Τι πραγματεύεται η παράσταση σου και τι πρόκειται να δούμε πάνω στη σκηνή;
Ο Άμλετ δεν με απασχόλησε ποτέ ως απλή αφήγηση. Με απασχόλησε ως πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με τον θάνατο του ήρωα. Από εκεί ξεκινά η παράσταση.
Η δραματουργία βασίζεται στην ιδέα ότι ο Άμλετ έχει ήδη πεθάνει — ή, τουλάχιστον, ότι η εμπειρία του θανάτου έχει ήδη συμβεί. Κι όμως, τίποτα δεν τελειώνει. Ο Άμλετ βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν χώρο τιμωρίας που δεν είναι ξεκάθαρα μεταφυσικός. Είναι υπαρξιακός, ψυχικός, σχεδόν νευρολογικός. Ένας χώρος όπου η πραγματικότητα διαλύεται και επανασυντίθεται μέσα από παραισθήσεις, επαναλήψεις, παραμορφώσεις.
Το φάντασμα του πατέρα δεν εμφανίζεται ως φορέας δικαιοσύνης ή πατρικής προστασίας, αλλά ως μια αμείλικτη εξουσία, μια φωνή που δεν ξέρεις αν είναι έξω ή μέσα στο κεφάλι σου. Κάτι που απαιτεί διαρκώς απόδειξη αντοχής, πίστης, υποταγής.
Ο Άμλετ υποβάλλεται σε δοκιμασίες χωρίς καμία υπόσχεση λύτρωσης: βία, εξευτελισμός, σωματική εξάντληση, επανάληψη. Όχι για να «καθαρίσει», αλλά για να μην εξαφανιστεί. Και όσο περισσότερο προσπαθεί να κρατηθεί, τόσο πιο καθαρό γίνεται ότι δεν υπάρχει καμία έξοδος.
Αυτό που βλέπουμε στη σκηνή είναι ένας άνθρωπος που συνεχίζει να υποφέρει επειδή δεν μπορεί να σταματήσει να ελπίζει. Και στο τέλος έρχεται η πιο βίαιη συνειδητοποίηση: όχι ότι απέτυχε — αλλά ότι δεν υπήρχε ποτέ κάτι να πετύχει.
Δεν υπάρχει Θεός.
Δεν υπάρχει κρίση.
Δεν υπάρχει σωτηρία.
Υπάρχει μόνο ένας μηχανισμός που σε αναγκάζει να ξαναρχίσεις.
Και αυτό, για μένα, είναι πιο τρομακτικό από οποιονδήποτε θάνατο
Γιατί θα πρότεινες σε κάποιον να δει το έργο σου;
Θα το πρότεινα γιατί αυτή η παράσταση δεν ζητά την άδεια κανενός.
Παίρνει το πιο πολυπαιγμένο έργο στην ιστορία του θεάτρου και αρνείται να το αντιμετωπίσει ως μνημείο, ως σχολικό ανάγνωσμα ή ως πολιτιστικό άλλοθι. Ο Άμλετ εδώ δεν είναι ασφαλής. Δεν είναι «σεβαστικός». Είναι ζωντανός, επικίνδυνος, βίαιος και απολύτως σύγχρονος.
Δεν προσπαθούμε να επικαιροποιήσουμε τον Σαίξπηρ.
Δεν τον εξηγούμε.
Τον αφήνουμε να μας διαλύσει.
Η παράσταση απευθύνεται σε θεατές που δεν ψάχνουν απαντήσεις αλλά εμπειρία. Σε ανθρώπους που αντέχουν να βρεθούν αντιμέτωποι με την απώλεια της πίστης, της ελπίδας, ακόμα και της ανάγκης για νόημα. Σε ανθρώπους που μπορούν να σταθούν μέσα στην παραισθητική αστάθεια χωρίς να ζητήσουν γρήγορη ερμηνεία.
Δεν υπόσχεται παρηγοριά.
Υπόσχεται ειλικρίνεια.
Και αυτή τη στιγμή, για μένα, αυτό είναι σχεδόν μια πολιτική πράξη.
Μίλησε μας για τον ρόλο σου ως σκηνοθέτης και ως ο ηθοποιός που ερμηνεύει τον Άμλετ, αλλά και για την αξία του κειμένου
Η απόφαση να είμαι ταυτόχρονα σκηνοθέτης και ο ηθοποιός που ερμηνεύει τον Άμλετ είχε να κάνει με τη συνοχή της σκέψης της παράστασης. Ο Άμλετ είναι ένα έργο δομημένο πάνω στην αμφιβολία, την ανάλυση, τη συνεχή αναστολή της πράξης — και ήθελα αυτή η συνθήκη να διαπερνά κάθε επίπεδο της δουλειάς.
Ως σκηνοθέτης, με ενδιαφέρει η δομή, ο ρυθμός και η ακρίβεια. Η σκηνή λειτουργεί για μένα σαν μηχανισμός: κάθε επανάληψη, κάθε παύση, κάθε παραμόρφωση έχει λόγο ύπαρξης. Ακόμα και η παραισθησία δεν είναι «ατμόσφαιρα»· είναι εργαλείο. Ένας τρόπος να δείξουμε πώς η σκέψη διαλύεται όταν δεν υπάρχει πια έδαφος να σταθεί.
Ως ηθοποιός, δεν αντιμετώπισα τον Άμλετ ως έναν τραγικό ήρωα που υποφέρει συναισθηματικά, αλλά ως έναν άνθρωπο παγιδευμένο στη σκέψη του. Έναν νου που δεν μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι πραγματικό και τι όχι. Η ερμηνεία βασίζεται στον λόγο και στη λογική αλληλουχία των σκέψεων, όχι στην εξομολόγηση.
Το κείμενο της παράστασης είναι μια προσωπική μου μετάφραση και δραματουργική σύνθεση. Δεν προσπαθεί να «εκσυγχρονίσει» τον Σαίξπηρ, αλλά να τον αντιμετωπίσει ως ένα ανοιχτό φιλοσοφικό και ψυχικό πεδίο. Τα στοιχεία από τη γραφή της Σάρα Κέιν λειτουργούν εννοιολογικά, ενισχύοντας την αίσθηση αδιεξόδου, επανάληψης και ψυχικής διάλυσης. Η αξία του κειμένου, για μένα, βρίσκεται στο ότι δεν προσφέρει λύσεις — οργανώνει ερωτήματα. Και αυτό το θεωρώ πιο επίκαιρο από ποτέ.
Πώς βίωσες τη συνεργασία σου με τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης;
Η συνεργασία δεν βασίστηκε στην άνεση ή την αρμονία. Βασίστηκε σε μια κοινή αποδοχή της δυσκολίας. Από την αρχή ήταν σαφές ότι δεν μας ενδιέφερε να «συνεννοηθούμε» εύκολα, αλλά να συνυπάρξουμε μέσα σε ένα πεδίο αβεβαιότητας, σύγκρουσης και ερωτημάτων.
Η πρόβα λειτούργησε περισσότερο ως χώρος σκέψης και λιγότερο ως χώρος εκτέλεσης. Αυτό που εκτίμησα βαθιά στους συνεργάτες μου ήταν η διάθεσή τους να μείνουν μέσα στην ασάφεια, να μη ζητούν γρήγορες απαντήσεις ή ασφαλείς λύσεις. Να αντέχουν το γεγονός ότι πολλές φορές δεν ξέραμε αν αυτό που κάνουμε «δουλεύει» — μόνο αν μας μετακινεί.
Ως σκηνοθέτης και ταυτόχρονα ως ηθοποιός, βίωσα τη συνεργασία αυτή σαν μια συνεχή διαπραγμάτευση ορίων. Δεν υπήρχε κάθετη ιεραρχία, αλλά ένας κοινός χώρος ευθύνης. Αυτή η ένταση, πιστεύω, περνά τελικά και στο αποτέλεσμα.
Δεν θεωρώ τη συνεργασία αυτονόητα θετική. Τη θεωρώ πεδίο δοκιμής. Και σε αυτή τη δουλειά, οι συντελεστές στάθηκαν πρόθυμοι να δοκιμαστούν πραγματικά.
Πόσο σημαντική είναι για σένα αυτή η δουλειά και ποιες είναι οι προσδοκίες σου;
Αυτή η παράσταση είναι για μένα κάτι περισσότερο από ένα καλλιτεχνικό έργο. Είναι ο τρόπος μου να σταθώ απέναντι σε όλα όσα με απασχολούν στο θέατρο και στη ζωή: τη βία, τη μοναξιά, την πίστη, την ανάγκη να καταλάβουμε τι σημαίνει να υπάρχουμε όταν δεν υπάρχουν απαντήσεις.
Δεν με ενδιαφέρει η επιτυχία ή η αποδοχή. Με ενδιαφέρει η αλήθεια της στιγμής πάνω στη σκηνή. Η ακρίβεια. Η σύγκρουση με το κείμενο και με τον εαυτό μου.
Θέλω η παράσταση να υπάρξει ως γεγονός. Να αφήσει ίχνος. Να μείνει στον θεατή σαν ένταση, σαν μια παραισθητική εμπειρία που δεν κλείνει εύκολα, ακόμα κι αν δεν μπορεί να την εξηγήσει. Αν συμβεί αυτό, τότε η δουλειά έχει πετύχει τον σκοπό της — όχι για μένα, αλλά για όποιον τη βιώνει.




