
“Υπάρχει αγάπη σε αυτό το σπίτι; Υπήρξε ποτέ;”
Σε αυτό το ερώτημα-κραυγή του ήρωά του, αποτυπώνεται η κεντρική ιδέα όχι μόνο του συγκεκριμένου έργου, “Το τίμημα”, αλλά και ολόκληρου του σύμπαντος του Μύλλερ.
“Το τίμημα” γράφτηκε το 1967, και αγαπήθηκε πολύ από τον δημιουργό του, τόσο που είναι το μοναδικό έργο που σκηνοθέτησε ο ίδιος.
Δύο αδέρφια συναντώνται μετά από καιρό, να πουλήσουν τα έπιπλα του πεθαμένου πια πατέρα τους. Δύο αδέρφια που είχαν χρόνια να συναντηθούν και να μιλήσουν. Ο ένας, αστυνομικός έτοιμος να βγει στη σύνταξη, παραιτημένος από σπουδές, παρ’ όλη την έφεσή του στις επιστήμες, για να αφοσιωθεί στον γερο πατέρα του, κουβαλάει το αίσθημα του αποτυχημένου στη ζωή. Ο άλλος,το ακριβώς αντίθετο, επιτυχημένος και περιζήτητος γιατρός, καταξιωμένος στα πρότυπα που έχει θέσει η κοινωνία.
Η σύγκρουση μεταξύ τους, όσο και αν καθυστερεί στο πρώτο μέρος, είναι ολοφάνερο ότι θα ξεσπάσει σκληρή. Ανάμεσά τους, η γυναίκα του αστυνομικού, μια προσωπικότητα που ταλαντεύεται ανάμεσα και στους δύο, παίρνοντας πότε το μέρος του ενός, πότε του άλλου. Και μέσα σε όλη αυτήν την έκρυθμη κατάσταση, ο Σόλομων, ο γερο εκτιμητής να υποδαυλίζει τις μεταξύ τους αντιθέσεις ή να τους υποδεικνύει με το σαρδόνιο τρόπο του, τη σκληρή πραγματικότητα: σε αυτήν την κοινωνία όλα -και πολύ περισσότερο οι επιλογές του ανθρώπου- έχουν ένα τίμημα που θα πρέπει να καταβληθεί.
Ο Άρθουρ Μύλλερ, με ευφυέστατο τρόπο, βρίσκει για άλλη μια φορά ευκαιρία, να καταγγείλει τις δομές της βασισμένης στο χρήμα αμερικανικής κοινωνίας, να αποδομήσει το αμερικάνικό όνειρο που ανέθρεψε γενιές και γενιές, και να αποτυπώσει με ωμό ρεαλισμό την σκληρή πραγματικότητα της παντελούς έλλειψης συναισθημάτων σε μια κοινωνική οργάνωση βασισμένη στο νόμο της ζούγκλας, και στη δύναμη του ισχυρού.
Η Ιωάννα Μιχαλακοπούλου στάθηκε στο ύψος αυτής της πρόκλησης, στήνοντας μια εξίσου ρεαλιστική παράσταση στο Θέατρο Ιλίσια: Απέφυγε φλύαρους συμβολισμούς και αφέθηκε στη δύναμη του λόγου του κειμένου και στις υποκριτικές ικανότητες των ηθοποιών της για να αναδείξει την ουσία της Μυλλερικής ατμόσφαιρας. Και αν έδωσε σχετικά αργούς ρυθμούς στο πρώτο μέρος, θέλοντας να σκιαγραφήσει με επάρκεια τις προσωπικότητες των ηρώων και να προετοιμάσει τη σύγκρουση, στο δεύτερο μέρος οι ρυθμοί είναι καταιγιστικοί και με χειμαρρώδη ορμητικότητα ξεπροβάλλει το Τίμημα, αυτό που κλήθηκε να πληρώσει ο κάθε ήρωας, αυτό που καλείται να πληρώσει ο κάθε άνθρωπος για τις επιλογές του, αυτό το ίδιο το μήνυμα του έργου.
Η παράσταση οικοδομείται σε ένα απόλυτα λειτουργικό σκηνικό του Γιάννη Μουρίκη, με τα εντελώς απαραίτητα για τη σκηνική δράση έπιπλα σε πρώτο πλάνο, και τα υπόλοιπα προς πώληση στοιβαγμένα στο πίσω μέρος της σκηνής, να αχνοφαίνονται, όπως ακριβώς οι μνήμες και οι εμπειρίες των ηρώων βρίσκονται θαμμένες στο πίσω μέρος του εγκεφάλου τους, όπου σε λίγο θα αρχίσουν να ξεπροβάλλουν. Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου ατμοσφαιρικοί και μάλλον χαμηλοί, επικεντρώνονται στο να φωτίσουν πρόσωπα και εκφράσεις του κάθε ηθοποιού ξεχωριστά αναδεικνύοντας την ψυχοσύνθεση των ηρώων. Τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού αποπνέουν άρωμα παλιάς εποχής, δίνοντας ένα τόνο νοσταλγίας.
Οι ερμηνείες των ηθοποιών εξαιρετικά δεμένες και συγκροτημένες.
Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, ο αστυνομικός, αναδεικνύει το αίσθημα του αποτυχημένου ανθρώπου, του προδομένου από την ιδια τη ζωή, όχι μόνο με την έκφραση του λόγου του. Οι κινήσεις του σώματος του, οι μορφασμοί και οι χειρονομίες του, όλα συγκροτούν την ψυχολογία του ανθρώπου που δεν εκπλήρωσε τα όνειρά του, που ακόμα κι αν σε κάποιες στιγμές οργίζεται και ξεσπά για αυτό, στο τέλος πάντα συμβιβάζεται.
Ο Χρήστος Σαπουντζής από την άλλη, ερμηνεύει το ρόλο του επιτυχημένου γιατρού με απόλυτη ισορροπία και ηρεμία. Χωρίς περιττές κινήσεις, με οικονομία στα ξεσπάσματα και στον τόνο της φωνής. Σε αυτά τα δύο διαφορετικά “παιξίματα” τονίζεται ακριβώς η αντίθεση και η σύγκρουση των δύο αδερφών.
Ανάμεσά τους η σύζυγος του αστυνομικού, ακροβατεί ανάμεσα στους δύο, μένοντας όμως πάντοτε σε δεύτερο πλάνο. Αμφιταλαντεύεται στην κρίση της για τις επιλογές του συζύγου της, μην έχοντας και η ίδια ξεκαθαρίσει απόλυτα αν θα τον προτιμούσε επιτυχημένο και σκληρό, ή αυτό που είναι τώρα αποτυχημένος αλλά ανθρώπινος. Η Ρένια Λουιζίδου χτιζει την προσωπικότητα της ηρωίδας της με αυτήν την ίδια διχογνωμία: πότε οργισμένη και δυναμική δείχνοντας ένα σκληρό πρόσωπο, πότε εύθραυστη και συγκαταβατική, γεμάτη κατανόηση και τρυφερότητα.
Και στη μέση, ο μέγιστος Γιώργος Μιχαλακόπουλος. Με τη πληθωρική μορφή του να “κουμπώνει” απόλυτα στο ρόλο του γέρου, γεμάτου εμπειρίες και σοφού εκτιμητή, δίνοντας την απόλυτη αίσθηση ότι δεν “υποκρίνεται” απλά το ρόλο: είναι ο ρόλος. Σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, λέγοντας τα πλέον σοβαρά πράγματα με τρόπο φλεγματικό, σαρκαστικό, καυστικό. Με εξαιρετική άνεση στη σκηνή, χρωματίζοντας το λόγο και την έκφραση, είναι εκεί, παρών, για να θυμίσει σε όλους ότι όλα έχουν ένα Τίμημα, ακόμα και τα υψηλότερα ιδανικά. Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος είναι μεγάλο κεφάλαιο για το Ελληνικό Θέατρο και το αποδεικνύει για μια ακόμη φορά, με τη στιβαρότητα της ερμηνείας του στον κομβικό αυτό ρόλο του Μυλλερικού ήρωα.
Η παράσταση στο σύνολο της είναι από τις κορυφαίες της θεατρικής περιόδου και όχι άδικα. Έρχεται βλέπεις, επίκαιρη όσο ποτέ, σε μια εποχή που έχουν γίνει πια ξεκάθαρα όλα τα “τιμήματα” που πληρώνει ο άνθρωπος και ζει στο πετσί του τις συνέπειες των επιλογών του, ακόμα και αυτήν την ίδια επιλογή να παραμένει άνθρωπος μέσα σε αυτές τις συνθήκες.“Το τίμημα” τότε είναι ακόμα μεγαλύτερο…
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΔΩ
γραφει ο Κώστας Ζήσης





