10.5 C
Athens
Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου, 2026

Το πρόσωπο της εβδομάδας: Ανθή Χριστοθανοπούλου – Ηθοποιός

Η αναγκαιότητα της κοινωνικής αλλαγής αντικατοπτρίζεται με φωνές σαν τη δική της. Δίνοντας δύναμη στο ν’ ακουστούν οι σιωπές, στο ν’ αναδυθούν οι ιστορίες των καταπιασμένων. Γιατί ακόμη και αν ζούμε σ’ ένα άδικο κόσμο, υπάρχουν οι καλλιτέχνες εκείνοι, που αντιστέκονται. Όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και πρακτικά.

Για την Ανθή Χριστοθανοπούλου το θέατρο λειτουργεί σαν μια πυξίδα και κάτι βαθύτερο, το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ίδια της την ύπαρξη. Και μ’ έναν απελευθερωτικό τρόπο τη βοηθάει να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό της και τους άλλους. 

Από τότε που έστηνε το καλοκαίρι στο χωριό της παραστάσεις μέχρι το σήμερα, όπου παρά τις όποιες αντιξοότητες δε χάνει την αισιοδοξία της. Η φετινή σεζόν μάλιστα την βρήκε στην Κοζάνη στο ΔΗΠΕΘΕ αρχικά για την παιδική της σκηνή και την “Οικογένεια Νώε” της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου.

Και ενώ απολάμβανε τις συναντήσεις με νέους ανθρώπους στη ζωή της, άρχισε να βιώνει τους πιο δημιουργικούς, γόνιμους καλλιτεχνικούς της μήνες, γράφοντας το πρώτο της έργο. Συγγραφικό ντεμπούτο με μια θεατρική παράσταση, που να μην είναι όμως μόνο θέατρο. Έτσι προέκυψε το “Τρεις στο ρε και μια πενιά”, που παίχθηκε σε ταβέρνες της πόλης και που είχε μεγάλη αποδοχή.

Ως πρόσωπο της εβδομάδας η Ανθή μας μίλησε μεταξύ άλλων για το συγκεκριμένο της εγχείρημα (το οποίο αγκαλιάστηκε και στηρίχθηκε με θέρμη και από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης Στέλιο Χλιαρά), αλλά και για την τωρινή συμμετοχή της στη “Φάρμα των ζώων” του Τζορτζ Οργουελ, που παρουσιάζεται σ’ ένα εργοστάσιο (!) με τη σκηνοθετική σφραγίδα του Μάριου Κακκουλή.

* Το θέατρο μπήκε στη ζωή μου καθοριστικά στην Β’ λυκείου, όταν μπήκα στην θεατρική ομάδα. Από την πρώτη πρόβα, ένιωσα πως κάτι βαθύτερο με κινεί. Αργότερα, στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, βρήκα την ερασιτεχνική ομάδα της σχολής “Freakασέ” το πρώτο μου καλλιτεχνικό σπίτι. 

* Κι όμως, η σπίθα υπήρχε από νωρίτερα: τα καλοκαίρια στο χωριό, όπου με τις αδερφές μου και τα ξαδέρφια στήναμε παραστάσεις — έπαιζα, σκηνοθετούσα, έγραφα, έφτιαχνα τα κοστούμια. Το θέατρο με διαμόρφωσε πολύ πριν το καταλάβω συνειδητά· ήταν πάντα εκεί, πυξίδα και τρόπος να υπάρχω.

* Η υποκριτική για μένα ακουμπά σε δύο άξονες: τον τεχνικό και τον εσωτερικό. Ο πρώτος αφορά το σώμα, τη φωνή, την πειθαρχία· είναι σιωπηλή, επίμονη δουλειά. Ο δεύτερος είναι εκείνος που με συγκινεί πιο βαθιά: είναι το γιατί. Μέσα από τους ρόλους υπάρχω, καταλαβαίνω, θυμάμαι, ξαναμαθαίνω τον εαυτό μου. Κάθε πρόβα, κάθε ρόλος είναι μια συνάντηση και μια ανοιχτή διαδικασία κατανόησης. Ένας τρόπος να κάνω χώρο μέσα μου για τον Άλλον και να συναντώ το Αληθινό. Και αυτό, για μένα, είναι απελευθερωτικό.

* Ως ηθοποιός δεν μπορώ να είμαι αποκομμένη από την πραγματικότητα, καθώς η τέχνη μου είναι αντανάκλαση του κόσμου γύρω μου. Τα τελευταία χρόνια, η ιστορία είναι γεμάτη από τραγωδίες που δεν μπορούν να μείνουν αδιάφορες. Η γενοκτονία της Παλαιστίνης, η συγκάλυψη για τα Τέμπη, γυναικοκτονίες, η ολοένα αυξανόμενη αστάθεια της δημοκρατίας σε παγκόσμιο επίπεδο — όλα αυτά δεν είναι απλώς γεγονότα, είναι φωνές που καλούν για αλλαγή, για αλήθεια, για δικαιοσύνη.

* Ως καλλιτέχνες, είναι αδύνατον να παραμείνουμε αμέτοχοι. Η τέχνη μας καλεί να μην κλείνουμε τα μάτια, να μην κρύβουμε την αλήθεια για τα φαινόμενα που συμβαίνουν γύρω μας. Η πραγματικότητα είναι ωμή και συχνά σκληρή. Όμως, μέσα από την τέχνη, έχουμε τη δύναμη να κάνουμε τις σιωπές να ακουστούν, τις ιστορίες των καταπιεσμένων ν’ αναδυθούν. Στο θέατρο, στο σινεμά, στη μουσική — η ανάγκη για κοινωνική αλλαγή αντικατοπτρίζεται και αυτή γίνεται φωνή.

* Η αισιοδοξία μου, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν είναι άκριτη, αλλά σχετίζεται με την αντίσταση της τέχνης και του κόσμου που συνεχίζει να αντιστέκεται. Ενός κόσμου που, παρά την καταπίεση και την αδικία, αρνείται να σιωπήσει. Οι άνθρωποι που αγωνίζονται, οι γυναίκες που υψώνουν τη φωνή τους, οι νέες γενιές που απαιτούν δικαιοσύνη — αυτοί είναι που με κρατούν αισιόδοξη.

* Και η τέχνη, ακόμη και όταν η αλήθεια της είναι οδυνηρή, συνεχίζει να είναι το πιο ισχυρό όπλο μας ενάντια στον φόβο και την αδικία. Η πραγματική ελευθερία είναι η ικανότητα να κοιτάμε κατάματα την αλήθεια, όσο κι αν αυτή πονάει.

* Ο ρόλος των καλλιτεχνών σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες είναι πολύπλευρος. Από τη μία, επηρεαζόμαστε από την κοινωνική και πολιτική αδιαφορία, αλλά από την άλλη, η τέχνη μας αναγκάζει να αντισταθούμε, να συνεχίσουμε να δημιουργούμε και να καταγράφουμε την πραγματικότητα. Ειδικά όταν η Πολιτεία μας γυρίζει την πλάτη, εμείς αντιστεκόμαστε με τον λόγο μας, με το έργο μας.

* Η Πολιτεία έχει αποδεχτεί την τέχνη ως κάτι περιττό, και ενώ θα έπρεπε να την υποστηρίζει ως δύναμη αλλαγής, τη βλέπει ως πολυτέλεια. Όμως η τέχνη είναι ό,τι κρατά ζωντανή τη συνείδηση της κοινωνίας. Είναι το φως σε σκοτεινές εποχές, η φωνή των αδύναμων, η δύναμη της αντίστασης.

* Η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Και όσο η Πολιτεία συνεχίζει να την υποτιμά, εμείς οι καλλιτέχνες θα συνεχίσουμε να την υπερασπιζόμαστε. Η τέχνη δεν θα σωπάσει ποτέ.

* Αυτήν τη στιγμή βρίσκομαι στην Κοζάνη. Είχα έρθει τον Δεκέμβριο για την παράσταση της παιδικής σκηνής του ΔΗΠΕΘΕ, με την “Οικογένεια Νώε” της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου σε σκηνοθεσία της Μαρίας Βαρδάκα. Η παραμονή μου όμως πήρε παράταση καθώς ξεκίνησε ένα άλλο ταξίδι τελείως διαφορετικό.

* Η παράσταση «Η Φάρμα των Ζώων» του Τζορτζ Όργουελ σε σκηνοθεσία του Μάριου Κακουλλή, είναι κάτι πραγματικά μοναδικό και για μένα, μια εξαιρετική πρόκληση. Η βιωματική, περιπατητική φύση της παράστασης μέσα στο ίδιο το εργοστάσιο δημιουργεί μια έντονη αίσθηση αμεσότητας και συμμετοχής, κάτι που δεν έχω ξαναζήσει. Δεν παρακολουθείς απλώς το έργο, το ζεις. Κι αυτό το κάνει ακόμα πιο δυναμικό και επίκαιρο, γιατί δεν μένεις απλός θεατής, αλλά γίνεσαι μέρος του ίδιου του κόσμου της «Φάρμας». 

* Η αλληλεπίδραση με τον χώρο κάνει την παράσταση τόσο έντονη και, ταυτόχρονα, αφυπνιστική. Στην «Φάρμα των Ζώων», η συμμετοχή είναι καθηλωτική, βιωματική. Είσαι μέρος του κάθε σκηνικού, της κάθε αλληλεπίδρασης. Κι αυτή η αμεσότητα, που γεννιέται μέσα από την περιπατητική και συμμετοχική διαδικασία, είναι που την κάνει τόσο αναγκαία για την εποχή μας. 

* Η παράσταση αποτυπώνει την ίδια την πάλη του ατόμου μέσα στην κοινωνία, της αντίστασης και της υποταγής. Εδώ, στον ίδιο χώρο, εκεί όπου γεννιούνται οι αντιφάσεις και οι αντισταθμίσεις του έργου, αυτό το έργο αποκτά άλλη διάσταση, δυναμική και αλήθεια.

* Και η αλήθεια αυτή δεν μένει απλώς να ακουστεί, αλλά βιώνεται με κάθε βήμα που κάνουμε μαζί με το κοινό, σε κάθε γωνιά του εργοστασίου. Μετά από μια παράσταση, με πλησίασε μια θεάτρια και με ρώτησε—με έναν τρόπο τόσο απλό και τόσο εύστοχο—αν τα τσιγκέλια που “κρεμάμε” τα ζώα ήταν μέρος του σκηνικού ή του εργοστασίου. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Ύστερα συνειδητοποίησα πως μιλούσε για τα τσιγκέλια, αυτά που οι εργάτες χρησιμοποιούν για να κρεμούν τους θερμοσίφωνες. Και ένιωσα μια απέραντη χαρά, σχεδόν παιδική. Γιατί σ’ εκείνη τη στιγμή, εκείνο το βλέμμα, χάθηκε η γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Και αυτό – για μένα – είναι το θέατρο. Όταν ο κόσμος γύρω σου μετατοπίζεται μόλις λίγο, τόσο ώστε να γεννηθεί κάτι άλλο. Κάτι αληθινό.

* Ο ρόλος μου, στη δική μας διασκευή της Φάρμας των Ζώων, είναι εκείνος μιας μεταλλαγμένης πρώην – ζωικού πλάσματος, μιας φιγούρας που φέρει πάνω της όλα τα ίχνη του παρελθόντος και της μνήμης. Είμαι η οδηγός μέσα στον λαβύρινθο του εργοστασίου. Κάπως σαν αφηγήτρια, αλλά όχι ουδέτερη. Μια παρουσία που έχει υπάρξει μέσα στη φάρμα, που έχει ζήσει αυτά που τώρα βλέπουμε να εκτυλίσσονται, και στέκεται εκεί, ανάμεσα στο «τότε» και στο «τώρα», για να θυμίσει.

* Η διαδρομή μου είναι χρονική, συναισθηματική, υπαρξιακή. Είμαι αυτή που προειδοποιεί. Που ψιθυρίζει πως ό,τι βλέπετε, το έζησα. Και ότι αν δεν δούμε καθαρά, αν δεν αμφισβητήσουμε τη βολική αφήγηση της εξουσίας, θα ξαναβρεθούμε στο ίδιο σημείο. Στην ίδια φάρμα, με άλλο πρόσωπο. Μια λούπα. Μια επανάληψη με ελαφρώς διαφορετικά χρώματα, αλλά την ίδια μυρωδιά.

* Σ’ αυτό το σημείο θέλω να μιλήσω για ένα άλλο πρότζεκτ που γεννήθηκε εδώ στην Κοζάνη και κουβαλάει μέσα του μια τρυφερότητα αλλιώτικη. Οι πέντε αυτοί μήνες εδώ ήταν για μένα γόνιμοι, βαθιά δημιουργικοί, γεμάτοι από συναντήσεις που με άλλαξαν – ανθρώπους που αγάπησα και θαύμασα, και που πια έχουν ριζώσει μέσα μου σαν σταθερά, σαν πυξίδα για το πώς θέλω να συνεχίσω να υπάρχω μέσα στην τέχνη μου.

* Μια μέρα, στο σπίτι που συγκατοικούσαμε με τους συναδέλφους μου Κατερίνα Καούστου και τον Χρήστο Λοΐζο, τους μίλησα για μια ιδέα που κουβαλούσα χρόνια – μια ανάσα από τα παιδικά μου χρόνια, από τον μπαμπά μου, από τα ρεμπέτικα που ακούγονταν στο σπίτι μας, τα τραγούδια που έμοιαζαν να ξέρουν περισσότερα από όσα μπορούσε να πει κανείς.

* Ήθελα να φτιάξω ένα θεατρικό που να μη μοιάζει με θέατρο. Να ξεκινά απλά, σε μια ταβέρνα, σε ένα τραπεζάκι, με κρασί και φαγητό. Κι ύστερα, να ξεδιπλώνεται μπροστά σου μια ιστορία. Μια ιστορία που δεν έχει ανάγκη από αυλαία. Έτσι γεννήθηκε το «Τρεις στο ρε και μια πενιά». Παίξαμε σε ταβέρνες της Κοζάνης, κάθε βράδυ και μια νέα συνθήκη. ‘Αλλος χώρος, άλλη ενέργεια, άλλος κόσμος. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς τι θα συμβεί. Ούτε κι εμείς. Και κάπως έτσι, γεννιόταν κάτι αληθινό.

* Στο τέλος οι θεατές γίνονταν μαζί μας μια φωνή, μια ανάσα, ένα τραγούδι κοινό. Χωρίς διαχωρισμούς. Αυτό το έργο δεν θα είχε πάρει σάρκα και οστά αν δεν υπήρχαν άνθρωποι όπως ο Στέλιος Χλιαράς, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, που πίστεψε στην ιδέα και στάθηκε δίπλα της. Γιατί η τέχνη χρειάζεται πίστη και τόλμη.

* Μέσα από αυτήν τη δουλειά κατάλαβα πως με αφορά βαθιά το θέατρο που ξεφεύγει απ’ το κουτί της σκηνής. Που γεννιέται εκεί που δεν το περιμένεις. Που ανασαίνει μέσα σε αληθινούς χώρους, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ήρθαν απαραίτητα να δουν μια παράσταση, αλλά τελικά βρέθηκαν πρωταγωνιστές μιας ιστορίας, η οποία τους ξύπνησε μνήμες, ρίζες, φωνές κοινές.

* Από τότε κάτι έχει ανοίξει μέσα μου. Είμαι σε μια φάση πυρετώδους αναζήτησης. Θέλω να ψάξω πώς το θέατρο μπορεί να συναντά τη ζωή απροειδοποίητα. Σε μέρη αναπάντεχα. Οι δημιουργικοί μου παλμοί χτυπούν αλλιώς πια! Πιο γήινα, πιο άμεσα, με λιγότερες σκηνοθετικές αποστάσεις και περισσότερη ανθρώπινη θερμοκρασία.

* Δεν έχω βρεθεί ακόμη ουσιαστικά μέσα στην τηλεόραση, μα αναγνωρίζω τη δύναμή της: Να μπαίνει αθόρυβα στα σπίτια, να συντροφεύει, να συγκινεί. Εύχομαι σύντομα να έρθει κάτι όμορφο και ουσιαστικό! Αν είναι να συμβεί, θα ήθελα να έχει λόγο ύπαρξης. Να αφορά. Να συναντά τους ανθρώπους στα μάτια. 

* Στον κινηματογράφο επαγγελματικα δεν έχω ακόμα κάποια εμπειρία. Μόνο ό,τι έχω κάνει μέσα στη δραματική σχολή με τους καθηγητές μου κ. Περικλή Χούρσογλου και κ. Γιώργο Τελτζιδη. Αγαπώ το σινεμά και περιμένω προτάσεις παρακαλώ!

* Το γράψιμο και γενικά η δημιουργία μια ιστορίας είναι κομμάτι του είναι μου! Μια εσωτερική ανάγκη που δεν διαπραγματεύεται. Γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Οι ιδέες, οι σκέψεις, οι φόβοι, τα όνειρα — βρίσκουν λέξεις, σχήμα και σώμα στο χαρτί. Και κάπως έτσι, προχωρώ. 

* Σκηνοθέτις δεν είμαι. Ούτε τολμώ να το σκεφτώ στα σοβαρά. Έχω βρεθεί να σκηνοθετώ φίλους μου, να φτιάχνουμε μαζί μικρά θεατρικά project, να ρίχνω ιδέες, να βρίσκω λύσεις πρακτικές, να φαντάζομαι πώς θα μπορούσε να ζωντανέψει κάτι. Έχω φαντασία, έχω οργανωτικό μυαλό, αλλά ως εκεί. Ο σκηνοθέτης, για μένα, είναι κάτι πολύ πιο βαθύ. Είναι αυτός που βλέπει μέσα και γύρω από όλα, που δημιουργεί κόσμους. Δεν ξέρω αν θα το τολμήσω ποτέ. Προς το παρόν, μαθαίνω. Παρατηρώ. Και κρατώ σημειώσεις.

* Τα τελευταία 2-3 χρόνια παίζω κλαρινέτο. Δειλά στην αρχή, με μια παιδική χαρά κι έναν ενήλικο σεβασμό. Δεν ξέρω πού θα με οδηγήσει, αλλά ξέρω ότι το τραγούδι, ο ρυθμός, η μουσική είναι πια συνειδητά μέρος της δουλειάς μου.

* Ο χορός είναι για μένα τρόπος έκφρασης χωρίς λόγια! Ένστικτο, αντίδραση, ανάγκη. Από μικρή χόρευα παραδοσιακούς χορούς και πάντα είμαι η πρώτη που σηκώνεται στα πανηγύρια. Έχω δοκιμάσει κι άλλους χορούς για να ανακαλύψω διαφορετικούς τρόπους κίνησης και έκφρασης όπως τους αφρικανικούς χορούς, μπαλέτο, λάτιν και σύγχρονο.

* Κάνω γιόγκα, πιλάτες και αγαπώ πολύ το ποδήλατο. Πειραματίζομαι με διάφορα ήδη γυμναστικής αλλά θα προτιμήσω να ανέβω ένα βουνό ή να κολυμπήσω ώρες για να φτάσω σε μια σπηλιά της θάλασσας από το να κάτσω δύο ώρες σ’ ένα γυμναστήριο. Έχω μια σταθερή σχέση με το σώμα μου. το φροντίζω, το κρατάω δυνατό, ευλύγιστο και διαθέσιμο, γιατί είναι το πρώτο και κύριο εργαλείο μας στη σκηνή.

* Δεν ξέρω ακριβώς ποιες συνεργασίες θα ’ρθουν ή ποιοι ρόλοι με περιμένουν. Κι αυτό το άγνωστο με μαγνητίζει. Δεν κυνηγάω ονόματα, κυνηγάω συναντήσεις! Εκείνες που ανάβουν μια σπίθα στο στομάχι και στο βλέμμα, που σε καλούν να πας πιο μακριά απ’ όσο φαντάστηκες ότι μπορείς. Θέλω να δουλέψω με ανθρώπους που αγαπούν το θέατρο με ειλικρίνεια και πείσμα.

* Με νοιάζουν οι λέξεις που έχουν κάτι να πουν. Οι ρόλοι που σκάβουν. Οι συγγραφείς που θυμίζουν. Θέλω κάποτε να συναντήσω την Μήδεια, την Αντιγόνη, τη Μπλανς, αλλά και γυναίκες της διπλανής πόρτας, της διπλανής χώρας, της διπλανής επανάστασης. Όλες εκείνες που έχουν φωνή ακόμα κι όταν δεν τους την έδωσαν. 

* Και μετά έρχονται τα κείμενα. Τα καλά κείμενα. Αυτά που έχουν κάτι να πουν. Αυτά που πρέπει να ακουστούν. Που φωνάζουν και αγκαλιάζουν μαζί. Που ενώνουν. Που μας κάνουν να θυμηθούμε ή να δούμε αλλιώς τον κόσμο. Αυτά είναι για μένα τα πιο σημαντικά. Κείμενα και άνθρωποι που γίνονται σώμα, φωνή και ψυχή μιας κοινής επιθυμίας: να επικοινωνήσουμε κάτι αληθινό.

* Μ’ αρέσει που στην Αθήνα μπορείς να βρεις μια ποιητική στιγμή στα πιο απίθανα μέρη: σε ένα στενό στου Ψυρρή, σε μια ταράτσα στου Γκύζη, σε μια αυλή στου Παγκρατίου. Μ’ αρέσει που συναντάς ανθρώπους που παλεύουν, που δημιουργούν, που στήνουν οάσεις σε άγονη γη.

* Αυτό που με πονάει είναι η σκληρότητα της. Ο θόρυβος, η μοναξιά μες στον κόσμο. Το ότι πρέπει να θωρακιστείς για να αντέξεις. Η απουσία της φύσης στην Αθήνα με κάνει να έχω τάσεις φυγής οπότε πολύ συχνά θα βρεθώ σε ένα βουνό ή σε μια έρημη παραλία με τη σκηνή μου και ένα βιβλίο. 

* Αν έχω μια γωνιά να λέω «σπίτι» στην Αθήνα, αυτή είναι το Περιστέρι. Ένα μέρος που κρατάει ακόμα ζωντανή την ιστορία των εργατών, των μεταναστών, των προσφύγων.

* Μια γειτονιά με αριστερή μνήμη, με λαϊκή ταυτότητα, με σπίτια χαμηλά και αυλές που μυρίζουν βασιλικό. Εκεί που το καφενείο είναι ακόμα σημείο συνάντησης και η πλατεία τοποθεσία πολιτικής ζύμωσης και παιδικού παιχνιδιού ταυτόχρονα.

* Αυτό που αγαπώ στο All4fun είναι πως, μέσα σε έναν κόσμο που τρέχει να προλάβει τίτλους, views και σύντομες εντυπώσεις, εκεί κάτι κρατιέται πιο ανθρώπινο, πιο φροντισμένο, πιο καλλιτεχνικά αληθινό. Μια πλατφόρμα που ξέρει ν’ ακούει κι όχι μόνο να ρωτά. Που δίνει χώρο και λόγο και στις φωνές που τώρα σκαλίζουν το χώμα για να ανθίσουν. Και για τον Κυριάκο Κουρουτσαβούρη… τι να πω. Είναι σαν να έχει βάλει πλάτη για όλους εμάς που κάνουμε τώρα τα πρώτα μας βήματα. Ξέρει ονόματα, ιστορίες, παραστάσεις, ψυχές. 

* Σε παίρνει ένα τηλέφωνο για να σου πει “μην ξεχάσεις να μιλήσεις για κάτι που αγαπάς”. Είναι από τους ανθρώπους που δεν στέκονται στην πόρτα της σκηνής. Μμπαίνουν μέσα, σε συναντούν εκεί που είσαι. Μοιάζει να κουβαλά στην τσέπη του μια αόρατη λίστα με νέα πρόσωπα και τα κρατά κοντά του με εμπιστοσύνη και φροντίδα. Το All4fun είναι μια πλατφόρμα που θυμίζει γιατί το να μιλάς για το θέατρο – και για τους ανθρώπους του – μπορεί να είναι μια πράξη αγάπης.

& Αναλυτικές πληροφορίες για τη “Φάρμα των ζώων” ΕΔΩ

Του Κυριάκου Κουρουτσαβούρη, 13/5/2025

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα