53 χρόνια έχουν περάσει από το παρθενικό του ανέβασμα, στις 22 Ιουνίου του 1973, στο Θέατρο ‘’ΑΘΗΝΑΙΟΝ’’, όπου προκλήθηκε μια θεατρική πρόσληψη μη υπολογίσιμων διαστάσεων όπως είχε πει και ο ίδιος ο Καμπανέλλης, ‘’… Παρ’ όλο που η πρόθεση μας με το έργο αυτό, ήταν να ασκήσουμε κριτική στο δικτατορικό καθεστώς, αυτό που ακολούθησε δεν το είχαμε υποπτευθεί… με αποτέλεσμα έργο και παράσταση να μεταμορφώσουν τον χώρο του Θεάτρου σε αντιστασιακό κατά της Χούντας χώρο’’.
Νεαρός τότε εγώ, θυμάμαι ότι με συγκλόνισε εκείνη η παράσταση που ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου, αποτελούμενός από πρωταγωνιστές της εποχής, τολμήσαν ν’ ανεβάσουν. Μια παράσταση που σε λίγο χρονικό διάστημα, ξέφυγε από τα θεατρικά όρια και μεταμορφώθηκε σε πολιτική διαμαρτυρία. Τα τραγούδια που πρωτοακούστηκαν στη παράσταση σε στίχους του ίδιου του Καμπανέλλη και μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, ερμηνευμένα ιδανικά από τον Νίκο Ξυλούρη, πήραν και αυτά μια δια μαρτυρική διάσταση για το κοινό (λέγεται ότι 400.000 θεατές παρακολούθησαν το πρώτο αυτό ανέβασμα). Ξανά ανέβηκε ένα χρόνο αργότερα, το 1974, (3 Αυγούστου), στις αρχές της περιόδου της Μεταπολίτευσης.
Το 2012 ανεβαίνει ξανά σε παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και του Θεάτρου ‘’Ακροπόλ’’, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη και με σημαντικούς ηθοποιούς, και τον Σταύρο Ξαρχάκο να διευθύνει την ορχήστρα, πραγματοποιώντας μια μεγάλη περιοδεία στην Ελλάδα.
Ας μου επιτραπεί να καταθέσω μια σειρά από σκέψεις που μου γεννήθηκαν παρακολουθώντας την επαναφορά, του ‘’Το Μεγάλο μας Τσίρκο’’, στο ‘’Θέατρον’’ του Κέντρου Πολιτισμού ‘’Ελληνικός Κόσμος’’, του χαρακτηρισμένου ως σημείο αναφοράς και με άκρως υπολογίσιμο το αποτύπωμα που άφησε η πρώτη παράσταση του ’73 και ‘74 όχι μόνο στην ιστορία του Θεάτρου, αλλά και σε κοινονικοπολιτικό επίπεδο και χαρακτηρίστηκε ως σύμβολο κατά της Χούντας.
Εν έτη (πρώτη σκέψη) 2026 πλέον, τι έχει να πει, να δώσει στον, στην θεατή, αυτό το έργο που τότε γράφτηκε για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Οι δημιουργοί του, εμμέσως πλην σαφώς, τότε, επιχείρησαν να καταγγείλουν την ασφυκτική, ανελεύθερη, δια στροφική πολιτική κατάσταση που είχε επιβάλλει η Χούντα των Συνταγματαρχών.
Δεύτερη σκέψη. Επιτρέπεται μια παράσταση, που αναφέρεται με ιδιαίτερα καυστικό, χιουμοριστικό, αυτοσαρκαστικό, σατιρικό τρόπο, εκ της γραφής του και εν συνεχεία της σκηνικής απόδοσής του, σε γεγονότα που εκείνη την σκοτεινή περίοδο, φίμωσαν με την λογοκρισία, κάθε τι το εκφραζόμενο, που θα τολμούσε να έχει, έστω και ψήγματα, ενάντια στο τότε καθεστώς. Έχει ανταπόκριση στο σήμερα το ‘’Μεγάλο μας Τσίρκο’’ και όσα πραγματεύεται, ειδικά στους νεότερους θεατές, που δυστυχώς δεν γνωρίζουν την αληθινή ιστορία του τόπου μας, ίσως δε και να μη τους ενδιαφέρει;
Τρίτη σκέψη. Άντε και να δεχτούμε πως ‘’Το Μεγάλο μας Τσίρκο’’, διατηρεί την δυναμική του και δεν υποτιμάτε η αξία του χαρακτηριζόμενο τώρα ως ‘’γραφικό’’ και ξεπερασμένο.
Από την άλλη, αν το Θέατρο έχει την αξία που το διακατέχει, έχει το φυσικό επακόλουθο να ενσωματώσει με σεβασμό και ευρηματικότητα, το τότε στο τώρα, να βρει τις συνιστώσες που θα αναδείξουν την πνοή που δίνει το σήμερα, σε ένα θεατρικό έργο αναφοράς όπως αυτό; Tότε μπορεί να παρουσιαστεί ένα έργο 50ετίας και πλέον και λαμβάνοντας υπ’ όψη το βαθύ αποτύπωμα που έχει αφήσει, στον χώρο που ανήκει και με τον τρόπο κινείτε το σημερινό θέατρο;.
Πέρα, λοιπόν, από αυτές τις σκέψεις μου και τις όποιες αμφιβολίες μου, παρακολουθώντας το σύγχρονο αυτό ανέβασμα στο ‘’Θέατρον’’ του Ελληνικού Κόσμου, είδα πως ‘’Το Μεγάλο μας Τσίρκο’’ δεν έχει παλιώσει, δεν έχει αποκτήσει την πατίνα της γραφικότητας, μπορεί να αποδώσει στο κοινό τον ισχυρό του κειμενικό λόγο, να εστιάσει σε αυτό το μεγάλο κάτι που πάντα ανασαίνει και χαρακτηρίζει τον Λαό μας. Να αποδώσει αυτό που με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να αρνηθούμε. Την αγωνία για την επιβίωση, το ‘’ρωμέικο’’ ταπεραμέντο μας, την αγνότητα της πεποίθησης ότι μπορούμε να ξεπερνάμε τις δυσκολίες και να ανοίγουμε πιο ελπιδοφόρους δρόμους.
Στο τωρινό λοιπόν ανέβασμα, δεν μπορεί κανείς να μη διακρίνει την θέληση, την καλή πρόθεση του σκηνοθέτη και την δραματουργική απόδοση- επεξεργασία που έκανε ο Πέτρος Ζούλιας σε αυτό το σημαντικό και καθοριστικό έργο.
Δεν μπορεί κανείς να μην δει την τολμηρή απόφαση, να αποδοθεί μια αλήθεια που δεν έχει ξεθωριάσει, αλλά ακόμη υπάρχει καθώς η ιστορία επαναλαμβάνεται, αν όχι με τον ίδιο τρόπο, αλλά με τις συνιστώσες που δημιουργούνται σε κάθε εποχή.
Ο κ. Ζούλιας μετέφερε με τιμιότητα και σεβασμό αυτό το έργο και την διαχρονική ζωντάνια του, στο σημερινό Θέατρο και σε ότι αυτό εκφράζει. Δεν σκέφτηκε ούτε να το αλλάξει που θα ήταν μεγάλη προσβολή, θέλησε όμως να του δώσει μια πιο σύγχρονη απόδοση , μια νέα εκφορά που να αφορά και τον σημερινό θεατή. Ναι, ενέταξε κάποια σημερινά γεγονότα που έχουν τραυματικά συμβεί, κρατώντας όμως αυτό καθ’ εαυτό το κείμενο, την δράση, την αντίδραση, τον λόγο ύπαρξης του, μέσω των μικρών επεισοδίων που αναφέρονται απεικονιστικά στην ιστορική μας πορεία. Και νομίζω ότι ο κ. Ζούλιας δεν αποφάσισε απαίδευτα το ρίσκο που υπέκρυπτε η θεατρική επαναφορά του ‘’Τσίρκου’’ , ούτε το έκανε, θεωρώ, για την υστεροφημία του. Θεωρώ (ως προσωπική μου γνώμη το γράφω), πως η πρόθεση δεν ήταν να επαναλάβει την τότε παράσταση που και άλλη σκηνοθετική γραμμή είχε και με άλλον θεατρικό, υποκριτικό τρόπο ανέβηκε. Εξάλλου γίνεται φανερό αυτό και από την επιλογή των ηθοποιών που συμμετέχουν στη παράσταση.
Αρχής γενομένης από την Ελεονόρα Ζουγανέλη που ερμηνεύει το ‘’Ρωμιάκι’’, με φανερή την φρεσκάδα και την ενδιαφέρουσα όμως απόδοση του ρόλου από μια μη ηθοποιό, αλλά μια καλλιτέχνιδα που εξ απαλών ονύχων είναι στον χώρο και έχει εξελιχθεί σε σπουδαία τραγουδίστρια και έχει δουλέψει πολύ σε σχέση με την σκηνική της παρουσία και με χαρακτηριστικό την αμεσότητα της.
Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, ως Ο ‘’Ρωμιός’’, επικαλείται μια αξιοπρόσεκτη ερμηνεία, ισορροπώντας ανάμεσα στην κωμική απόδοση και την συναισθηματικά φορτισμένη, καθώς κυριαρχεί και με την σωματική διάπλαση όσο και με την χαρισματική του υποκριτική, εκτός του ότι αποκαλύπτει και έναν εξαιρετικό τραγουδιστή, όντως επιβάλλεται επί σκηνής.
Ο Γιάννης Ζουγανέλης ήταν για εμένα μια έκπληξη. Αποβάλλοντας την γνώριμη σε όλους μας μανιέρα του, αποδυθεί έως και συγκινητικά τον Κολοκοτρώνη με στιβαρότητα και αξιοπρέπεια, όσο και τον Καραγκιόζη με την αξιοσύνη και την Ρωμέικη υπόσταση που τον χαρακτηρίζει, στο επεισόδιο που το Θέατρο Σκιών που έστησε ο Τάσος Κώνστας, επιβεβαιώνει τα χαρακτηριστικά του Λαού μας με όλα τα στραβά και τα καλά του.
Μαζί τους, εξαιρετικοί ως σύνολο, καλά συγκροτημένο και δουλεμένο, να αποδίδει και ο/η καθένας ξεχωριστά την υποκριτική τους δυναμική.
Ο Μιχάλης Καζάνας, η Μαριάνα Τουντουσάκη (και βοηθός σκηνοθέτη), ο Μανώλης Γεραπετρίτης, ο Κώστας Καζάνας, ο Βασίλης Λέμπερος, ο Δημήτρης Καπετανάκος, ο Παναγιώτης Καρμάτης, ο Γιώργος Τσουρουνάκης, ο Ιάσονας Χρόνης, ο Βασίλης Παπαδημητρίου, ο Παντελής Ψακίδης, ο Δημήτρης Γαλάνης, η Άννα – Μαρία Κατσουλάκη, η Τάνια Ρόκκα, ο Ευθύμης Γεωργόπουλος, ο Γιώργος Τσούρμας, η Άννα Μονογιού, ο Μάρκος Ξύδης (και Β’ βοηθός σκηνοθέτη).
Ο Κώστας Τρανταφυλλίδης έδωσε άλλη πνοή στα συμβολικά πλέον όσο και καθοριστικά τραγούδια που συνέθεσε ο Σταύρος Ξαρχάκος σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη για την παράσταση το ’73 και που ήταν (και είναι) η συνέχεια της δραματοποιημένης αφήγησης και εξέλιξης της παράστασης και αποδόθηκαν οι συνθέσεις τους από την φυσική παρουσία επί σκηνής των οκτώ μουσικών… Βαχάν Γκαλστιάν, Αλέξανδρος Δημόπουλος, Δημήτρης Κούστας, Νίκος Μήλας, Γιώργος Πουλιάσης, Δημήτρης Σαββαΐδης, Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, Χάρης Χαραλάμπους
Ο χώρος όπου διαδραματίζεται η εξέλιξη, στην μεγάλη σκηνή του ‘’Θέατρον’’ πήρε μορφή ως τέντα ενός τσίρκου, σκηνικό που σχεδιάστηκε από την Μαρία Φιλίππου (με βοηθό τη Νεκταρία Ηλιάκη και ζωγράφο τον Βαλεντίνο Βαλάση) και το video art του Κάρολου Πορφύρη, καθώς φωτίστηκαν υποβλητικά από την Μελίνα Μάσχα (με βοηθό την Ισμήνη Σταρίδα). Σημαίνουσα η Μουσική Διδασκαλία του Νεοκλή Νεοφυτίδη, καθώς και οι αποδοτικές χορογραφίες του Φώτη Διαμαντόπουλου και βεβαίως τα πολλά κοστούμια του έμπειρου Νίκου Χαρλαύτη. Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης.
Μία παράσταση που σεβάστηκε το καθοριστικό παρελθόν του ‘’Το Μεγάλο μας Τσίρκο’’, απέδωσε αυτούσιο το κείμενο του Καμπανέλλη , έστω κι’ αν εισήχθησαν ως αναφορά σύγχρονα και επίκαιρα γεγονότα, επικεντρωμένη στην επίκληση, ότι το Θέατρο τιμά, αναπαράγει με ευρηματικότητα, δεν μιμείται, δεν προσβάλει αλλά παίρνει έμπνευσή από παλαιότερες παραστάσεις και δημιουργεί το νεότερο. Με ζωντάνια, φρεσκάδα, ευφροσύνη.
Του Γιάννη Γαβρίλη, 23/1/2026




