
Πάντοτε αξιοπρεπής, διακριτικός και ευγενής, χρησιμοποιούσε τη δημοσιότητα μόνο για να προσφέρει έργο. Ένιωθε πάντα καλά με το να δίνει, αλλά ερχόταν σε πολύ δύσκολη θέση όταν έπαιρνε. Σεμνός και μετριόφρων σε σημείο άγνοιας, που καθήλωνε: «Δουλεύω με το ένστικτο, δεν έχω κανένα ταλέντο, μόνο αυτή τη φάτσα. Εδώ είναι αποτυπωμένη όλη η μιζέρια, όλη η δυστυχία, όλος ο πόνος του ασήμαντου Έλληνα».
Ευσυγκίνητος στις εκφράσεις αγάπης του κόσμου. Αυτοδίδακτος και σπουδαίος γιατί δεν μπήκε ποτέ σε κανένα καλούπι. Ίσως κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται με μια αποστολή. Ήρθε να χαρίσει το γέλιο σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Έφυγε από μια Ελλάδα που καταρρέει. Είχε πει: «Στα δικά μου χρόνια πεινούσαμε, αλλά ονειρευόμασταν και το ξεχνούσαμε!»
Είχε παίξει σε 126 ταινίες, πρωταγωνιστής στις 52, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής στις 7. Ήταν μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και του Σωματείου Παραγωγών. Δεν είχε κάνει σπουδές υποκριτικής. Ποτέ δεν πήγε σε σχολή. Υποδειγματικός οικογενειάρχης, αγαπητός σε όλους, αυθεντικός και ανθρώπινος. Γι’ αυτό, πέρα από το πολύπλευρο ταλέντο του, πέρα από τις διακρίσεις και τις τιμές, όλοι έχουν την ίδια, απλή, μα τόσο γεμάτη και ειλικρινή φράση, όπως ακριβώς ήταν κι εκείνος, για να τον περιγράψουν. Ένας καλός άνθρωπος.
Οικογένεια Βέγγου
Όλα αρχίζουν στις 29 Μαΐου του 1927, στον Πειραιά, στο Νέο Φάληρο. Ο Βασίλης και η Ευδοκία Βέγγου, φέρνουν στον κόσμο τον άνθρωπο που θα χαρίζει για πολλά χρόνια στους Έλληνες ένα μεγάλο αγαθό. Το γέλιο.
Ο πατέρας του, πίσω από τη συμβατική δημοσιοϋπαλληλική ζωή του, στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού, έκρυβε έναν ήρωα της αντίστασης. Τα πολιτικά του φρονήματα ήταν και αυτά που τον έκαναν να χάσει τη δουλειά του, λόγω της συμμετοχής του στην ιστορική Μάχη της Ηλεκτρικής. Αμέσως τα οικονομικά της οικογένειας Βέγγου, αντιμετώπισαν σοβαρό πρόβλημα και έτσι, ο νεαρός Θανάσης, βγαίνει στον αγώνα της επιβίωσης. Ασχολήθηκε με πολλά επαγγέλματα, από επεξεργασία δερμάτων, μέχρι μικροθελήματα που έκανε μέσα στη γειτονιά του, για να εξασφαλίσει το μεροκάματο.
1948-1950: Η εξορία στη Μακρόνησο και η γνωριμία-κλειδί με τον Κούνδουρο
Τα χρόνια 1948-1950 εξορίστηκε στη Μακρόνησο, όπου υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία μαζί με χιλιάδες άλλους φαντάρους και πολίτες με αριστερές ιδέες. Για άλλη μια φορά τα πολιτικά φρονήματα του πατέρα του τον «τιμωρούν».
Μέσα στο σκοτάδι της Μακρονήσου, όμως, θα βγει η πρώτη σπίθα για ένα μέλλον φωτεινό. Εκεί στην εξορία ο Θανάσης Βέγγος γνωρίζει τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, ο οποίος ήταν η γνωριμία-κλειδί που του άνοιξε την πόρτα του κινηματογράφου.
«Όταν ήμασταν μαζί στη Μακρόνησο μού είπε, -Θανάση, θα γυρίσω μια ταινία και θα σε βάλω να παίξεις. -Τι λέει ο άνθρωπος; σκέφτηκα. Ύστερα από χρόνια εμφανίζεται στην Καλλιθέα σε ένα πατάρι, όπου δούλευα επισκευάζοντας γυναικείες τσάντες και πορτοφόλια και με έκανε ηθοποιό!», αφηγούνταν παραστατικά ο Βέγγος.
O Νίκος Κούνδουρος θυμάται: «Είχε ένα δαιμονισμένο ταλέντο να αυτοσχεδιάζει»! Τον γνώρισα στο Μακρονήσι. Ήταν ένας υπέροχος και άθλιος Έλληνας. Ρακένδυτος, νευρικός, όπως σε όλη τη ζωή του, ήρθε και με βρήκε επειδή κοιμόμουνα στη μαύρη γη, κουβαλώντας σανίδες. Τις έστρωσε λέγοντάς μου: «Σύντροφε, θα κρυώσεις το βράδυ». Του απαντώ: «Και τι σε νοιάζει εσένα, σύντροφε;». «Μα αύριο θα είσαι άρρωστος», μου είπε. Και αρχίζει και στρώνει τις σανίδες.
«Μαγική πόλη», η αρχή μιας μαγικής πορείας
Μετά την απελευθέρωσή του, ο συγκρατούμενός του στη Μακρόνησο, Κούνδουρος, για να επιβιώσει, τον παίρνει στο μικρό στούντιό του, σαν άνθρωπο για όλες τις δουλειές. Παρατηρώντας, όμως, τις εκφραστικές του δυνατότητες, τον χρησιμοποιεί και σαν ηθοποιό, στην πρώτη του ταινία «Μαγική πόλη». Εκεί ο Θανάσης Βέγγος θα παίξει τον πρώτο του ρόλο.
Τα επόμενα πέντε χρόνια συνεχίζει με μικρούς ρόλους, ενώ παράλληλα εργάζεται και ως φροντιστής στα πλατό. Εμφανίζεται σε μερικές από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως «Ο δράκος», «Διακοπές στην Αίγινα», «Μανταλένα», «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Ο Ηλίας του 16ου», «Ποτέ την Κυριακή», δίπλα σε ονόματα-θρύλους. Την εποχή που γυριζόταν «Ο δράκος», ο Βέγγος παντρεύεται την Ασημίνα και μαζί της αποκτά δυο γιούς. Η αγάπη τους θα κρατήσει μια ζωή.
Ο πρώτος μεγάλος ρόλος είναι μαζί με το Νίκο Σταυρίδη στην ταινία «Οι δοσατζήδες» το 1960. Έναν χρόνο πριν, το 1959, παίρνει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού, όχι από Σχολή, αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή. Το 59 έρχεται και η πρώτη θεατρική παράσταση δίπλα στους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη, στην επιθεώρηση «Ομόνοια πλατς πλουτς».
Η καθιέρωση
Τα επόμενα χρόνια, θα είναι και τα πιο σημαντικά, αφού αρχίζει να αναπτύσσεται ο κινηματογραφικός τύπος που θα τον κάνει διάσημο και θα τον καθιερώσει. Γρήγορος, νευρικός και αεικίνητος, έτσι όπως ακριβώς αποτυπώνεται στο μυαλό του κοινού, που θα τον αγαπήσει. Είναι η χαρακτηριστικότερη απόδοση της μορφής του έλληνα. Τρέχει στους δρόμους, αγχώνεται, μιλάει γρήγορα και φωναχτά, δεν χάνει το χαμόγελό του, είναι ο πλασιέ, ο καφετζής, ο ταβερνιάρης ή ο θυρωρός πολυκατοικίας που κάνει τα πάντα για να παντρέψει τις αδελφές του!
Ο Βέγγος, πλέον, κάνει τον ρόλο και όχι ο ρόλος το Βέγγο. Συνεργαζόμενος, κυρίως με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη, έρχονται οι αγαπημένες ταινίες «Ψηλά τα χέρια, Χίτλερ», «Μην είδατε τον Παναή», «Ζήτω η τρέλα», «Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης». Το 1962 τιμάται με το βραβείο της Ένωσης Ελλήνων κριτικών. Είναι ο κωμικός με το μελαγχολικό βλέμμα. Δικές του είναι οι ατάκες όπως «Καλοί μου άνθρωποι», «πελάτες μου», «δεν προλαβαίνω», «όλα είναι ατμός, «ξέρεις από βέσπα», που όχι μόνο έγιναν διάσημες, αλλά εντάχθηκαν στο καθημερινό λεξιλόγιο του έλληνα και έμειναν αναλλοίωτες στο πέρασμα των χρόνων.
ΘΒ – Ταινίες Γέλιου: Η καταστροφή μέσα από την επιτυχία
Το 1964, θα τολμήσει να φτιάξει τη δική του εταιρία παραγωγής, την «ΘΒ – Ταινίες Γέλιου». Από το ?65 ως το ?69, συνεργάζεται με τους Πάνο Γλυκοφρύδη και Ερρίκο Θαλασσινό, κάποιες φορές μπαίνοντας και ο ίδιος πίσω από τις κάμερες ως σκηνοθέτης. Την περίοδο εκείνη γύρισε πολλές καλές ταινίες, τόσο ποιοτικά όσο και σε σχέση με την ανταπόκριση του κοινού και των κριτικών, που ήταν παραπάνω από θετική. «Τρελός, παλαβός και Βέγγος», «Φανερός πράκτωρ 000», «Ποιος Θανάσης;», είναι μερικές από αυτές, τις οποίες ο Βέγγος έντυσε με το σουρεαλιστικό του χιούμορ, τους μοναδικούς του αυτοσχεδιασμούς και το ταλέντο του που έβγαινε έξω από τα στενά όρια των «πρέπει» των σεναρίων.
Η εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία των ταινιών, όμως, δεν απέτρεψε την εταιρία από το κλείσιμο και την οικονομική καταστροφή, του ίδιου του Βέγγου, ο οποίος είχε επενδύσει πολλά εκεί. Λέγεται, μάλιστα ότι πέρασαν αρκετά χρόνια ώστε να επανέλθει οικονομικά. Ποιος, όμως, μας έμαθε καλύτερα ότι και αν πέσεις ξανασηκώνεσαι και μάλιστα με χαμόγελο μεγαλύτερο από πριν;
Δυναμική συνέχεια και καλλιτεχνική αποθέωση
Ο Θανάσης Βέγγος συνεχίζει δυναμικά την πορεία του με τον σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη και η δημοτικότητά του παραμένει σταθερά υψηλή.
Το 1971, η ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;» θα του φέρει την αποθέωση του κόσμου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και θα αποσπάσει βραβεία κριτικών και κοινού, ενώ το 1972 παίρνει το βραβείο Ερμηνείας Α΄ ανδρικού ρόλου για την ταινία «Θανάση, πάρε το όπλο σου».
Η θεματολογία και το ύφος των ταινιών του τώρα αλλάζει, μεταπηδώντας προς την κοινωνική κριτική, με συγκλονιστικές ερμηνείες που έκαναν πολλούς να ανατριχιάσουν. Αυτά έως το 1983 όπου θα κάνει ένα μικρό διάλλειμα από τον κινηματογράφο.
Τη δεκαετία του 80 θα ασχοληθεί με το γύρισμα έξι βιντεοταινιών και της τηλεοπτικής σειράς «Βεγγαλικά» που, μετά από πολυετείς προσπάθειες, προβλήθηκε στην τηλεόραση, το 1988. Το 1990, έχει άλλη μια επαφή με την τηλεόραση. Εμφανίζεται στη σειρά του ΑΝΤ1 «Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης».
Έρχεται και η επιστροφή στον κινηματογράφο, το 91, με την ταινία «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου» του Παντελή Βούλγαρη, για την οποία τιμάται με το βραβείο Β’ Ανδρικού ρόλου. Η ερμηνεία του έχει διαφοροποιηθεί. Εξελίσσεται με χαμηλότερους τόνους αλλά και μεγάλη εκφραστικότητα.
Το 1993 μεταβαίνει στην Κολομβία, με μεγάλες δυσκολίες, για την ταινία «Ζωή Χαρισάμενη» του Πατρίς Βιβάνκος. Τη χρονιά εκείνη τιμήθηκε με Ειδικό Βραβείο από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το σύνολο του έργου του. Το 95 ακολουθεί το «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θ. Αγγελόπουλου, άλλη μια σημαντική κινηματογραφική στιγμή της καριέρας του.
Κορυφαίος θα είναι στο ρόλο του στην ταινία «Όλα είναι δρόμος» του 98. ένα χρόνο πριν, το 97 εμφανίζεται στην Επίδαυρο, στους «Αχαρνής», στο ρόλο του Δικαιόπολι και το 2001 στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη με μεγάλη επιτυχία, αποδεικνύοντας πως αξίζει τον τίτλο του «αριστοφανικού ηθοποιού».
Τη νέα χιλιετία, και σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, ο Θανάσης Βέγγος θα χαρίσει μια από τις πιο γλυκές, υπέροχες και αξέχαστες ερμηνείες του, που θα τον φέρουν ακόμα πιο κοντά στις νεότερες γενιές.
Το 2002, η μικρή οθόνη θα θυμίσει κάτι από την τότε μεγάλη, μέσα από την αξέχαστη τηλεοπτική σειρά «Περί ανέμων και υδάτων» της Κάκιας Ιγερινού, όπου ο Θανάσης Βέγγος κρατά έναν από τους βασικούς ρόλους. Η σειρά αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους και είναι μια από τις πιο προσεγμένες παραγωγές με «μεγάλες» ερμηνείες, στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης.
Επίσης το 2002, ο Δήμος Κορυδαλλού θα τιμήσει τον αγαπημένο ηθοποιό, δίνοντας το όνομά του στο δημοτικό αμφιθέατρο της περιοχής. Το 2008 έρχονται και άλλες τιμητικές διακρίσεις. Τον Οκτώβριο της χρονιά εκείνης, ο Δήμος Πειραιά, ύστερα από απόφαση του Δ.Σ., μετονομάζει την πλατεία Ευαγγελισμού στο Νέο Φάληρο, γενέτειρα του ηθοποιού, σε πλατεία Θανάση Βέγγου και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, τον τιμά χρίζοντας τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα.
Ο Βέγγος είχε και μια επιθυμία, ένα όνειρο μαζί με τον Δήμο Αβδελιώδη, η κινηματογραφική μεταφορά της «Τρικυμίας» του Σέξπιρ, με τον Βέγγο ως Πρόσπερο. Δεν έγινε ποτέ.
Μια αποκαλυπτική βιογραφία του με τίτλο «Ένας άνθρωπος παντός καιρού» από τις εκδόσεις «Αιγόκερως», συνέγραψε ο Γιάννης Σολδάτος, ο οποίος γύρισε και ομότιτλο ντοκιμαντέρ. Σε αυτό ο μόνος που δεν μίλησε ήταν ο ίδιος ο Βέγγος. Το απέφυγε συνειδητά, όμως, προσέφερε στον συγγραφέα τη συνδρομή του στη συγκέντρωση του υλικού.
Ο Θανάσης Βέγγος θα κάνει την τελευταία κινηματογραφική συμμετοχή στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη, «Ψυχή βαθιά» το 2009 και τηλεοπτικά, σε σενάριο της Κάκιας Ιγερινού και σκηνοθεσία Ρέινας Εσκενάζυ, στο «Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας».
Η αγάπη του κόσμου
Στις 20 Δεκεμβρίου του 2010 ο Θανάσης Βέγγος εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας του Ερυθρού Σταυρού, έπειτα από ατύχημα. Στους 4-5 μήνες της νοσηλείας του στο νοσοκομείο οι γιατροί που τον παρακολουθούσαν έλεγαν πάντα: «Μακάρι όλοι οι ασθενείς να ήταν σαν τον Βέγγο».
Τους τελευταίους μήνες της ζωής του, εκτός από την οικογένειά του, που δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του, δίπλα του ήταν με τον τρόπο τους πολλοί έλληνες. Το μέγεθος της αγάπης του κόσμου εξέπληξε ολόκληρο το προσωπικό του νοσοκομείου. Άνθρωποι απλοί, που είχαν μεγαλώσει με τις ταινίες του πήγαιναν συχνά και ρωτούσαν για την κατάσταση της υγειάς του. Έστελναν φυλαχτά και αγιασμούς από πολλά μέρη της Ελλάδας.
Στις 3 Μαΐου είναι η παγκόσμια ημέρα γέλιου. Την ημέρα αυτή μας «έφυγε».
Για τους έλληνες η παγκόσμια ημέρα γέλιου θα μπορούσε άνετα να έχει πάρει τη σημασία της από τον ίδιο το Θανάση Βέγγο, χρόνια τώρα. Και να τιμάται γιατί αυτός υπήρξε. Τον ευχαριστούμε για το ήθος, το γέλιο, την αλήθεια του και τη γλυκύτητα που, μέσα από το έργο του, θα συνεχίσει να συνεπαίρνει εμάς, τα παιδιά μας και πολλές-πολλές γενιές ακόμη. Κι αυτή η αγάπη δεν θα σβήσει ποτέ!
Της Έλενας Αρώνη





