κάνω και θα με ξανά σιδερώσουνε. Το έχει δείξει η διαδρομή, που με έχανες που με έβρισκες ένα τριμηνάκι το χρόνο το περνούσα μετεκπαίδευση στη φυλακή. Φταίω όμως; Δε φταίω, βλέπεις η γειτονιά που μεγάλωσα είχε πρότυπο την τσογλανιά, την απατεωνιά, την κλοπή, πως θα μπορούσα να ξεφύγω από αυτό το βούρκο; Καθότι και διότι όταν μένεις κοντά στη Τρούμπα και είσαι πιτσιρίκος τι θα κάνεις; Θα το σκάσεις από το σπίτι να πας εκεί να δεις τι γίνεται, θα πας μια, θα πας δυο, θα πας τρεις και στο τέλος θα κολλήσεις. Έτσι κόλλησα και εγώ και έφτιαξα πάρε δώσε με δαύτους, καλά παιδιά, όλα και όλα καλά παιδιά αλλά λίγο ατίθασα.

Δε μετανιώνω για τίποτα, την ζωή την ρούφηξα την ήπια με τα όλα της και για αυτό κάθονται όλοι δίπλα μου προσοχή να ακουσουν τις ιστορίες μου. θα μου πεις τώρα, δηλαδή είσαι καλύτερα μέσα; Όχι δεν είμαι αλλά για ένα κούτελο ζούμε στην κενωνία άμα δε το έχεις καθαρό καλύτερα να πας να πνιγείς στην αλμυρή. Θα μου πεις πάλι, καλά πως είναι καθαρό με κλοπές, ξυλοδαρμούς, τσιγαριλίκια και τα τοιαύτα;

Μα αυτά ακριβώς μάνα μου καθαρίζουν το κούτελο, αυτά σε κάνουν άνθρωπο με άλφα κεφάλαιο, με λόγο και τιμή. Γιατί τι είναι η ζωή; Όχι σε ρωτάω τι είναι η ζωή για εμάς τους φτωχούς; Ένας καθημερινός αγώνας είναι πως θα ταρατσώσουμε το στομάχι μας άρα η παρανομία για εμάς είναι φυσικό ακόλουθο, έτσι και δεν την ακολουθήσεις πήρες το στραβό το δρόμο.

Αμάν τι έχω πάθει σήμερα και το έχω ρίξει στη φιλοσοφία; Φιλοσοφία είπα; Α ρε Σοφία, τι μου ήρθε τώρα στο μυαλό. Το Σοφάκι καλό κορίτσι, γκαρσονάκι στο καφενείο του Σώτου του Μπιρστούνη κάτω στην Τρούμπα στη Φίλωνος. Εκεί μέσα σύχναζαν όλες οι βαριές μαγκιές του Πειραιά.

Από τον Φώτη τον Μπουρλοτιέρη μέχρι τον Στρατή τον Χασιμούρη και από τον Πελοπίδα τον Τριώροφο μέχρι τον Τζανέτο τον Μανιάτη. Εκεί μέσα αδελφέ μου ήταν ναρκοπέδιο, έτσι και σε κοίταζε κάποιος έκανες την προσευχή σου να σε παρει γρήγορα ο Άγιος Πέτρος με την παρέα του. Το καφενείο είχε ένα κρυφό δωμάτιο που πήγαιναν τα καλόπαιδα και έπαιζαν πρέφα, κόκκαλο και πολλές φορές στο τέλος κατέληγε σε μαχαιρομαχία.

Εγώ τότε ήμουν στα 17 και επειδή είχα πιάσει το νόημα, ακούω, κοιτάζω, δε μιλάω δεν είχα πρόβλημα, με είχαν συμπαθήσει κιόλας και με αφήναν να κάτσω σε ένα τραπεζάκι στην γωνιά με το φίλο μου τον Αναστάση καλή του ώρα εκεί που είναι. Ελπίζω να έχει πει καμιά καλή κουβέντα στον Πέτρο για μένα, είπαμε τον Άγιο. Σε ένα καυγά το 89 σε κάποιο σκυλάδικο έβγαλε μαχαίρι να ξεπλύνει μια ντροπή που βγήκε να τον λερώσει, αλλά ο άλλος έβγαλε σιδερικό…    

Πάμε στο Σοφάκι, το Σοφάκι όπως το φώναζαν μόνο Σοφάκι δεν ήταν αλλά Σοφάρα. 38 χρονών έλεγε αλλά ήταν 45, 1,60 έλεγε αλλά ήταν 1,55 , 80 κιλά έλεγε αλλά ήταν 100 πλας και όταν λέω πλας εννοώ ΠΛΑΣ για ΠΛΑΣ, κοντό μαλλί αγορέ, μεγάλη μύτη, μικρά χείλια και δυο μελαγχολικά μάτια. Την αγαπούσαν όλοι εκεί μέσα ήταν ξήγα το Σοφάκι, δεν μιλούσε ποτέ για ό,τι έβλεπε και μάλιστα όποτε την είχαν τραβήξει στο μεταγωγών το έπαιζε άλαλο παπαγαλάκι και δεν άνοιξε ούτε μια φορά το στόμα της να δώσει ονόματα, έτσι κέρδισε με το σπαθί της τον σεβασμό όλων.

Το μόνο παράπονο που είχε το Σοφάκι ήταν ότι κάνεις δεν την ήθελε, ο πιο λιώμα εκεί μέσα άμα του την έπεφτε έκανε στροφή 180 μοιρών και έφευγε ξενερωμένος, καημό το είχε να βρει έναν άντρα να την βολέψει έστω και μια φορά. Βλέπεις ήταν τόσο άσχημη, που χιμπατζίνα δίπλα της ήταν top model αλλά από ψυχή μάλαμα, τα είπαμε αυτά.

Ένα βράδυ που είχα πάει και καθόμουν στην γωνιά μου κοζάροντας τους μάγκες να κλέβω συμπεριφορές με πλησιάζει ο Φώτης ο Μπουρλοτιέρης, αμάν αδελφέ μου κοπήκαν τα γόνατα, εδώ είμαστε λέω, κάτι θα έκανα και ήρθε η ώρα να πληρώσω. Σκέβρωσα από τον φόβο μου.

– Πιτσιρίκο πως πας;

– Καλά κύριε Φώτη.

– Ποιος ήρθε;

– Ποιος ήρθε;

– Λοιπόν, σπόρε μιας και σε έχει αποδεχτεί εδώ το ταράφι πρέπει να αποδείξεις ότι αξίζεις.

– Αξίζω κύριε.

– Φώτης.

– Αξίζω κύριε Φώτη.

– Σκέτο.

– Αξίζω κύριε Φώτη σκέτο.

– Φώτης ρε λέγομαι απλά Φώτης… που είσαι χωρίς το απλά, Φώτης μόνο Φώτης.

– Εντάξει Φώτη αξίζω.

– Αυτό το λες εσύ. Σοφάρα πιασε δυο κονιάκ.

Έρχεται η Σοφάρα με δυο κονιάκ με βάζει ο Φώτης να τσουγκρίσουμε και πάρ’ τα κάτω, άλλα δυο και αλλά δυο και άλλα δυο έφτασα 6 είχα γίνει αλοιφή δεν ήμουν καλομαθημένος ακόμα στο σπίρτο και με ζάλιζε.

– Τώρα μικρέ πάμε στο στάδιο δυο.

– Δη…λ…α…δ…η;

– Πάμε μέσα που παίζουν πρέφα.

– Δ..ε..ν έχω λε…….φ……τα.

– Προχώρα.

Μόλις μπήκαμε είχε καμιά δεκαριά μαγκιές που έριχναν τα κόκκαλα, ο καπνός από το τσιγάρο ήταν αποπνικτικός, δεν μας έδωσαν σημασία. Έβγαλε ο Φώτης ένα γάρο το άναψε και μου είπε να τραβήξω τέσσερεις βαθιές, στην πρώτη έβηχα σαν ρινόκερος γύρισαν όλοι και γελούσαν, στην τέταρτη είδα τον κύριο φαντάρο.

– Μικρέ πλέον είσαι έτοιμος να μπεις στο γκέζι.

– Μά…λι…τα φω…τ…η. (δε μπορούσα ούτε να μιλήσω)

– Τράβα στον απόπατο και περίμενε.

Αμάν ο κώλος μου σκέφτηκα, λες όμως όχι στον Φώτη τον Μπουρλοτιέρη; Άρχισα να λέω τα πατεριμόνια μου με την ελπίδα να εισακουστώ στον Κύριο με τον οποίο η αλήθεια είναι δεν είχαμε σχέσεις, δε του μιλούσα, δε μου μιλούσε.

Πήγα, μπορούσα να κάνω και αλλιώς; Από τη ζαλάδα περίμενα το τέλος μου, πίστευα ότι είχε έρθει η ώρα να με κάνουν κουδουνίστρα. Στο πεντάλεπτο ανοίγει η πόρτα με φόρα μπαίνει η Σοφάρα και πριν προλάβω να καταλάβω τι γίνεται έχει γδυθεί, με έχει γδύσει και με είχε βάλει μέσα της και όπως ήταν στενή η τουαλέτα δεν μπορούσα να πάρω ούτε ανάσα, το μόνο που θυμάμαι σαν τελευταία εικόνα είναι να κουνιέται πάνω κάτω με δύναμη όπου της ξέφυγε ένα βυζόμπαλο και μου ήρθε στο δόξα πατρί. Μετά… σκοτάδι.

Συνήλθα έρημος γυμνός με τον κώλο στο πάτωμα και το κεφάλι στη λεκάνη. Ω ρε ζημιά που είχα πάθει, ω ρε πως ένιωθα. Ντύθηκα βγήκα και άρχισαν οι μάγκες τα παλαμάκια για το ψυχικό που είχα κάνει, από την ντροπή μου έβαλα τα κλάματα και έφυγα.

Ορκίστηκα να μην ξαναπατήσω σ’ αυτό το καφενείο! Όλα και όλα με είχαν ντροπιάσει και αν και ήμουν πιτσιρίκος δεν της γούσταρα τις προσβολές, μπορεί να μην μπορούσα να τους στείλω στον άλλο κόσμο, αλλά εγώ εκεί μέσα ποτέ!

Συναντιόμασταν κρυφά όταν σχολούσε. Αδελφέ μου δε ντρέπομαι να το πω, έπεσα στην καψούρα της, μπορεί να είχε κάνα δυο πενήντα κιλά παραπάνω αλλά η καψούρα δε τα κοιτάζει αυτά. Ορκίστηκα πως θα την αδυνατίσω! Τελικά πήρε αλλά δέκα και με χώρισε αυτή.

Α ρε Σοφάρα καλή ώρα εκεί που είσαι και αν τύχει και διαβάζεις αυτές τις γραμμές να ξέρεις ότι αγάπησα κάθε κιλό που είχες πάνω σου, άντε γεια μας!

Ο μάγκας είναι ένας από όλους αυτούς τους ανώνυμους <<ήρωες>> που γεννηθήκαν σε μια φτωχογειτονιά του Πειραιά στα μέσα του 1940. Ένας από όλους αυτούς που για να επιβιώσει έπεσε στην αλητεία, την κλεψιά και την πονηρία, συνάμα όμως έμαθε την μπέσα, την τιμή και την αξία του λόγου. Τώρα που γέρασε μας αφηγείται μέσα από την φυλακή στιγμές από την ζωή του!

V-Sam

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ