12.6 C
Athens
Σάββατο, 2 Μαΐου, 2026

Face à Face

0
3183

Είμαι εξεγερμένη εκ των έσω σε βαθμό «δε χωράω μέσα στον εαυτό μου, ανοίξτε μου να βγω». Κανένας δεν ανοίγει.

Ζήτημα πρώτο: Έχει πόρτα ο εαυτός; Ζήτημα δεύτερο: Αν ναι, γιατί δεν την ανοίγει ο ίδιος; Και ζήτημα τρίτο: Να την ανοίξει να πάει πού;

Έγκλειστη μέσα στη σωματικότητά της η ανθρώπινη συνείδηση έψαχνε πάντα τρόπους να συνενωθεί με το περιβάλλον και τις λοιπές συνειδήσεις. Δεν έχει άλλα εργαλεία από αυτά τα δύο: το σώμα και την ίδια τη συνείδηση. Κάνει έρωτα, δουλεύει κι αντιπαλεύει με το πρώτο, με το δεύτερο κάνει τέχνη, πολιτική κι επιστήμη, κάνει διαλόγους, και άλλα πολλά. Αυτά είναι Πόρτες.

Αφού πρόκειται για είδος συνένωσης – αυτό εξυπηρετεί μια πόρτα, αν αποσκοπούσε μόνο στο διαχωρισμό, στη θέση της θα είχαμε σκέτο τοίχο – προϋποτίθεται η αμοιβαία αποδοχή των μερών τα οποία συνενώνονται.

Δεν ανοίγω πόρτα, π.χ. από την κουζίνα μου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, δε θέλει, και δεν ανοίγει η πόρτα μιας ΔΟΥ στο σαλόνι μου, γιατί να θέλω εγώ.

Film121.jpg

Τώρα, αν άνοιγα την πόρτα του σπιτιού μου για να βγω, να μπω μέσα στο έξω – έχουμε συναινέσει – και αυτό το έξω με είχε απαρνηθεί, είχε βάλει στη είσοδό του «Απαγορεύονται οι σκύλοι, οι Εβραίοι και Εσύ», θα αναγκαζόμουν είτε να παραμείνω μέσα στο μέσα, είτε να παραβιάσω το έξω με την παρουσία μου – αμφότερα αποπνικτικά.

Δεν αναφέρομαι στον κατ’ οίκον περιορισμό λόγω πανδημίας, πολύ δυστυχώς. Αναφέρομαι στο είδος του «έξω» με το οποίο, αμοιβαία συναινούμενοι, πολύ κάποτε οι άνθρωποι αναζητώντας τις μέγιστες απολαβές της συνένωσής τους, καθώς και τις απαραίτητες προφυλάξεις μέσω του διαχωρισμού τους, όρισαν ποιες πόρτες ανοίγουν πού και πώς – με μεγαλύτερη και καθοριστικότερη για τον ανθρώπινο βίο την είσοδο από την πόρτα που λέει «Πολιτεία», ακριβώς γιατί εκείνη εμπεριέχει και, άρα, επαληθεύει όλες τις υπόλοιπες.

Πάνε πολλοί αιώνες στην ανθρώπινη ιστορία από τότε που το μέσα-και-το-έξω  δεν είχαν πόρτα, και που το έξω δεν ήταν ταυτόσημο με κάποια πόλη. Να βγαίνω δηλαδή από το κατάλυμά μου και να μην το λένε εκεί, πχ, ούτε Αθήνα, ούτε Βυρηττό, ούτε Ελλάδα ούτε Λίβανο. Να είναι ένα αχανές «έξω» χωρίς όνομα, και κυρίως χωρίς Λόγο.

Αυτόν τον Λόγο πρώτος ο άνθρωποςτον εμφύσησε στο έξω, για να γίνει Πόλη, για να του τον εμφυσήσει πίσω κι αυτή. Ταλαντευόμενος μέσα στο παράλογο ο άνθρωπος διψάει για το Λόγο. Γιατί, όσο κι αν αρέσκεται στην ηδονή της ελευθεριότητας, δεν είναι κάτι που επιθυμεί περισσότερο από τη διαφύλαξη πρωτίστως της ζωής του – χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να απολαύσει ούτε το Λόγο, ούτε το παράλογο. Και αυτή, η ζωή, διαφυλάσσεται κυρίως με το πρώτο.

Film122.jpg

Δεν υπήρχαν, λοιπόν, πάντα πολιτείες. Και δεν αποσκοπούσε ο άνθρωπος, όταν έφτιαξε την πρώτη, παρά στο να μπορεί να βγαίνει, από το «μέσα» του στενού εαυτού του, στο ευρύχωρο «έξω», όντας αποδεκτός και συνεπώς ασφαλής, όντας πιο ευρύφωνος έτσι και πιο παρόντας ανάμεσα στους ανθρώπους και όντας κατά το δυνατόν, επίσης, πιο ανθεκτικός από την εύθραυστη και εκτεθειμένη στις άμετρες περιστάσεις μονάδα του.

Επιδίωξή του ήταν να δημιουργήσει έναν μεγάλο Εαυτό που ν’ αναγνωρίζει το Έτερο, έναν μεγάλο Έτερο που ν’αναγνωρίζει τον Εαυτό.

Να λειτουργεί η Πολιτεία ως μεγεθυντικός φακός του, ως επέκταση και προέκτασή του, να τεθεί εκ των έξω σε εφαρμογή, δηλαδή,αυτό που η συνείδησή του αντιλαμβάνεται ως βέλτιστη μεταχείρισή του ιδίου, του κάθε ιδίου, με τρόπο που θα λέγαμε ότι «βγαίνει από τον εαυτό του για να εισέλθει στον Εαυτό του».

Και αν αυτό ισχύει για κάθε εαυτό, τότε εαυτός και έτερος συνεχίζουν ο ένας (προς) τον άλλον διαμέσου μιας οργανικώς και λογικώς κατασκευασμένης πόρτας.

Δεν εξομοιώνονται οι εαυτοί. Μοιράζονται,όμως, μια κοινή ανάγκη με δύο όψεις: αυτή του να λαμβάνουν αυτό που τους αξίζει, ώστε να καθίστανται υπαρκτοί, κι αυτή του να μην λαμβάνουν αυτό που τους βλάπτει, ώστε να μην καταστούν ανύπαρκτοι.

Μοιάζει με παιχνίδι των λέξεων, αλλά δεν είναι. Είναι ετυμολογία:κατά κάποιους ερμηνευτές, το ρήμα καλώ είναι ομόρριζο με το ουσιαστικό κάλλος, αφού στην αρχαία Ελλάδα ήταν ομορφιά το να απευθυνθείς σε κάποιον με το όνομά του – καθώς θεωρείτο ότι αυτό εμπεριέχει την ουσία του. Εν ολίγοις, τα ζεύγη όνομα και γνώρισμαουσία και αξία και κυρίως το αναγνώριση και ύπαρξη, έχουν σχέση αναλογίας κι αλληλεξάρτησης.

p1dab8ve6u766cvv110913ql12lt3_300x300.jpg

Πόσο δεν ήθελα να φτάσω να πω με κάλλος «κύριε Μητσοτάκη».

Αλλά κύριε Μητσοτάκη. Το έξω φλέγεται απαγορευτικά. Όχι από τις άμετρες περιστάσεις του, αλλά αφού εσείς δεν αναγνωρίζετε σε εκείνο τον εαυτό σας. Εσείς, ο εκπρόσωπός του. Μέσα στην αυταπάρνησή σας η πόρτα καταλύεται, γέρνει και συνθλίβεται.

Αλληλοεξαρτώμενοι κι ανάλογοι καθώς είμαστε, εμείς κι εσείς, εαυτός και έτερος, το ίδιο απαγορευμένοι θα είμαστε ως σήμανση στην ξηλωμένη πόρτα. Από τη μία θα γράφει «απαγορεύεται ο εαυτός», κι από την άλλη «απαγορεύεται ο Εαυτός». Κι αν ούτε σε αυτά αναγνωρίζετε τον δικό σας, θα σας το πω αλλιώς:

Αν (νομίζετε πως) είστε σκέτο έτερος, ρίξτε κέρμα. Επαληθεύστε την καταμέτρηση πιθανοτήτων. Αφού σας αρέσει. 50-50;50-50. Ευνοϊκότερο από κάθε πραγματικότητα.

Σε κάθε ρίψη ένας ζει, κι ένας πεθαίνει – ένας καθίσταται υπαρκτός, κι ένας ανύπαρκτος. Το τίμημα των ξαπλωμένων όψεων. Ένας κοιτάει τον ουρανό κι ένας φιλάει το τσιμέντο. Σταθείτε πάνω από το κέρμα. Έτσι όπως το έχετε enface, ψύχραιμα και λογικώς, μαθηματικά αφού θέλετε, μαντέψτε ποιος από τους δύο είναι «ο άλλος».

Εγώ, πάντως, θυμήθηκα κάποιον Ρόζενκραντζ κι έναν Γκίλντενστερν. Κι έναν Άμλετ.

Και, βέβαια, αφού έξω δεν είναι καμία χώρα, ούτε καν η Δανιμαρκία, μάλλον μπορούμε να βγούμε.

Μεταιστορικά και άπορτα. Χωρίς εισιτήριο και χωρίς ταυτότητα. Αξία ανεκτίμητη.

Της , γραμμένο 2 Μαρτίου του 2021, δημοσιευμένο 16/8/2021

Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν στο άρθρο είναι του Παναγιώτη Τσεβρένη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ