
Γιατί υπάρχει το θέατρο; Γιατί οι άνθρωποι το αγαπούν και επιθυμούν να το παρακολουθούν; Γιατί οι άνθρωποι να μην αρκούνται στο άκουσμα αλλότριων ανθρώπινων ιστοριών που συμβαίνουν γύρω τους και που αυτές συνήθως διαθέτουν το θεατρικό Δαντικό τρίπτυχο κόλαση-καθαρτήριο-παράδεισος; Γιατί οι άνθρωποι να έρχονται στο θέατρο και μάλιστα να πληρώνουν για να δουν μια ιστορία που και το Δαντικό τρίπτυχο διαθέτει και οι ηθοποιοί έχουν διδαχθεί να ερμηνεύουν τα λόγια με συγκεκριμένο τρόπο; Τι σημαίνει σκηνοθετική προσέγγιση και πόσες εκδοχές- σκηνοθετικές προσεγγίσεις του ίδιου έργου κάποιος μπορεί να δει; Και κυρίως γιατί να θέλει να τις δει;
Σε αυτές τις ερωτήσεις προσπαθεί να απαντήσει το θεατρικό έργο “Ζουβέ – Ελβίρα: Ένα θέαμα βασισμένο σε επτά μαθήματα του Λουί Ζουβέ”, σε σκηνοθεσία Θεόδωρου Γράμψα, που παρουσιάζεται από την Εταιρεία Θεάτρου Πράξη Επτά (Βαλτετσίου 45, Εξάρχεια) κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21.15 και κάθε Κυριακή στις 20.00.

Το συγκεκριμένο έργο δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, αλλά την απτή καταγραφή επτά μαθημάτων διδακτικής θεάτρου του σπουδαίου ηθοποιού, σκηνοθέτη, και δάσκαλου υποκριτικής Λουί Ζουβέ, όπως αυτά πραγματοποιήθηκαν από τον ίδιο στην δραματική σχολή που δίδασκε στο Παρίσι λίγο πριν αλλά και λίγο μετά την γερμανική εισβολή του 1940 επί της Γαλλίας, μέσα από την καταγραφή τους από την γραμματέα του Σαρλότ Ντελμπό, μετά από απαίτηση του ίδιου του Ζουβέ. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, και συγκεκριμένα την δεκαετία του ’80, η Μπριζίτ Ζακ, καθηγήτρια στην Εθνική Σχολή Τέχνης αναγνώρισε την θεατρική αξία και την καλλιτεχνική φύση αυτών των μαθημάτων χαρίζοντας τους την θεατρική αθανασία και έτσι μέσω του ανεβάσματος τους επίσημα στο θεατρικό σανίδι έγιναν αυτοτελές θεατρικό έργο. Και πολύ άξιο μάλιστα.
Το έργο μας παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο το καλλιτεχνικό άλγος της μαθήτριας Κλαούντιας (Ανδριανή Κυλάφη) κατά την προετοιμασία της να παίξει ένα από τους σημαντικότερους γυναικείους ρόλους του διεθνούς ρεπερτορίου, αυτού της Ελβίρας, από το έργο Ντον Ζουάν του Μολιέρου υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Ζουβέ (Θεόδωρος Γράμψας) και την “βοήθεια” των συμμαθητών της Ντον Ζουάν (Στέλιος Γιαννακός) και του Ζγαναρέλου (Νίκος Παλιούρας).

Το έργο, όπως ανέβηκε σε σκηνοθεσία Θ. Γράμψα, στην ουσία του μας επιτρέπει να εισερχόμαστε στην άδολη μυσταγωγία των αδύτων της διδακτικής του θεάτρου με τον πιο θαυμαστό τρόπο, σαν ο θεατής να είναι και ο ίδιος εκείνη την στιγμή συμμετέχων στην όλη διδακτική διαδικασία και όχι απλά ένα εξωγενές όργανο παρακολούθησης και κρίσης. Σε αυτό βοηθούν πολύ το λιτο αλλά λειτουργικό σκηνικό της Χριστίνας Κωστέα, τα απλά αλλά τόσο ουσιαστικά κοστούμια της Λίνας Σταυροπούλου και οι απαλοί αλλά αποτελεσματικοί φωτισμοί της Στέβης Κουτσοθανάση.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα είδους μελωδίας αλλά και ταξιδιού ταυτόχρονα πάνω στην τραχιά αλλά και παθιασμένη, δυνατή αλλά και δημιουργική, δύσκολη αλλά και μεταμορφωτική διαδικασίας “εύρεσης” ενός ρόλου και ομολογώ ότι στην συγκεκριμένη παράσταση καταλάβαινες από το πρώτο λεπτό πόσο μακριά πήγαν σε αυτό το ταξίδι οι ηθοποιοί και πόσο ατμοσφαιρικά έπαιξαν την μελωδία ως καλλιτέχνες. Αν δεν ψάξεις βαθιά μέσα σου, δεν το νιώσεις με όλες τις αισθήσεις σου και δεν ενεργοποιήσεις τα συναισθήματα σου, δεν μεταμορφωθείς, πραγματικός ηθοποιός δεν γίνεσαι, αντίθετα απλά πατάς στα πλήκτρα της καλλιτεχνικής σου μελωδίας φάλτσα και κακόφωνα. Κάτι που δεν ισχύει καθόλου για την συγκεκριμένη παράσταση, το ακριβώς αντίθετο. Καταλάβαινες από την αρχή το ποσό αρμονικά έπαιζαν την μελωδία της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας σαν ένα υπέροχο σύνολο αποτελούμενο από ξεχωριστές μοναδικότητες.
Η Ανδριανή Κυλάφη με την σπάνια τέχνη της σε άφηνε να πιστέψεις ότι όντως στο πρώτο κομμάτι του έργου δεν είχε συλλάβει το εύρος, το μέγεθος και το βάθος του ρόλου, δαμάζοντας σιγά σιγά την καλλιτεχνική της αξία, μέχρι να έρθει το μεταμορφωτική γεγονός της γερμανικής εισβολής στην Γαλλία, που σαν καταλύτης την μεταμόρφωσε στην επιτομή του Ελβιρικού ρόλου. Μια ηθοποιός που σίγουρα θα διαπρέψει στο θέατρο χάρη στην φυσική της χάρη, την καλλιτεχνική της ευγένεια και την κινητική της ικανότητα.
Ο Θεόδωρος Γράψας στο έργο ξεχωρίζει όχι μόνο για την διττή σκηνοθετική του δεινότητα (και του έργου και του ρόλου) αλλά και για την βαθιά συνειδητότητα του ρόλου του δασκάλου Ζουβέ. Λιτός σχεδόν δωρικός στις κινήσεις, πολυεπίπεδος ως μεταμορφωτής/αφυπνιστής της Ελβίρας, και παθιασμένος στο συναίσθημα δίδασκε με απλότητα ότι η ουσία είναι στο επέκεινα της ύπαρξης (ανθρώπου και καλλιτέχνη) και όχι στις τυπικότητες της τέχνης και της καθημερινότητας.
Ο Στέλιος Γιαννακός ως Ντον Ζουάν αποκαλύπτει μια ηρεμία και σταθερότητα μου ο μολιερικός ρόλος μπορεί να στερείται, και που όχι μόνο δεν είναι παράταιρη αλλά εμπλουτίζει τον ρόλο με στιβαρότητα και βάθος.
Ο Νίκος Παλιούρας, ως Ζγαναρέλος, σέβεται απόλυτα τον μολιερικό ρόλο (ομολογώ ο αγαπημένος μου ρόλος στον Ντον Ζουάν) κρατώντας με την εκφραστικότητα του την ισορροπία του έργου και με το λεκτικό κομμάτι του ρόλου την μετάβαση στο κάθε φορά επόμενο όριο της μαθησιακής πρόκλησης.
Εν ολίγοις, μια παράσταση διαμάντι που σίγουρα δεν πρέπει να χάσετε, όχι μόνο για την άριστη ενορχήστρωση της αλλά γιατί θα αποτελέσει κίνητρο για παραπέρα σκέψεις καθώς στην συγκεκριμένη παράσταση η μεταδοτικότητα του δαντικού τρίπτυχου διαπερνά σαν την μεταμορφωμένη φωνή της Ελβίρας στον θεατή, ο οποίος αισθάνεται άμεσα μέρος της μαθησιακής διαδικασίας.
Αναλυτικές λεπτομέρειες για τη συγκεκριμένη παράσταση, ακολουθούν στον εξής σύνδεσμο:
Της Αναστασίας Κούκη, 21/1/2023
Επιμέλεια άρθρου: Δημήτρης Κοτσίφης





