17.3 C
Athens
Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
Αρχική ΣΤΗΛΕΣ Who me? ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ –ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΝΗΜΗΣ (α’)

ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ –ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΝΗΜΗΣ (α’)

0
1579

Χώρος: Μία παλιά αποθήκη, σχεδόν εγκαταλειμμένη. Φαίνονται κάποιες προσπάθειες που στόχευαν στην ανακαίνιση και ανακατάταξη των σκόρπιων αντικειμένων, μα έμειναν στη μέση. Δεξιά και αριστερά κούτες γεμάτες αντικείμενα. Παιχνίδια σπασμένα, πίνακες ζωγραφικής σκονισμένοι, κουρτίνες σκισμένες, σερβίτσια σπασμένα και κάθε λογής αντικείμενο που χρησιμοποιήθηκε, χάλασε ή ξεχάστηκε. Μόνο κάτι κουτιά συσκευασμένα με πολύχρωμα χαρτιά και κορδέλες υπάρχουν κάπου πίσω, που προορίζονταν για δώρα, μα δεν ανοίχτηκαν ποτέ.

Πρόσωπα: O A και ο Β. Ο Α είναι ένας πολύ αδύνατος άντρας, που φοράει σκισμένα ρούχα. Απεριποίητος και άπλυτος. Ο Β είναι ένας παχουλός άντρας, περιποιημένος με κοστούμι και γραβάτα. Οι κινήσεις και το ύφος του μοιάζουν με ύφος μικρού παχουλού παιδιού. Αφελές και αστείο.

Α’ ΣΚΗΝΗ

(Ο Β παρατηρεί με πολύ μεγάλη περιέργεια τον Α, ο οποίος έχει κάνει άνω κάτω όλες τις κούτες ψάχνοντας κάτι, που φαίνεται πολύ σημαντικό)

Β: Γεια

Α: Γεια

Β: Τι κάνεις; (Φανερά απορημένος)

A: Δεν βλέπεις;

B: Βλέπω, αλλά…

Α: Τι αλλά; Ψάχνω! Ψάχνω, μόνο ψάχνω.

Β: Πώς γίνεται; Έχω πάρα πολλά χρόνια να δω άνθρωπο να ψάχνει.

A: Κι όμως υπάρχουν ακόμα μερικοί.

Β: Τι ψάχνεις;

Α: Μεγάλη ιστορία. Δεν έχω χρόνο για κουβέντες.

Β: Μα ίσως μπορώ να σε βοηθήσω.

Α: Δεν θέλω βοήθεια.

Β: Γιατί;

Α: Μ’ αρέσει να ψάχνω μόνος. Κάνεις γρηγορότερα και δεν χρωστάς σε κανέναν.

Β: Κι αν δεν το βρεις;

(O A ξαφνικά παγώνει και τον κοιτάει κατάματα, σαν να άκουσε κάτι τρομερό)

Α: Τι εννοείς; Υπάρχει περίπτωση να μην το βρω;

Β: (γεμάτος απογοήτευση) Εγώ είχα χάσει κάτι κάποτε και δεν το ξαναβρήκα ποτέ.

Α: Τι είχες χάσει;

B: Δεν θυμάμαι…

Α: Τότε τι σε νοιάζει;

Β: Με νοιάζει γιατί τώρα θα το έχει άλλος.

Α: Πού το ξέρεις;

B: Τα χαμένα πάντα βρίσκονται.

A: Μα γιατί σε πειράζει τόσο πολύ;

B: Έτσι.

Α: Ήταν ακριβό;

B: Όχι, δεν νομίζω.

Α: Ήταν μεγάλο;

B: Νομίζω μικρό.

Α: Ήταν νόστιμο;

Β: Μπα, δεν τρωγόταν.

Α: Μα εσύ δεν θυμάσαι τίποτα.

Β: Θυμάμαι ότι το έχασα.

Α: E, και τι πειράζει;

B: Πειράζει! Θα σταματήσεις να ψάχνεις; Με ζάλισες.

Α: Αν δεν το βρω δεν σταματώ.

Β: Εγώ ξέρω ότι δεν θα το βρω και είμαι ήρεμος. Τα χαμένα είναι για τους χαμένους .

Α: Έψαξες;

Β: Κι εσύ που ψάχνεις τι κατάλαβες; Tζάμπα κουράζεσαι. Θα κάνεις όλο αυτό τον κόπο και μετά θα μετανιώνεις για τις χαμένες ώρες.

Α: Ωχ!!! Κοίτα τι βρήκα.

Β: Τι είναι αυτό;

A: Δεν ξέρω. Πρέπει να ναι…Α, όχι δεν είναι αυτό. Ωραίο είναι όμως.

Β: Βαρέθηκα. Θα κάτσεις λίγο να μιλήσουμε; Δεν είμαι καλά. Μου λείπει.

Α: Ποιο πάλι;

B: Αυτό που έχασα!

Α: Αφού δεν θυμάσαι τι έχασες!!!

Β: To έχασα όμως! Το είχα και το έχασα! Νιώθω μόνος χωρίς αυτό.

Α: Ποιο; Βρες τουλάχιστον ένα όνομα γι’ αυτό.

Β: Δεν θέλω να βρω όνομα. Θέλω να είναι το «αυτό που έχασα».

Α: Κοίτα πόσα «αυτό που έχασα» βρίσκονται στην αποθήκη! Σίγουρα θα το βρεις. Και αν δεν βρεις αυτό, θα βρεις κάποιο άλλο.

(Ο Β σαν να μην άκουσε την προτροπή του Α, ονειροπολεί ξάπλα, πάνω σε κάτι κούτες)

Β: Το δικό μου «αυτό που έχασα» δεν είναι σαν τα άλλα. Είναι το πιο όμορφο και το πιο μεγάλο! Το δικό μου «αυτό που έχασα» είναι μαγικό, είναι σαν όνειρο. Όταν το έχεις αισθάνεσαι σαν Θεός. Δεν σου λείπει τίποτα! Όλα θα ήταν αλλιώς αν είχα το «αυτό που έχασα». Θα ήμουν χαρούμενος και θα ένιωθα δυνατός! Δεν θα είχα ανάγκη τίποτα.

Α: Μήπως είναι αυτό; Κοίτα πόσα πράγματα έχει εδώ. Ένα αρκουδάκι χωρίς μάτι, ένα σκουριασμένο πιρούνι, μια μάσκα οξυγόνου…

Β: Όχι, όχι δεν είναι αυτά τα τέρατα.

(Ξαφνικά μπαίνει ένα παιδάκι και τρέχει καταπάνω στο αρκουδάκι, φωνάζοντας από χαρά, επειδή βρήκε το χαμένο του αρκούδι)

Β: Tι με κοιτάς έτσι; Ας ήμουν κι εγώ παιδί και θα μου αρκούσε ακόμα και μια μελιτζάνα.

Α: Πρέπει να θυμηθείς πώς είναι το «αυτό που έχασες».

Β: Γιατί;

Α: Αλλιώς πώς θα το βρεις;

Β: Μα λένε οι σοφοί ότι αν το περιμένω και το ζητώ, θα εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά μου. Θα το έλξω.

Α: Και αν έρθει, πώς θα καταλάβεις ότι είναι αυτό;

B: Ε, δεν ξέρω…Θα το αισθανθώ!

Α: Μήπως είναι αυτές οι καραμέλες;

Β: Όχι βέβαια, σιγά μην είχα χάσει καραμέλες. Για φέρε μία. Νόστιμη.

Α: Αυτή η μπάλα ποδοσφαίρου;

B: Όχι βέβαια! Αυτή είναι τρύπια.

Α: Μα το «αυτό που έχασες» αποκλείεται να είναι όπως το άφησες πριν το χάσεις.

Β: Τι; (Αποσβολωμένος) Τότε μήπως να αφήσουμε το ψάξιμο για σήμερα; Δεν είμαι έτοιμος να αντικρίσω το «αυτό που έχασα» αλλαγμένο. Δεν θέλω να έχει αλλάξει τίποτα πάνω του! Το αγάπησα έτσι όπως ήταν. Δεν γίνεται να μου το κάνει αυτό.

Α: Μα δεν γίνεται να είναι το ίδιο. Πόσος καιρός πέρασε από τότε που το είδες τελευταία φορά;

B: Δεν θυμάμαι! Δεν θέλω να το βρω! Αν είναι έτσι να μείνει χαμένο.

Α: Φτάνει πια. Κάνε ό,τι θέλεις. Εγώ έχω να ψάξω το δικό μου. Δεν μπορώ να ασχολούμαι με το δικό σου.

Β: Μα περίμενε. Μια χαρά δεν τα λέγαμε εδώ πέρα;

A: Πάρε αυτήν την κούτα και ψάξε μόνος σου. Σε λίγο βραδιάζει και δεν βρήκα τίποτα ακόμα. Δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με τα χαμένα των άλλων. Ψάχνω το δικό μου. Πρέπει να ψάξω κι άλλο! Κι άλλο!

Β: Πόσο καιρό ψάχνεις;

A: Δεν ξέρω… Πολλές φορές αναρωτιέμαι. Όταν είμαι χαρούμενος μοιάζει σαν να ξεκίνησα χτες και όταν λυπημένος σαν να ψάχνω χρόνια. Άσε με να συγκεντρωθώ!! Μην μιλάς και με αποσπάς!

(Αρχίζει πάλι το μανιακό ψάξιμο)

Β: Εγώ φταίω, που ασχολούμαι με έναν βρομιάρη, με σκισμένα ρούχα, που νομίζει ότι θα μπορέσει να βρει τίποτα σε αυτά τα χάλια. Λες κι εγώ δεν έχω προβλήματα… Εγώ έχω χάσει το πολύτιμό μου…Το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο και κανείς δεν καταλαβαίνει πόσο άδικο και στενάχωρο είναι αυτό. Κανείς δεν καταλαβαίνει πόσο υποφέρω! Θα αυτοκτονήσω! (βγάζει ένα μπουκάλι, πάει και ξαπλώνει σε άλλη μεριά και αρχίζει να πίνει) Μου λείπει…

ΣΙΩΠΗ

(Ξαφνικά μπαίνει μια γιαγιάκα με μαγκούρα. Βρίσκει κάτι φωτογραφίες και φωνάζει «τις βρήκα» γεμάτη χαρά.)

Β: Μπορώ να σε ρωτάω πράγματα ενώ ψάχνεις, γιατί με κάνει να ξεχνιέμαι;

A: Όχι, με ενοχλείς. Δεν γίνεται να ψάχνεις και να μιλάς ταυτόχρονα.

Β: Μπορείς…

Α: Δεν μπορείς…

B: Μα τόση ώρα τι κάνουμε;

Α: Τόση ώρα το μόνο που κάνουμε είναι να μου τρως χρόνο.

Β: Φάγαμε και καραμέλες.

Α: Με κοροϊδεύεις;

Β: Όχι, αλλά ήταν νόστιμες.

Α: Σταμάτα να μιλάς και άσε με να ψάξω! Σήμερα πρέπει να το βρω, καταλαβαίνεις; Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα!

Β: Τι μέρα είναι σήμερα; Τετάρτη.

A: Σήμερα είναι η τελευταία μέρα που μπορώ να ψάξω. Αν δεν το βρω σήμερα θα σταματήσω. Κοίτα εδώ. Κοίτα! Το έχω υπογράψει. Πρέπει να το βρω σήμερα!

Β: «Συμβόλαιο ανεύρεσης χαμένων πραγμάτων σε αποθήκη». Γιατί υπάρχουν και άλλα μέρη;

A: Υπάρχουν εκατομμύρια μέρη να ψάξεις.

Β: Όπως;

A: Όπου μπορείς να φανταστείς. Ανάλογα την ειδικότητα.

Β: Οι καλλιτέχνες πού ψάχνουν;

A: Το πιο σύνηθες. Σε παιδικά δωμάτια. Οι δημόσιοι υπάλληλοι σε συρτάρια, οι πολιτικοί σε τσέπες και οι ερωτευμένοι σε τραγούδια. Αυτά είναι τα πιο πολυζήτητα.

Β: Και σε αποθήκες;

A: Τα παιδιά, οι τρελοί και οι ποιητές. Εσύ τι είσαι;

B: Εγώ τίποτα. Απλά είδα φως και μπήκα. Όταν περάσει η προθεσμία τι γίνεται;

A: Δεν θέλω να το σκέφτομαι. Πρέπει να δηλώσεις την «ανικανότητα ανεύρεσης χαμένων πραγμάτων».

Β: Δεν θες να το κάνεις αυτό ε;

A: Κανείς δεν θέλει. Ποιος θέλει να παραδεχτεί την ανικανότητα του να βρει κάτι που έψαχνε τόσο καιρό και να ξαναδιαχειριστεί τις ενοχές, επειδή το έχασε; Αλλά πρέπει. Αν δεν το κάνεις θα σε βρουν και θα πρέπει να πληρώσεις πολύ ακριβά.

Β: Πρέπει να πληρώσεις πρόστιμο;

A: Όχι! Μην ρωτάς…Δεν θέλω να το σκέφτομαι!

Β: Δεν πρέπει να συμβεί αυτό! Πώς έμπλεξες τώρα έτσι… Μα γιατί υπέγραψες;

Α: Μου είπαν ότι είναι ο μόνος τρόπος για να βρεις αυτό που έχασες. Το χαρτί σε πιέζει, οπότε δεν ξεχνιέσαι δεξιά και αριστερά. Ψάχνεις συνέχεια! Ξέρεις ότι πρέπει να το βρεις μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Το έχεις δηλώσει. Έχεις την ευθύνη. Δεν είσαι ένα παιδάκι που ψάχνει καραμέλες. Έχεις υπογράψει. Εξαρτάται το μέλλον σου από το χαρτί αυτό.

Β: Και όντως έχει αποτέλεσμα;

Α: Εξαρτάται από το πόσα ξέρεις ή θυμάσαι γι’ αυτό που έχασες.

Β: Εσύ θυμάσαι;

A: Εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Απλά μερικές φορές μου διαφεύγει λίγο το ακριβές χρώμα και το ακριβές σχήμα και ίσως το ακριβές μέγεθος. Είναι παράξενο. Αλλά δεν ξέρω αν θυμάμαι το ίδιο το αντικείμενο ή την τελευταία σκέψη μου γι’ αυτό. Γι’ αυτό προσπαθώ να το σκέφτομαι συνέχεια, για να μην το ξεχάσω εντελώς.

(Αρχίζει μανιακά να ψάχνει)

Β: Θα σε βοηθήσω φίλε μου. Πρέπει να βρούμε το χαμένο σου. Τι είναι;

A: Δεν σου λέω.

Β: Γιατί;

A: Γιατί αν το βρεις πρώτος, μπορεί να μου το πάρεις.

Β: Τι με νοιάζει για το δικό σου; Εγώ έχω το δικό μου. Λέγε!

Α: Είναι κάτι πολύ μικρό.

Β: Πόσο μικρό;

A: Να τόσο.

Β: Μα πώς θα το βρεις τόσο μικρό;

A: Παντού μπορώ να το βρω!

Β: Τι σχήμα έχει;

A: Να ένα τόσο δα σχήμα.

Β: Τι σχήμα;

Α: Να έτσι κι έτσι. Μικρουλάκι.

Β: Χρώμα;

A: Ανάλογα το φως. Άλλοτε μπλε, πράσινο, πορτοκαλί, μαύρο…

Β: Κατάλαβα!!! Μην κάθεσαι… Ξεκίνα…

(Αρχίζουν και ψάχνουν και οι δυο μαζί! Η αποθήκη σκοτεινιάζει και η ώρα περνάει, αλλά δεν σταματάνε. Δεν κουράζονται. Καμιά φορά πίνουν και μια γουλιά κρασί όταν κουράζονται, αλλά δεν σταματούν. Συνεχίζουν.)

Α: (Σταματάει κατατρομαγμένος) Πάει, το ξέχασα…

Β: Και τώρα;

10-7-2019, Καλλιόπη Μανδρέκα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ