13.2 C
Athens
Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου, 2026

Είδαμε την παράσταση «Ήμερη – Η Ανατομία μιας Πτώσης» σε σκηνοθεσία Γιάννη Νταλιάνη στο Θέατρο Θησείον

«Ήμερη- Η Ανατομία μιας Πτώσης», Φ. Ντοστογιέφσκι, Θέατρο Θησείον

Σκηνοθεσία- Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Νταλιάνης

Γράφει η Έλενα Γαζγαλή

Ένα σώμα ακίνητο, που πρόσφερε την ψυχή της ως ενέχυρο με αντάλλαγμα μια στάλα ελπίδα να ζήσει αναπνέοντας ελεύθερα. Ένας λόγος που ικετεύει για οίκτο μοιάζει να ακροβατεί στο κενό, και μια ατμόσφαιρα έντασης που διαρκώς υπονομεύεται από τον φόβο της μοναξιάς. Η «πτώση» δεν έχει αποφευχθεί, η σιωπή σπάει, η «Ήμερη» αποκτά φωνή και η ιστορία ξεκινά από την αρχή.

 […] «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση από το να μην αμφιβάλλεις πια καθόλου για την δύναμη που έχεις επάνω σε μία περήφανη»[…] « Εγώ φάνταζα γι’ αυτήν εκεί στην εξώπορτα σαν ένας ελευθερωτής!»

Ένας άντρας παντρεύεται μια νεαρή κοπέλα με το πρόσχημα να την σώσει από την φτώχεια. Τα βαθύτερα ασυνείδητα κίνητρά του είναι να σώσει ή να σωθεί; Να σωθεί από την μοναξιά ή από τον ίδιο του το εαυτό; Η γυναίκα αφαιρεί τη ζωή της και ο κόσμος που έστησε γύρω του καταρρέει. Τότε ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση μιας πτώσης. Μιας ποιητικής κατάδυσης στα αθέατα σκοτάδια της ψυχής του προσπαθώντας να βρει απάντηση σε ένα σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα. «Γιατί ασκούμε βία;», «Γιατί υποτασσόμαστε σε αυτήν;». Μια σταδιακή απογύμνωση του ψευδούς εαυτού γίνεται το οικοδόμημα της παράστασης μέσα από μικρές ρωγμές, υπαινιγμούς και επαναλήψεις. Η εξομολόγηση της σιωπηρής συνενοχής φανερώνει τους αθέατους μηχανισμούς της βίας και της υποταγής.

Η εσωτερική φωνή, εκείνη που γνωρίζει την αλήθεια του εαυτού γίνεται ο πιο σκληρός ανακριτής. Αμφισβητεί, κρίνει και κατακρίνει κάθε σκέψη, λέξη και πράξη του. Μέσα από αυτή την διαδικασία ο άντρας μετατρέπεται σε έναν παντογνώστη αφηγητή που δίνει ζωή σε όσα η μνήμη και το ασυνείδητο του σιωπούσαν. Γυρνάει πίσω στο χρόνο και αφήνει χώρο στη δράση να «ξετυλίξει το κουβάρι» βάζοντας την αλήθεια στο στόμα των άλλων.

«Τι θέλεις από μένα; Να γίνω καλή; Καλή και σιωπηλή; Σαν πεθαμένη;»

Η “Ήμερη” δεν είναι μόνο η γυναίκα που μαθαίνει να αντέχει, αλλά και ο θεατής που εξοικειώνεται με την κακοποίηση καθώς αυτή εξελίσσεται μπροστά του. Η εξημέρωση δεν αφορά τη φύση, αλλά την ανθρώπινη αντίσταση. Το έργο θέτει ένα σκληρό ερώτημα: «πότε η ανάγκη για επιβίωση μετατρέπεται σε συνενοχή;» Ο θεατής παρακολουθεί την ηρωίδα να μεταβαίνει από την αντίσταση στη σιωπή, από την αυτοδιάθεση στην προσαρμογή. Αυτή η μετάβαση είναι το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο του έργου, καθώς δεν παρουσιάζεται ως εξαίρεση, αλλά ως κάτι επικίνδυνα οικείο. Η “ημερότητα” εδώ δεν είναι αρετή· είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού.

«Η κυρίαρχη εντύπωση που μένει είναι η αίσθηση μιας απελπιστικής μοναξιάς όλων των ηρώων»

Η σκηνοθεσία του Γιάννη Νταλιάνη ξεχωρίζει για τη λιτότητα και την εσωτερικότητά της, επιλέγοντας να φωτίσει περισσότερο τις ψυχικές διαδρομές των χαρακτήρων παρά το εξωτερικό δράμα. Με προσεγμένες παύσεις, μετρημένες κινήσεις και έμφαση στον ρυθμό του λόγου, ο σκηνοθέτης δημιουργεί μια ατμόσφαιρα έντασης που χτίζεται υπόγεια και σταδιακά. Σκοπός του δεν είναι να συμπαρασύρει το κοινό συναισθηματικά με μια μελοδραματική ατμόσφαιρα. Αντίθετα, αφήνει τον θεατή ανήσυχο, με ερωτήματα που συνεχίζουν να τον συνοδεύουν και μετά το τέλος της παράστασης. Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, ούτε σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο θύμα και τον θύτη. Αυτή η ασάφεια είναι ίσως το πιο τολμηρό στοιχείο της παράστασης, καθώς αναγκάζει τον θεατή να αναμετρηθεί με τις δικές του αντοχές και όρια.

Η σκηνική οικονομία λειτουργεί υπέρ του έργου, αφήνοντας χώρο στις ερμηνείες να αναπνεύσουν και στο συναίσθημα να αναδυθεί χωρίς υπερβολές, ενώ η συνολική σκηνοθετική ματιά αποπνέει συνέπεια και καθαρή δραματουργική πρόθεση.  Ο περιορισμένος χώρος γίνεται φυλακή, ενώ τα αντικείμενα αποκτούν συμβολικό βάρος, υπογραμμίζοντας την αίσθηση εγκλωβισμού και ελέγχου. Κεντρικό σκηνικό γύρω από το οποίο εξελίσσεται όλη η  δράση είναι ένα γραφείο ενεχυροδανειστηρίου που επιμελήθηκε εξαιρετικά η Νατάσσα Τσιντικίδη. Το λιτό αυτό σκηνικό όχι μόνο εξυπηρετεί την εξέλιξη της πλοκής αλλά γίνεται το τείχος που υψώνουν οι ήρωες γύρω τους. Ο φωτισμός του Χάρη Δάλλα έρχεται αριστοτεχνικά να συμπληρώσει τη συνολική ατμόσφαιρα με σκιές που εντείνουν την αίσθηση της ψυχικής αποξένωσης. Η μουσική του Ορέστη Ντάντου χτίζει ηχητικά την επερχόμενη πτώση και δίνει τον τόνο μιας πραγματικής «ανατομίας». Ο Δημήτρης Πιατάς δανείζει την φωνή του στον ανακριτή που λειτουργεί ως τη φωνή της συνείδησης που αντηχεί μέσα στο μυαλό του ήρωα.

«Το σώμα των ηθοποιών λειτουργεί ως βασικό εκφραστικό μέσο: οι παύσεις, τα βλέμματα, η ακινησία μιλούν συχνά πιο δυνατά από τον λόγο.»

Η ερμηνεία του Χάρη Χαραλάμπους Καζέπη διακρίνεται για την εσωτερική της δύναμη και την υποδειγματική οικονομία εκφραστικών μέσων. Με προσεκτικά ζυγισμένες αντιδράσεις, ο ηθοποιός αποτυπώνει έναν χαρακτήρα σε διαρκή εσωτερική σύγκρουση, προκαλώντας ανάμεικτα συναισθήματα άλλοτε συμπόνιας και άλλοτε οργής. Η σκηνική του παρουσία παραμένει σταθερά εστιασμένη κερδίζοντας τον θεατή με την αλήθεια και τη συνέπειά της, συμβάλλοντας καθοριστικά στη συνολική δραματουργική ισορροπία της παράστασης.

Η Ιώβη Φραγκάτου, ένα πλάσμα σαν αερικό, ερμηνεύει την «Ήμερη» με έναν μαγικό τρόπο σα να είναι όντως ένας έκπτωτος άγγελος που γεμίζει με φως τη σκηνή. Μια πολυτάλαντη ηθοποιός που παίζει πιάνο, τραγουδάει και χορεύει και απλά σε μαγνητίζει να ακολουθείς κάθε της κίνηση, κάθε της βλέμμα και στο τέλος συντονίζεσαι με την κάθε της αναπνοή. Έγινε εκείνη η φωνή που ψιθυρίζει μέσα μας «I wish I knew how it would feel to be free», ο αντίλαλος της  επιθυμίας του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία. Η υψηλή της αισθητική φανερώνεται και στον σχεδιασμό των κουστουμιών των οποίων επιμελήθηκε.

«Μια χούφτα αίμα! Μόνο μια χούφτα αίμα!»

Ο ρόλος της Λουκέριας, της υπηρέτριας που είναι παρούσα και παρακολουθεί όλη την εξέλιξη ως την πτώση είναι καίριος και απαραίτητος. Ουσιαστικά είναι ο απλός παρατηρητής που με την αθωότητα και την διακριτική του παρουσία γίνεται η γέφυρα με την πραγματικότητα του έξω κόσμου. Η Δήμητρα Σταύρου ερμηνεύει με αμεσότητα, φυσικότητα και ευαισθησία τον ρόλο και μας κέρδισε με το εκφραστικό της βλέμμα. Μια πολλά υποσχόμενη νέα ηθοποιός που θα την παρακολουθούμε με χαρά στα βήματά της.

« Πάρτε την! Πάρτε την και βάλτε την κι αυτή στην αποθήκη με τα ενέχυρα!»

Όπως άλλωστε και τον Γιώργου Κορομπίλη που ερμηνεύει τον Εφημόβιτς. Η ερμηνεία του μεστή και γήινη οικοδομώντας τον ήρωα με προσοχή και δίνοντας τη διάσταση ενός alter ego του κεντρικού ήρωα αφηγητή. Υποκρινόμενος τον αντεραστή που διεκδικεί την «Ήμερη» αντικατόπτρισε εκείνη την καταπιεσμένη πλευρά του που διαθέτει την τόλμη στη ζωή και στον έρωτα που θα ήθελε να έχει.  

«Αυτό είναι τρομαχτικό! Τραγουδάει ενώ ξέρει ότι είμαι δω, δίπλα. Ότι μπορεί να την ακούσω. Και αυτό δεν την νοιάζει! Δεν την απασχολεί!»

Η «Ήμερη» δεν ζητά παρά μόνο να ακουστεί. Να ακουστεί μέσα από τα βλέμματα, τις ανάσες και τις σιωπές εκεί που κρύβεται ο λόγος της ύπαρξης μας. Πρόκειται για μια παράσταση που δουλεύει μέσα μας ακόμα και όταν τα φώτα έχουν σβήσει σκαλίζοντας αργά τον ψυχισμό μας αποκαλύπτοντας τον φόβο για τα ειπωμένα και τα ανείπωτα στη ζωή.

Πληροφορίες για την παράσταση ΕΔΩ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα