34.8 C
Athens
Σάββατο, 20 Ιουλίου, 2024

Τα πουλιά

Είπανε, θα μεταναστεύαμε λέει σε χώρες θερμότερες, πότε το είπανε και ποιοί δεν έμαθα, τίποτε δεν μπόρεσα να μάθω με σιγουριά μέχρι τώρα, όλα όσα ήξερα άλλοι μου τα λέγανε κι αυτοί λέει τα μαθαίνανε απο τους «απο πάνω». Αναρωτήθηκα πολλές φορές ποιοί να ήταν εκείνοι οι «απο πάνω». Κοιτούσα πάνω απο το κεφάλι μου εκείνα τα άτρωτα σύννεφα τα πολύ λευκά και ξεθωριασμένα στις άκρες μέσα στα οποία μου άρεσε ενίοτε να χάνομαι και να πετάω αόρατος με περισσότερο κόπο λόγω της πύκνωσης του αέρα αλλά χαλάλι. Πιο πάνω απο εκείνο το «απο πάνω» δεν μπορούσα να διανοηθώ.
Όπως και να ‘χει σε θερμότερες χώρες εμείς πάντως δεν πήγαμε… Μείναμε εκεί στην πλατεία. Εγώ με τους άλλους, οι άλλοι με εμένα. Εγώ προτιμούσα να πετάω μόνος βέβαια, όσο ψηλότερα μπορώ, οι άλλοι γελούν, με κοροϊδεύουν νομίζω, λένε «ποιός νομίζεις οτι είσαι;» κι άλλα τέτοια… Εγώ όπως και να ‘χει όμως δε νομίζω τίποτα, απλώς έτσι μου αρέσει στα ψηλά να πετάω γιατί κάνει περισσότερο κρύο κι ευγνωμονώ τους «απο πάνω» που δεν μας ανάγκασαν τελικά να πάμε σε χώρες θερμότερες. Εκείνοι όμως ιδέα δεν έχουν για το τι σκέφτομαι εγώ και γελάνε μαζί μου και με λένε κρυφά πίσω απο την πλάτη μου «χαζό».
Δεν είναι κάτι που με ενοχλεί, μα κάθε φορά που πάω να μιλήσω μαζί τους μπαίνει ετούτη η λέξη ανάμεσα και τα χαλάει όλα μου τα λόγια, και αισθάνομαι κάπως μακρινός, κάπως σα να μην ακούγομαι, κάπως ξένος. Όπως και να ‘χει προτιμότερο να πετάω ψηλά και να αποφεύγω τις πολλές κουβέντες. Τόσο τις αποφεύγω μάλιστα που μου φάνηκε κάποτε πως ξέχασα σχεδόν να μιλάω.
28642669_1549290091856212_1916134660_o.jpg
Ρίχνω τότε μια ματιά εκεί κάτω, τα φτερά τους όλα μαζί, τα ράμφη τους τσιμπολογούν το έδαφος, μου φέρνουν ναυτία λέω «δεν τους έχω ανάγκη» έτσι νομίζω. Έρχεται τότε ο πρεσβύτερος μου λέει «οι απο πάνω αποφάσισαν πως πρέπει πλέον να πετάμε χαμηλά» «γιατί;» ρωτάω και φαίνεται να χάνει την υπομονή του «πέτα χαμηλά, δεν υπάρχει γιατί». Κι έτσι πετάω κι εγώ χαμηλά, ιδρώνω μέσα στα φτερά μου, λέω δεν έπρεπε να τον ακούσεις, σε ποιόν μιλάω, στους απο πάνω ή σε εμένα τον ίδιο, κι αν λέω, αν είμαι εγώ οι απο πάνω και δεν το ξέρω; ούτε κι εκείνοι το ξέρουν όμως συνεπώς «πέτα χαμηλά και μη ρωτάς».
Οι άνθρωποι σκύβουν τα κεφάλια, γυναίκες τσιρίζουν, πολύ μου αρέσει αυτό, να κάνω τους ανθρώπους να σαστίζουνε, τους βγάζει απο τη ρουτίνα, τα πρόσωπα τους αλλοιώνονται, δείχνουν αλλιώτικοι απο εκείνο που συνήθισαν. Τα παιδιά γελάνε. Εγώ όμως τα φοβάμαι τα παιδιά. Μια φορά μου είχαν δέσει τα πόδια με ένα σπάγγο. Με διώχνανε ύστερα κάτι μεγάλοι όμως εγώ δεν μπορούσα να πετάξω, δεν ξέρω γιατί, θα μου πεις τα πόδια σου είχαν δέσει όχι τα φτερά σου, όμως εγώ και πάλι δεν μπορούσα. Τα παιδιά εκείνων των ανθρώπων είναι σκληρά, υπήρχαν όμως και κάτι άλλα παιδιά, έβρεχε και πατούσαν ξυπόλητα κι είχανε κάτι φωνές πιο παράξενες, πιο δυνατές απο τον άλλων παιδιών, κι ένα απο εκείνα ήρθε κι έκοψε την κλωστή και πέταξα πάλι.
Ευτυχώς γιατί είχα αρχίσει να δυσκολεύομαι στο θέμα της τροφής. Στριφογυρνούσα στις πλατείες, σε εκείνα τα τραπέζια που κάθονται οι άνθρωποι και τρώνε καμιά φορά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον αλλά ποτέ κατά πρόσωπο, προσποιούμενοι κάπως πως δεν υπάρχουν άλλοι απο αυτούς στον κόσμο, και περίμενα να πέσει σε κανέναν η μπουκιά απο το στόμα και να την πιάσω με το ράμφος μου.
Το μοναδικό που μου είχε απομείνει πια. Κανείς δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι τρώνε τα περιστέρια. Οι άνθρωποι μας σιχαίνονται, μας διώχνουν απο τα μπαλκόνια και τις αυλές. «τρώνε» λένε «απόδειξη οι κουτσουλιές. Θα πει πως τρώνε κάτι» κι ούτε ψίχουλο δε μας ρίχνουν κι ας τους περισσεύει, δεν είμαστε λευκά εμείς όπως εκείνα τα πουλιά των προαστίων, λέει, γι’αυτό, δεν τους αρέσουμε. Τα σπουργίτια τα αγαπούν, εμείς όμως με την ανυπόκριτη μας εμφάνιση δείχνουμε κάπως αποκρουστικοί. «τα ίδια μυαλά με εμάς κουβαλάνε τα σπουργίτια» φωνάζω στη γλώσσα μου όμως δεν ξέρουν να με ακούσουν. Στην πραγματικότητα δεν αναρωτιούνται καν τι μπορεί να λέω, δεν αναρωτιούνται πώς τρέφομαι, πώς κοιμάμαι, χρειάζομαι ένα δέντρο, ένα ψηλό δέντρο λέω για να κουρνιάσω κι εκείνοι τα ‘χουν κόψει όλα. Έτσι κουρνιάζω καμιά φορά σε τίποτα κεραίες, σε στέγες και σε μπαλκόνια, αθέατος την ώρα που απο μέσα αναβοσβήνουν κάτι αλλόκοτα παγωμένα φώτα, μάλλον τηλεόρασης δεν παίρνω κι όρκο.
28534684_1549277931857428_1536449632_n.jpg
Εκείνος όμως δεν μοιάζει σε κανέναν απο όσους έχω δει. Δεν είναι ούτε παιδί ούτε μεγάλος, φοράει κάτι φθαρμένα παπούτσια, πραγματικά φθαρμένα, φαίνονται οι κάλτσες απο μέσα, κι ένα μεγάλο παλτό φθαρμένο κι αυτό με τεράστιες τσέπες. Έχει όμως πάντοτε ψωμί σε εκείνες τις τσέπες. Δεν το κρατάει για τον εαυτό του. Το παίρνει στις χούφτες του, το κάνει τρίμματα, το πλάθει σε σχήμα στρογγυλό και το πετάει στις πλάκες, για εμάς το πετάει μα ντρέπεται τους ανθρώπους και κάνει τάχα πως του έπεσε κατά λάθος. Καμιά φορά, κι αυτό μου κάνει πάντα ιδιαίτερη εντύπωση, τελειώνει το ψωμί κι αυτός δεν έχει χρήματα να πάρει άλλο, τότε ρίχνει τα εναπομείναντα σουσάμια που ανακαλύπτει με κόπο στην φόδρα της τσέπης του.
Όταν τελειώσει κι αυτό κοιτάζει γύρω σαν χαμένος, ο ήλιος γυαλίζει μέσα στα βαθιά χωμένα μάτια του, βλέπεις πως δεν ξέρει πια τι να κάνει, δείχνει απελπισμένος, ανοίγει τότε το βαρύ παλτό του, ανοίγει και το πουκάμισο, χώνει το χέρι κάπως πιο βαθιά, εμείς εκεί δε βλέπουμε, βγάζει την καρδιά του, την κάνει τρίμματα, την πλάθει στην παλάμη του, ανάμεσα στα δάχτυλα του και μας την ταϊζει πετώντας την στις πλάκες τις πλατείας, τάχα αφηρημένα, τάχα σα να του γλίστρησε απο τα χέρια, επειδή ντρέπεται.
Της Αγγελίνας Κλαυδιανού, 1/3/2018

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα