
Έξι και μισή το πρωί.
Δεν ακούγεται τίποτα. Επικρατεί ακόμα το σκοτάδι. Στην απέναντι πολυκατοικία, στον τρίτο όροφο, μένει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Τα φώτα της κουζίνας είναι ανοιχτά. Τους βλέπω που κάθονται στο τραπέζι. Υποθέτω ότι θα πίνουν τον καφέ τους μαζί, γλυκά, ήσυχα. Άραγε να είναι αυτή μια στιγμή ευτυχίας;
Φτιάχνω το τσάι μου και αφουγκράζομαι τους ήχους γύρω μου. Πουλιά που ακόμα είναι εδώ, ένα απορριμματοφόρο, κάποιος κλείδωσε το αυτοκίνητό του. Όλες οι αισθήσεις μου σε λειτουργία. Μία γουλιά και το πρώτο τσιγάρο. Τέλη Νοέμβρη και έχει βάλει αυτές τις πρώτες ψύχρες, αυτές που σου λένε ότι η άνοιξη είναι ένα βήμα πιο κοντά. Ανακούφιση. Άραγε είναι αυτή μια στιγμή ευτυχίας;
Ξημερώνει. Αυτή η πνευματικότητα που έχει το τελευταίο σκοτάδι της καινούργιας μέρας, αρχίζει να χάνεται. Τώρα οι ήχοι είναι πιο έντονοι. Ο ουρανός είναι ροζ. Νεογέννητος. Έτοιμος να με ακολουθήσει σήμερα σε οτιδήποτε θέλω. Δύναμη γεννιέται ξαφνικά μέσα μου. Οι χτύποι μιας μακρινής καμπάνας μου λένε τι ώρα είναι. Άραγε είναι αυτή μια στιγμή εσωτερικής γαλήνης;
Η ώρα έχει πάει επτά και μισή.
Το φως είναι πια εκτυφλωτικό. Πετάω πάνω από τις πιτζάμες ένα μακρύ μπουφάν και κατεβαίνω στο φούρνο. Φτάνω στο ταμείο και καθώς περιμένω, ο φούρναρης ψιθυρίζει κάτι στη γυναίκα του, κατεβάζει για λίγο τη μάσκα και της δίνει ένα φιλί στο μέτωπο. Εκείνη του ανταποδίδει με χαμογελαστά μάτια. Άραγε να είναι να αυτή μια στιγμή ευτυχίας;
Γυρίζω σπίτι και κάθομαι στην ησυχία που υπάρχει ακόμα γύρω και σκέφτομαι. Σκέφτομαι πόσες στιγμές κάνουν ένα ολόκληρο. Πόσες στιγμές ευτυχίας κάνουν κάποιον γεμάτο. Τις αναγνωρίζουμε;
Τις βλέπουμε; Είναι για κάποιους από εμάς δεδομένες; Ένας πρωινός καφές με τον άνθρωπό σου, ένα φιλί, η γαλήνη στο σκοτάδι, το πρώτο τηλεφώνημα από τη φίλη σου, η καλημέρα του φούρναρη, μια καινούργια μέρα που άνοιξες και πάλι τα μάτια σου, η ζεστασιά μιας απρόσμενης αγκαλιάς.
Το ηλικιωμένο ζευγάρι είναι ακόμα στο τραπέζι. Χαμογελάω. Ο ουρανός έχει «ξυπνήσει» για τα καλά και εγώ σκέφτομαι ότι, σίγουρα, αν μη τι άλλο, αυτή είναι μια στιγμή ελπίδας.
Ηρώ Γκίζα





