17 C
Athens
Τετάρτη, 29 Απριλίου, 2026
Αρχική ΣΤΗΛΕΣ Ο γΚΟΥΡΟΥ Κόρα Καρβούνη, Άννα Μάσχα και Γιάννης Τσορτέκης, τρία σημαντικά ατού του “Αυτή...

Κόρα Καρβούνη, Άννα Μάσχα και Γιάννης Τσορτέκης, τρία σημαντικά ατού του “Αυτή η νύχτα μένει”

0
2758

Σε μια τηλεοπτική αγορά που ασχολείται ακόμα με τοπικές βεντέτες σα να μη φύγαμε ποτέ από το 90, όπως ο Σασμός (παρά την παρουσία και πολύ καλών ηθοποιών στο καστ) και η Γη της Ελιάς, ενώ πηγαίνει για 3η σεζόν μια σειρά αισθητικής ελληνικού αθάνατου Πάσχα, όπως ο “Πλάτανος” προσωπικά αδιαφορώ για την τηλεθέαση των σειρών.

Αυτές βέβαια διαμορφώνουν την αγορά και όλοι που εμπλέκονται με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο με τις ελληνικές σειρές (και όχι μόνο φυσικά) αναγκαστικά ασχολούνται με τις μετρήσεις από τα μηχανάκια. Του πόσο αξιόπιστες είναι αυτές οι μετρήσεις και κυρίως πόσο αντιπροσωπευτικές είναι ένα άλλο θέμα για το οποίο πειστικές απαντήσεις μάλλον είναι δύσκολο να δοθούν.

Όσο, λοιπόν, δεν πιστεύουμε στην αλήθεια των μετρήσεων, αλλά τόσο καλούμαστε να τις αποδεχόμαστε και να πορευόμαστε με αυτές. Και τι έδειξαν οι μετρήσεις για τα βράδια του διημέρου 10-11 Οκτωβρίου; Ότι τρεις ελληνικές σειρές ήταν πολύ κοντά η μία στην άλλη, γεγονός που επιβεβαιώνει και την αντίστοιχη κινητικότητα στο twitter για την πρόθεση του κοινού να προτιμά τη μυθοπλασία από τα ριάλιτι π.χ.. Στον Alpha, που είναι ξεκάθαρο ότι ποντάρουν πολλά στο “Αυτή η νύχτα μένει” ενδεχομένως να μην υπολόγιζαν και τόσο ότι σε ANT1 και Mega ήδη είχαν ξεκινήσει οι “Παγιδευμένοι” και το “Μαύρο ρόδο” αντίστοιχα.

Αν μάλιστα υπολογίσουμε ότι τη Δευτέρα παίζεται στην ΕΡΤ1 και το “Κάνε ότι κοιμάσαι”, που έχει επίσης δημιουργήσει ένα σταθερό κοινό, η νέα σειρά του Alpha είχε απέναντι της τρεις και όχι δύο ελληνικές σειρές. Επομένως τα νούμερα της πρεμιέρας του “Αυτή η νύχτα μένει” δεν ήταν μάλλον τα επιθυμητά για μια πολυδιαφημισμένη πρεμιέρα, αλλά ούτε και για τη 2η μέρα προβολής (που είναι σχεδόν πάντα πιο χαμηλά από την πρεμιέρα).

Ο υγιής ανταγωνισμός, ωστόσο, μπορεί και πρέπει να λειτουργεί θετικά στη βελτίωση του παρεχόμενου προϊόντος.

Πάμε, όμως, στις εντυπώσεις μας από τα δύο πρώτα επεισόδια του πολυαναμενόμενου “Αυτή η νύχτα μένει”. Σίγουρα στα θετικά πέρα από τη φωτογραφία που  είναι σε υψηλά επίπεδα (δημιουργώντας προσδοκίες για μια σειρά κινηματογραφικής αισθητικής) είναι και το καστ – στην  πλειονότητα του τουλάχιστον.

Πέρα από τους πολύ γνωστούς Βασίλη Μπισμπίκη, Γιάννη Στάνκογλου, αλλά και αρκετούς ακόμα ηθοποιούς του βασικού κάστινγκ, που το συνθέτουν συστήθηκαν ουσιαστικά στο ευρύ ελληνικό τηλεοπτικό κοινό τρεις διακεκριμένοι ηθοποιοί που κάνουν πολύχρονη σπουδαία καριέρα στο θέατρο (Άννα Μάσχα), αλλά και στον κινηματογράφο (μαζί φυσικά με το θέατρο), όπως η Κόρα Καρβούνη και ο Γιάννης Τσορτέκης.

Τρεις ηθοποιοί δηλαδή, που έλειπαν μέχρι φέτος σε τακτικό επίπεδο από την ελληνική τηλεόραση, όμως από τις πρώτες τους στιγμές στη νέα σειρά του Alpha έδειξαν την αξία τους.

Η διαφορά ενός πολύ καλού ηθοποιού από έναν ηθοποιό, που απλά τα “λέει” ή “παίζει καλά χαρακτήρες που μοιάζουν πολύ με τον ίδιο” είναι πολύ σημαντική.

Μπορεί να του δώσει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ ότι είναι από γραφής ή να τον απογειώσει.

Όπως συμβαίνει δηλαδή με τη “Νίτσα”. Η Κόρα Καρβούνη είναι η κλασική απόδειξη του πώς ένας ηθοποιός, παίζοντας “σοβαρά” έναν κωμικό ρόλο, τον αποδίδει με ευστοχία. Η αλήθεια είναι πως κανονικά δεν χρειάζεται συστάσεις. Μπορεί να παίξει με την ίδια επιτυχία ένα τοξικοεξαρτημένο άτομο, μια διευθύντρια, μια “Νίτσα”, μία μυστήρια περσόνα (όπως π.χ. στο Έτερος Εγώ) και γενικά τα πάντα όλα. Στην τηλεόραση μέχρι τώρα έπαιζε κυρίως ως γκεστ ή σε αυτοτελή επεισόδια (π.χ. 10η Εντολή), αλλά αυτός είναι ο πρώτος βασικός ρόλος σε σειρά με τουλάχιστον δύο επεισόδια την εβδομάδα.

Προσωπικά τη θεωρώ τόσο καλή, που πιστεύω ότι θα έπρεπε να παίζει και στο εξωτερικό και αν την παρομοίαζα με μια διάσημη ηθοποιό του Χόλιγουντ θα έλεγα πως είναι η δική μας αντίστοιχη Κέιτ Μπλάνσετ.

Θυμάμαι στη ραδιοφωνική μας συνέντευξη τον Ιανουάριο του 2015 στον karmaradio μεταξύ άλλων ορισμένες τις ατάκες, που είναι από μόνες τους τίτλοι άρθρων. Όπως του ότι,”δεν μπορείς να κάνεις καλό δράμα αν δεν έχεις χιούμορ”, ή “εγώ είμαι κωμικός ηθοποιός, αλλά με έχουν παρεξηγήσει”, “η ζωή είναι σκληρή, αλλά και βαθιά γελοία”, “οι ρόλοι χτίζονται με μαθηματική ακρίβεια και η υποκριτική είναι μαθηματικά” “ολοι μπορούν να γίνουν καλοί ηθοποιοί, αρκεί ν’ ακούνε”, “δεν χρειάζεται να βασανίζεται ένας ηθοποιός για να βγάλει καλά έναν ρόλο”, καθώς και αστείες στιγμές της ζωής της, όπως όταν την αναγνώρισαν “ημιλιπόθυμη στην Ευελπίδων μπροστά από ένα κασόνι μπύρες”, όταν “την αποκάλεσαν έντεχνη ηθοποιό, ενώ εννοούσαν “κουλτουριάρα”, αλλά για εκείνην αυτές οι ταμπέλες δεν υφίστανται”, το “πόσο αστείο της φαινόταν όταν υποδυόταν την Ευρυδίκη στο θέατρο Πορεία να βλέπει τη φωτογραφία της σ’ ένα τρόλεϊ” και το αποκορύφωμα “όταν ήταν στο Λονδίνο και έβλεπε μια παράσταση ενώ ήταν εκεί ο Κέβιν Σπέισι ήρθε μια γυναίκα και της είπε, “α είστε η Κόρα Καρβούνη, συγχαρητήρια”.

Είχε πει τότε, όμως, – με ξεκάθαρα δείγματα αυτοσαρκασμού, που για μένα τουλάχιστον υποδηλώνει χιούμορ – και κάτι άλλο σημαντικό. Το ότι οι ξένοι σκηνοθέτες που έχει συνεργαστεί στο θέατρο πάντα της έλεγαν πόσο καλοί είναι οι Ελληνες ηθοποιοί. 

Και ευτυχώς έχουμε πολλούς καλούς. Η Άννα Μάσχα είναι αναμφισβήτητα μία εκ των κορυφαίων και ήδη μια ματιά στο twitter επιβεβαιώνει και την – σπάνια είναι αλήθεια – καθολική αναγνώριση της από το κοινό.

Οσο για τον τρίτο του τίτλου μας, Γιάννη Τσορτέκη είναι ο ρόλος – που όπως εμφανίζεται τουλάχιστον – παραπέμπει περισσότερο από κάθε άλλον στον καλοκάγαθο επαρχιώτη θαμώνα σκυλάδικου του 80. Είναι ηθοποιός τέτοιος ο Τσορτέκης, που έχει το χάρισμα να κάνει δικό του τον ρόλο και να στο μεταδίδει αβίαστα.

H παρουσία Μπισμπίκη – Στάνκογλου (ηθοποιός αξιώσεων σε ό,τι και αν κάνει, φοβερό το στιγμιότυπο στο άδειο δωμάτιο της γυναίκας του και η εναλλαγή συναισθημάτων του μέχρι την ανακάλυψη ενός κρυμμένου μυστικού 25ετίας) στο βασικό δίπολο προδιαθέτει για δυνατές σκηνές (και μεταξύ τους), ενώ επιτέλους είδαμε και δύο αδερφές που μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους (Μελίνα Λεφαντζή και Ναταλία Σουίφτ).

Aυτό που φάνηκε να λείπει από τα δύο πρώτα επεισόδια είναι η αίσθηση της νύχτας (που υποθέτω ότι θα φτιάξει όσο θα ρέει η ιστορία). Όχι μόνο στην πασοκική δεκαετία του 80 με τα πεντοχίλιαρα να ρέουν άφθονα μαζί με τις σαμπάνιες, αλλά της νύχτας γενικότερα. Σ’ ένα σκυλάδικο, που μοιάζει “γυμνό’ από μόνιμο προσωπικό (1 σερβιτόρος και μια λουλουδού δε μετράνε φυσικά) βασικοί εργαζόμενοι απουσιάζουν (οχι μουσικοί και τραγουδιστές), ενώ οι κομπάρσοι – θαμώνες δυσκολεύονται να πουν με αληθοφάνεια, ακόμη και μια λέξη.

Tο θέμα των κομπάρσων στις ελληνικές σειρές δε φαίνεται να λύνεται με τίποτα.

Ένώ διαθέτουμε τόσους ηθοποιούς με τους κομπάρσους συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Εκείνοι που να μπορούν να εμφανίζονται με αληθοφάνεια αγνοούνται.

Οι μισοί στο 1ο επεισόδιο γελούσαν πριν ακόμα ακούσουν την ατάκα και οι άλλοι μισοί γελούσαν τόσο ψεύτικα, που ούτε καν με στιγμή πρόβας τους δεν έμοιαζε.

Βέβαια και στις Άγριες Μέλισσες οι περισσότεροι κομπάρσοι δεν μπορούσαν να ολοκληρώσουν σωστά μια πρόταση, όμως η σειρά πήγε τρία χρόνια με τη γνωστή σε όλους επιτυχία. 

Του Κυριάκου Κουρουτσαβούρη, 12/10/2022

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ