21.4 C
Athens
Σάββατο, 18 Απριλίου, 2026
Αρχική ΣΤΗΛΕΣ Άρθρογραφίες Στο μυαλό σου και μια λίρα

Στο μυαλό σου και μια λίρα

0
2928

Μετά την πρώτη καραντίνα, παρατήρησα ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι που γνώριζα, απέκτησαν ενδιαφέρουσες «συνήθειες».

Και όταν λέω συνήθειες, σαφώς και δεν εννοώ γιόγκα, ζωγραφική, άρση βαρών ή πρωταθλητισμό στο ps4. Εννοώ τις άλλες, τις παρεμβατικές προς τρίτους, συνήθειες.

Βρέθηκα προ ημερών με μία παρέα τεσσάρων ατόμων (όταν ίσχυαν τα ανάλογα μέτρα, γιατί αν μη τι άλλο είμαι και νομοταγής) και όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που η συζήτηση άρχισε να αμφιταλαντεύεται μεταξύ ανακατασκευής κοσμημάτων και της μεγάλης ζήτησης των φο μπιζού.

Και ξάφνου, από το πουθενά, με “χτύπησε” η ερώτηση: «εσύ, λίρες έχεις;».

Κοίταξα τον άνθρωπο που με ρώτησε με ένα φανταστικό ερωτηματικό στο τρίτο μου μάτι.

«Ναι, έχω κάτι λίρες από την Κωνσταντινούπολη και κάτι άλλες αγγλικές από ένα ταξίδι που είχα πάει τον περασμένο αιώνα. Γιατί ρωτάς;».

«Δεν εννοώ αυτές τις λίρες», μου απαντάει και συνεχίζει: «εννοώ αν έχεις χρυσές λίρες».

Το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή κόλλησε. Αφενός γιατί δε ζω σε ταινία του 1958 με τίτλο «Η φτώχια θέλει καλοπέραση», να ψάχνω λίρες μέσα σε πίνακες και στρώματα και αφετέρου, ποιος ο λόγος ένας άνθρωπος να αναρωτιέται για κάτι τέτοιο.

Το ενδιαφέρον του έντονο στο να μάθει ποιοι από την παρέα έχουν ή δεν έχουν και η δικαιολογία της εμμονής του «έτσι μωρέ… συζήτηση να γίνεται».

«Α, εννοείς αυτές τις λίρες! Ναι, είχε η γιαγιά μου ένα μικρό σεντούκι» αποκρίνομαι, και τα μάτια του προς στιγμήν άστραψαν. «Και τι απέγιναν;» με ρωτάει με περισσή ανυπομονησία. «Τις έδωσε σε σένα;».

«Όχι», του απαντάω. «Η τελευταία της επιθυμία πριν πεθάνει ήταν να τη θάψουμε μαζί με αυτές. Είναι αυτό που λέμε… τις πήρε μαζί της».

Τα μάτια του άρχισαν να κάνουν υπολογισμούς και μαθηματικές εξισώσεις τρίτου βαθμού. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν μιλάω σοβαρά ή όχι.

«Έτσι ήταν η γιαγιά μου», του λέω, «περίεργη», και πλέον, περιμένω την πολυπόθητη ερώτηση σαν η έρημος το νερό, σαν ο ερωτευμένος το ταίρι του, σαν ο γύρος το τζατζίκι, αυτή που θα τερμάτιζε τη συζήτηση και θα έφθανε την καινούργια του «συνήθεια» σε άλλα επίπεδα απαραδεκτοσύνης. Και αυτή, εννοείται, ήρθε.

«Και η γιαγιά σου πού είναι θαμμένη;».

«Κάπου στο Αιγαίο πέλαγος», του απαντώ, μετά από μια μικρή, εκνευριστική παύση. «Η δεύτερή της επιθυμία ήταν να αποτεφρωθεί και οι στάχτες της να σκορπιστούν στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας. Ήταν ρομαντική ψυχή η γιαγιά».

Τα λόγια μου πόνεσαν τα μάτια του και πλέον είχαν δημιουργηθεί εκατομμύρια ερωτήσεις έτοιμες να ξεχυθούν.

Με ύφος σοβαρό και στεναχωρημένο, βγαλμένο από αλλοπρόσαλλο μεξικάνικο σίριαλ του λέω: «σε παρακαλώ… δε θα ήθελα να μιλήσω άλλο γι’ αυτό. Με στεναχωρεί».

Ο υποψήφιος τυμβωρύχος απεσύρθη βαθιά μέσα στην καρέκλα του και εγώ σκέφτηκα πόσο διαφορετικά θα αντιδρούσα αν αυτό το περιστατικό συνέβαινε στο κοντινό παρελθόν.

«Όλα γυρίζουν και όλα αλλάζουν» σκέφτηκα, και έτσι, ήπια μία ωραία, λαχταριστή γουλιά από τον ζεστό μου καφέ, στην υγειά της δικής μου καινούργιας… «συνήθειας».

Ηρώ Γκίζα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ