“Εντάξει Σωτηρία” μου’ πε ο Χρήστος. Όλοι οι άλλοι πέσανε να με φάνε. Εμένα μ’ ένοιαζε που ο Χρήστος είπε εντάξει…”
Βγαίνοντας από το Θέατρο Από Μηχανής μετά τη Σωτηρία, αυτό που μου είχε μείνει δεν ήταν μόνο η εικόνα, αλλά κυρίως μια αίσθηση. Κάτι σαν βάρος στο στήθος, όχι ασήκωτο, αλλά επίμονο. Κι αυτή η αίσθηση είχε τη μορφή της Μαρίας Παρασύρη πάνω στη σκηνή.

Η «Σωτηρία», βασισμένη στη συλλογή διηγημάτων της Χαράς Ρόμβη, μεταφέρει στη σκηνή έναν κόσμο οικείο και ταυτόχρονα σπαρακτικά μακρινό: την Ελλάδα της δεκαετίας του ’80, τότε που η καθημερινότητα διαμορφωνόταν μέσα από μια διαρκή πάλη ανάμεσα στη μικρή ιδιωτική ζωή, την επαρχία αλλά και τις μεγάλες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές. Η ηρωίδα της Μαρίας Παρασύρη εισβάλλει στην κυριολεξία στο σουπερμάρκετ που βρισκόμαστε και παραληρώντας από την υπεραφθονία των επιλογών της και το καταναλωτικό της ντελίριο – το καθημερινό της “γλεντάκι”, όπως η ίδια εξομολογείται αργότερα – κλείνεται άθελά της μέσα στο κατάστημα και συναντά.. το σκοτάδι.
Το σκοτάδι της σκηνής έρχεται σιγά σιγά μέσα από την αφήγησή της να αναδείξει το σκοτάδι της ψυχής της. Αυτό που φοβάται να αντικρίσει μπροστά της, την πατρική καταπίεση, τις στερεοτυπικές επιλογές της, τη μοναξιά, τις ενοχές, έναν χαμένο έρωτα, την επανάστασή της (ή όχι;), το πληγωμένο “μέσα” της που το κοιμίζει ο υπερκαταναλωτισμός της.

Το υλικό της Ρόμβη, με τη λεπτή παρατήρηση και την άδολη ανθρωποκεντρική του ματιά, πλάθεται δραματουργικά στα χέρια του Θανάση Δόβρη που καταφέρνει όχι μόνο να αναπαράγει απλώς μια εποχή, αλλά την ανακαλεί με συναίσθηση, τρυφερότητα και λεπτομέρεια. Ο τρόπος που χειρίζεται τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της ηρωίδας και την απλότητα της δράσης δημιουργεί μια παράσταση που λειτουργεί σαν εξομολόγηση χωρίς θεατρινισμούς.
Στον κεντρικό άξονα της παράστασης βρίσκεται η ερμηνεία της Μαρίας Παρασύρη, η οποία ενσαρκώνει τη Σωτηρία με μια σπάνια ισορροπία ωριμότητας, αυθεντικής λαϊκότητας κι άγουρης ευαισθησίας. Η ηρωίδα της δεν είναι μια γυναίκα-σύμβολο, αλλά ένας ζωντανός άνθρωπος με τρεμούλες, πόθους, φόβους, κλάματα και κραυγές. Μια ύπαρξη που προσπαθεί να σταθεί μέσα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται γρηγορότερα από όσο μπορεί να τον συλλάβει. Καταδυόμαστε στον ψυχισμό μιας γυναίκας εγκλωβισμένης ανάμεσα στη μνήμη, την απώλεια και την αδιόρατη ελπίδα της λύτρωσης.

Η ηθοποιός οικοδομεί τον ρόλο της μέσα από μια συσπειρωμένη σωματικότητα, σαν να φέρει το βάρος μιας εμπειρίας που δεν έχει ειπωθεί ποτέ ολοκληρωτικά· οι κινήσεις της φέρουν την αμηχανία και την κόπωση μιας ύπαρξης που επιβιώνει περισσότερο παρά ζει. Οι παύσεις και οι τονικές μεταβολές της φωνής της, οι εκρήξεις της και το αυθεντικό λαϊκό τραγούδισμα λειτουργούν ως ρωγμές μέσα από τις οποίες αναδύεται το τραύμα της ηρωίδας. Δεν επιδιώκει τη συναισθηματική κορύφωση· την υπονοεί. Και ακριβώς γι’ αυτό, η συγκίνηση που προκαλεί είναι διαρκής και υπόγεια.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η σχέση της με τον χρόνο της αφήγησης. Μοιάζει να κινείται ταυτόχρονα στο παρόν της σκηνής και στο παρελθόν της μνήμης, χωρίς σαφή όρια μεταξύ τους. Η «Σωτηρία» της δεν αφηγείται απλώς την ιστορία της· την ξαναζεί μπροστά μας, με τρόπο αποσπασματικό, σαν θραύσματα σκέψεων που επιμένουν, όπως το “όνειρο” που μεταφέρθηκε με ένα πρωτότυπο σκηνοθετικό εύρημα.

Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα πως δεν υποδυόταν έναν ρόλο, αλλά άφηνε να φανούν μικρές ρωγμές από μια ζωή που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε ζωή. Η ζωή της μάνας μου, της γιαγιάς μου, η δική μου. Ένα βλέμμα που καθυστερούσε λίγο παραπάνω, μια παύση που έμοιαζε με ανάσα που δεν έβγαινε ποτέ ολοκληρωτικά. Εκεί, σε αυτές τις παύσεις, ένιωθα ότι χωρούσε όλη η ιστορία της Σωτηρίας. Η ερμηνεία της δεν ζητούσε να την προσέξεις· σε καλούσε να τη νιώσεις.
Κι έτσι ήρθε η συγκίνηση. Χωρίς προειδοποίηση, ήσυχα, σχεδόν ντροπαλά, όπως έρχονται οι αναμνήσεις που δεν έχουμε συμφιλιωθεί ακόμη μαζί τους.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο σκηνικό σύμπαν της παράστασης. Η σκηνογράφος Αλέγια Παπαγεωργίου χτίζει έναν χώρο βγαλμένο από τη δεκαετία του ’80 μέσα από υφές, χρώματα και αντικείμενα που μοιάζουν να κουβαλούν τον χρόνο στις άκρες τους. Από τις ταμπέλες των διαφημίσεων που στολίζουν το “σουπερμάρκετ”, το ψυγείο, η τηλεόραση και τα καρότσια ακόμα και τα τσόκαρα της Σωτηρίας. Είναι ένας μικρόκοσμος ανάμεσα στο πραγματικό και το μνημονικό. Η κορύφωση έρχεται στο «κοστούμι» της ηρωίδας στο τέλος—ένα εικαστικό εύρημα που λειτουργεί σχεδόν σαν σχόλιο για το βάρος που κουβαλά και για την ανάγκη απελευθέρωσης. Το κοστούμι γίνεται όχι απλώς φορεσιά, αλλά αποτύπωμα εσωτερικής μετάβασης.

Αξιοπρόσεκτο στοιχείο της παράστασης είναι και το ηχητικό υλικό που ακούγεται από την τηλεόραση της εποχής: ειδήσεις για τις συγκοινωνίες, τον τότε ελληνικό σιδηρόδρομο, αλλά και για τον πόλεμο στη Βηρυτό. Οι αποσπασματικές αυτές φωνές λειτουργούν σαν ένας εξωτερικός χρόνος που εισβάλλει διαρκώς στον μικρόκοσμο της Σωτηρίας. Μας υπενθυμίζουν ότι οι ζωές των ανθρώπων –όσα χρόνια κι αν περάσουν– είναι ανεξίτηλα συνδεδεμένες με τα λάθη του παρελθόντος και δείχνουν πως η ιστορία που περιβάλλει τους ήρωες τραγικά επαναλαμβάνεται.
Η «Σωτηρία» είναι μια παράσταση που δεν ισορροπεί απλώς ανάμεσα σε κωμικό και δραματικό — τα καταργεί: το ένα γίνεται συνέχεια του άλλου. Με σκηνοθετική τόλμη και υποκριτική ειλικρίνεια, η Μαρία Παρασύρη και ο Θανάσης Δόβρης καταφέρνουν να φτιάξουν ένα έργο που συγκινεί, προβληματίζει και — τέλος — θυμίζει ότι η «σωτηρία» δεν είναι απαραίτητα μια μεγάλη κάθαρση, αλλά συχνά μια σιωπηλή, προσωπική αναμέτρηση.
Μπράβο που επέστρεψε για μια ακόμη σειρά παραστάσεων μετά το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου γιατί της άξιζε της Σωτηρίας να την απολαύσουμε ξανά στη σκηνή.
Της Δώρας Μπαρουτάκη, 13/12/2025
Πληροφορίες για την παράσταση ΕΔΩ


