
Στη μετεφηβική μου εποχή, όταν είχα παραδοθεί ψυχή τε και σώματι στο μικρόβιο του συλλέκτη ελληνικών βινυλίων (κατάφερα και συγκέντρωσα τελικά γύρω στα 4.000), ήταν σχεδόν αδύνατο να μην παραδοθώ στα εξώφυλλα των δίσκων της. Όλα σχεδόν, σχεδιασμένα από τον υπέροχο χαράκτη Τάσσο, με λαϊκές μορφές-αγιογραφίες να σε κοιτούν στα μάτια.
Τα ρεμπέτικα της Σωτηρίας Μπέλλου, παντρεύονται και συστήνονται μέσα σε ένα υψηλό αισθητικό αποτύπωμα, αναδεικνύοντας την ιερότητα και το μεγαλείο της λαϊκής ψυχής. Και μόνο αυτή η υψηλή Τέχνη του Τάσσου, θα μπορούσε να αποδώσει με αυτήν την ακρίβεια και σαφήνεια το ύφος, το ήθος και τη σπουδαιότητα της Σωτηρίας Μπέλλου στην οικοδόμηση του λαϊκού πολιτισμού μας. Και η εικόνα του Γιάννη Τσαρούχη να υποκλίνεται χορεύοντας υποβασταζόμενος, στο μεγαλείο της.
Γιατί πρώτα απ’ όλα η Σωτηρία Μπέλλου αυτό υπήρξε από το 1921 που αντίκρισε το φως, μέχρι το 1997 που έφυγε, έχοντας χάσει τη φωνή της από καρκίνο του φάρυγγα: ο απλός, λαϊκός άνθρωπος με όλα τα συμμαρτυρούντα πάθη και λάθη του βίου του. Και ακριβώς, αυτή η αυθεντική λαϊκότητα ήταν που την ανέδειξε –ίσως και εν αγνοία της, σε κορυφαία ιέρεια του ελληνικού τραγουδιού. Μια περιδιάβαση στο βιβλίο-εξομολόγησή της στη Σοφία Αδαμίδου «Πότε ντόρτια, πότε εξάρες» (εκδ. Αγγελάκη), επιβεβαιώνει απλά και ξεκάθαρα αυτήν την αρμονική σύζευξη ψυχής και τραγουδιού στο πρόσωπό της.

Υπήρξε και κάτι άλλο η Σωτηρία Μπέλλου, εξίσου σπουδαίο, εξίσου μεγαλειώδες: υπήρξε αγωνίστρια της ζωής και του δίκιου. Χάρισε απλόχερα την ατίθαση ιδιοσυγκρασία της, στην ίδια τη ζωή, το σχεδόν παιδικό και γι’ αυτό απάλευτο πείσμα της στην υπεράσπιση της αλήθειας της. Ξεκινώντας από τα δικά της προσωπικά της «θέλω» μέχρι τα «μεγάλα και υψηλά» πανανθρώπινα ιδανικά και τους κοινωνικούς αγώνες η Σωτηρία Μπέλλου πάντα ύψωνε ανάστημα και μπόι.
Από τα παιδικά της χρόνια, ήταν ένα σωστό αγρίμι ανάμεσα στα πέντε αδέρφια της. Παιχνίδια με τα αγόρια, ψαλτήρι στην εκκλησία στο πλάι του ιερέα παππού, διασκέδαση στον κινηματογράφο (εκεί θα δει την Βέμπο στην «Προσφυγοπούλα» και θα της καρφωθεί η ιδέα να γίνει τραγουδίστρια), η μικρή Σωτηρία αρνείται το ρόλο του χαριτωμένου ναζιάρικου κοριτσιού.
Έφηβη, θα συγκρουσθεί με την οικογένειά της πολλές φορές, θα επιμείνει πεισματικά να μάθει κιθάρα και να ακολουθήσει το επάγγελμα της «πουτάνας», όπως αποκαλούσαν τις τραγουδίστριες οι γονείς της, για να παντρευτεί τελικά υποχρεωτικά θεωρώντας ότι έτσι αποδεσμεύεται από αυτούς. Θα πέσει θύμα κακομεταχείρισης από τον μέθυσο σύζυγό της, θα του ρίξει βιτριόλι, θα πάει φυλακή. Θα αποφυλακιστεί και στιγματισμένη από την τοπική κοινωνία θα πάρει το δρόμο για την Αθήνα, σε ένα τραίνο γεμάτο φαντάρους. Ήταν 29 Οκτώβρη 1940…
Και εκεί θα συναντηθεί με το ΕΑΜ. Οργανώνεται στην αντιστασιακή δράση, μετέχει σε γιάφκες, συμβάλλει σε συσσίτια, τραγουδάει σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, αγωνίζεται όχι μόνο για τη δική της επιβίωση, αλλά στρατευμένη πια στο όραμα για μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία. Θα συλληφθεί προδομένη από χαφιέ, θα βασανιστεί στο κολαστήριο της οδού Μέρλιν, θα φυλακιστεί. Γνωρίζεται με τον Χαρίλαο Φλωράκη (ο οποίος θα της κρατά το χέρι στο νοσοκομείο, μέχρι την τελευταία ανάσα της). Θα μετάσχει ενεργά στην μάχη της Καισαριανής στα Δεκεμβριανά, θα συλληφθεί αυτήν την φορά από ταγματασφαλίτες. Και πάλι φυλακή και πάλι βασανιστήρια. Αλλά και αργότερα, ελεύθερη πια, και από τη θέση της τραγουδίστριας στο πάλκο, δε θα δειλιάσει να αρνηθεί να τραγουδήσει «Του αητού ο γιος», τραγούδι που παρήγγειλαν Χίτες θαμώνες στο κέντρο που τραγουδούσε στο πλάι του Τσιτσάνη, για να την χλευάσουν.

«Έξι άτομα με βαράγανε στο πάλκο αλλά αυτό που με πόνεσε πιο πολύ ήταν που δεν σηκώθηκε ένας άντρας να με υπερασπιστεί»θα πει η ίδια για το περιστατικό που της κόστισε τελικά την ίδια της τη δουλειά και την επιβίωση: η Σωτηρία Μπέλλου δε θα βρει ξανά δουλειά στο τραγούδι. Θα πλένει σκάλες, θα δουλεύει αχθοφόρος στα λεωφορεία, θα πουλά στους δρόμους τσιγάρα. Θα κοιμάται σε παγκάκια. Θα νοσηλευτεί δύο φορές σε κλινική, μέχρι ο Πατσιφάς παρακινούμενος από τον Κώστα Καζάκο και τη Ρηνιώ Παπανικόλα θα της προτείνει να δισκογραφήσει. Αρνείται πεισματικά μέχρι που υποκύπτει, και περνάει με τη φωνή της στο βινύλιοόλο το ανθολόγιο του ρεμπέτικου. Και αργότερα θα συναντηθεί με τον Σαββόπουλο, για να ακολουθήσουν ο Μούτσης,ο Μαρκόπουλος, ο Ανδριόπουλος, ο Λάγιος χαρίζοντας τη φωνή της σε έντεχνες δημιουργίες. «Α, ρε Διονύση… μ’ έκανες να τραγουδάω…ποπ» θα πει χαριτολογώντας στον Σαββόπουλο.
Μέσα σε όλη αυτήν την έντονη ζωή, τον αγώνα για τον βιοπορισμό, η Σωτηρία Μπέλλου καθορίστηκε και από τα ίδια της τα πάθη. Απανωτά τσιγάρα, τζόγος, ζάρια, ξενύχτια, λέσχες. Ακόμα και τον έρωτα τον ζούσε στην απόλυτη υπερβολή του, αδιαφορώντας αν οι επιλογές της θεωρούνταν ανορθόδοξες από την κοινωνία. Αγάπες και έρωτας, σχεδόν μέχρι θανάτου, που οι απογοητεύσεις τους και οι πίκρες τους, την πείσμωναν ακόμα περισσότερο. Αντισυμβατική σε όλα της, αδιαφορούσε επιδεικτικά για κοινωνικά πρότυπα και στερεότυπα του σταρ-σύστεμ, φορώντας τα καλοσιδερωμένα αντρικά πουκάμισά της, την μακριά φούστα της και μιλώντας –φτύνοντας σχεδόν, την αλήθεια της.
Τα χιλιοτραγουδισμένα ρεμπέτικα στο αθυρόστομο στόμα της, απέκτησαν μια άλλη τριαδική θαρρείς υπόσταση, μια απόκοσμη βυζαντινή φωτοσκίαση. Το φιλότιμο, η λεβεντιά και η ανδριοσύνη, ιδιότητες που αποδίδονταν –ακόμα και σήμερα- αποκλειστικά σε άντρες, πήραν σάρκα και οστά μέσα από τη δική της γυναικεία φύση. Η δωρικότητα της φωνής της, η «ντομπροσύνη» του χαρακτήρα της, η επαναστατικότητα της ύψωσαν ένα μπόι παραπάνω ό,τι τραγούδησε.

Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» άστραψε και βρόντηξε, «Ο απόκληρος» απέκτησε το βάρος του εθνικού ύμνου μιας ολόκληρης γενιάς, το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» έλαμψε, ο «Αλήτης» μετατράπηκε σε τίτλο τιμής, «Ο αητός χωρίς φτερά» πέταξε πέρα από τον ορίζοντα.
Η ίδια η ζωή της, η πάντα στα όρια και στην «αποκοτιά» χτισμένη, πέρασε μέσα στις λέξεις και στις νότες των τραγουδιών προσδίδοντας τους, τη λαϊκή Αξιοπρέπεια, ενός τυραννισμένου κόσμου.
Αυτήν την Αξιοπρέπεια, αυτό το μυσταγωγικό εγκώμιο στα βάσανα του Ανθρώπου που σαν θυμιατό η φωνή της διέχεε στον αέρα, έκανε και έντεχνους δημιουργούς να της εμπιστεύονται τραγούδια που θα αποδειχθούν ορόσημα όχι μόνο στην καριέρα τους, αλλά στο πολιτιστικό γίγνεσθαι αυτής της χώρας.

Ποιος δεν παρασύρθηκε από τ’ «Αεροπλάνα και Βαπόρια», δεν πήγε μια βόλτα στα «Λαϊκά Προάστια», δεν την ακολούθησε υπνωτισμένος θαρρείς στην «Πλατεία Βάθης», δεν σκούπισε παρηγορητικά το δάκρυ του όταν του ψιθύρισε «Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει», δεν πείσμωσε στην συνειδητοποίηση του «ή ο Θεός θα’ ναι άδικος ή θα΄ναι ο κόσμος σκάρτος», δεν κράτησε μαζί της «κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα», δεν έβγαλε σκληρό μεροκάματο στην «Φάμπρικα».
Η Σωτηρία Μπέλλου, τραγούδησε σαν σε εγκώμιο, όλα τα ανθρώπινα. Τα ανθρώπινα που είναι μεγάλα. Τραγούδησε για την τάξη της, για αυτήν που αγωνίστηκε, γι’ αυτήν που ύψωσε ανάστημα, γι’ αυτήν που έκανε γλέντι και χαρά τον αναστεναγμό της. Και παρέμεινε μέχρι τέλους συνεπής: στα πάθη της, στα λάθη της, στο πείσμα της, στις ιδέες της, στην ξεροκεφαλιά της. Και για όλα αυτά, γι’ αυτήν την αυθεντική προσήλωσή της, η Εικόνα της θα βρίσκεται πάντα τοποθετημένη στο ναό του «Άη Λαού».
Η μοναδική προσωπική επαφή που είχα με την Σωτηρία Μπέλλου ήταν λίγα χρόνια πριν πεθάνει, όταν στην πλατεία του Θησείου που έπινα καφέ με παρέα, περνούσε από τραπέζι σε τραπέζι, πουλώντας κασέτες με τραγούδια της τοποθετημένες σε ένα ψάθινο καλάθι. Περαστική κι αμίλητη, σχεδόν. Κι απ’ τη ζωή –ήδη-φευγάτη….
Κώστας Β.Ζήσης, 30/9/2020





