35.1 C
Athens
Τετάρτη, 24 Ιουλίου, 2024

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΕΙΛΑΚΗΣ: Η τέχνη πρέπει να γίνεται για τον κόσμο…

Με τον Αιμίλιο Χειλάκη μπορείς να μιλήσεις για πολλά θέματα. Από τον Άμλετ, που πρωταγωνίστησε αυτό το καλοκαίρι μέχρι τα λάθη της ζωής του για τα οποία, μάλιστα, δεν έχει μετανιώσει…

Από τη συμμετοχή του στο «Νησί» και στο πώς ξεκίνησε να δανείζει τη φωνή του στα ραδιοφωνικά διαφημιστικά σποτ. Και από τη διαχρονική του αγάπη για την Μπαρτσελόνα ως το απαξιωμένο ελληνικό πρωτάθλημα.

Το All4fun τον συνάντησε την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου και όσο υπήρχε καφές η συνομιλία μας επικεντρώθηκε κυρίως στη δουλειά του. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και όταν άρχισαν να καταφθάνουν οι μπύρες η συζήτηση μεταφέρθηκε στο ποδόσφαιρο…

– Τι σου έμεινε περισσότερο από την παρουσία σου στον Άμλετ;

Θα σου πω τι αποκόμισα αυτό το καλοκαίρι. Οι Ελληνες καλλιτέχνες πρέπει να δουλέψουν για τον κόσμο. Οι ζωγράφοι να μη ζωγραφίζουν για το τι θα πουν οι άλλοι ζωγράφοι. Οι σκηνοθέτες να μην σκηνοθετούν για το τι θα πουν οι άλλοι σκηνοθέτες. Το ίδιο ισχύει και για τους ηθοποιούς. Θα πρέπει η τέχνη να γυρίσει προς το κοινό. Φέτος συνειδητοποίησα ότι ο πιο ξακουστός τίτλος παγκοσμίως όπως ο Άμλετ ήταν γνωστός μόλις στο 1% του κοινού. Και εννοώ όχι απλά να ξέρουν ότι είναι ένα έργο του Σαίξπιρ. Η τέχνη πρέπει να γίνεται για τον κόσμο. Όχι για τους συναδέλφους μας;

– Η παράσταση πώς πήγε; Η κρίση έπαιξε ρόλο στην πώληση των εισιτηρίων;

Πήγε εξαιρετικά! Ο κόσμος, βέβαια, επηρεάστηκε. Πέρσι η πρώτη σε εισιτήρια παράσταση του καλοκαιριού είχε μέσο όρο 1400 εισιτήρια, ενώ φέτος αντίστοιχα τα εισιτήρια ήταν τα μισά. Λογικό είναι. Φέτος πουλήθηκε πολλή τέχνη στον κόσμο και δεν ήξερε ο κόσμος τι να αγοράσει. Φυσιολογικό, λοιπόν, είναι να δείχνει εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που ξέρει τι ιστορίες θα του πουλήσουν. Ήταν τιμητικό για μένα που είχε τόση επιτυχία.

amlet-xeilakis.jpg

– Υπάρχουν Άμλετ στην εποχή μας;

Ουσιαστικά κανένας λογοτεχνικός ήρωας δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνο στα βιβλία. Αποτελεί το απαύγασμα της ανθρωπότητας. Οι ερωτήσεις που θέτει είναι ερωτήσεις χιλιάδων ανθρώπων. Μιλάμε για έναν ήρωα που βρίσκεται σε βαθιά κατάθλιψη σε μια φαινομενικά αστεία ιστορία. Πρόκειται για την τραγωδία της μη πράξης.

– Το κοινό της επαρχίας είναι πιο ένθερμο από εκείνο της Αθήνας;

Όχι δεν έχει τόσες πολλές διαφορές. Ενθουσιάζεται που θα δει ένα μεγάλο έργο, μια μεγάλη παράσταση. Άρα όταν του συμβαίνει είναι ένα καλλιτεχνικό γεγονός. Επιπλέον η αντίδραση του κοινού δεν είναι το μέτρο για το αν είναι μια παράσταση επιτυχημένη. Τα «μπράβο» και τα «αίσχος» λέγονται συνήθως από τους ίδιους ανθρώπους. Στα 22 μου χρόνια στον χώρο το έχω βιώσει. Έτσι θεωρώ ότι η επικρότηση ή, η καταβαράθρωση ενός έργου δεν αποτελεί κριτήριο επιτυχίας. Πολλές φορές και η βαθιά σιωπή του κοινού δείχνει πως του έχει συμβεί κάτι μεγάλο.

– Σε ποιο θέατρο απόλαυσες περισσότερο την παράσταση;

Στη Θεσσαλονίκη νομίζω. Δώσαμε σχεδόν 60 παραστάσεις στην Ελλάδα και ήταν πολύ τιμητικό που και στις τέσσερις της Θεσσαλονίκης υπήρξε σολντ-άουτ. Επαναλαμβάνω πως αποτελεί τιμή για σένα το να πληρώνει κάποιος ένα εισιτήριο για να περάσει δύο ώρες, προκειμένου να σε ακούσει να του λες μια ιστορία. Και το ξεχνάμε συχνά. Το λέω ξανά: Πρέπει να γυρίσει η τέχνη στο κοινό. Όταν ο άλλος πληρώνει 20 ευρώ είναι μια τιμητική πράξη για σένα.

xeilakis5.jpg

– Στην περσινή τηλεοπτική σεζόν συμμετείχες στο «Νησί». Πόσο την ευχαριστήθηκες ως δουλειά;

Όχι περισσότερο από άλλες. Είναι ευκαιρία να σου πω ότι αυτό που συμβαίνει με τους θεατές και το πώς ενθουσιάζονται με μια σειρά δε σημαίνει ότι συμβαίνει πάντα και αλήθεια όσον αφορά στο καστ. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Το «Νησί» όντως το ευχαριστήθηκα, αλλά και τόσες άλλες πολύ ωραίες δουλειές που έχω κάνει. Όπως π.χ. τον «Δεκαπενταύγουστο» του Γιάνναρη.

– Και τώρα στο θέατρο με τον Άμλετ δούλεψες ξανά με την Ευγενία Δημητροπούλου. Μίλησε μας για την Οφηλία της παράστασης.

Είναι ένα πολύ αγαπημένο μου παιδί. Μόνο τα καλύτερα μπορώ να πω. Είναι το αγαπημένο μου μικρό αδερφάκι μου και μου αρέσει πολύ να δουλεύω μαζί της.

– Έχεις πει πως δεν πρόκειται να ξαναγίνει ένα «Νησί 2» με την έννοια της τόσο ακριβής παραγωγής. Η επιτυχία της σειράς αυτής, όμως, δεν αποτελεί έναν οδηγό για να ακολουθήσουν ανάλογες δουλειές στο μέλλον;

Το υποστηρίζω γιατί μια σειρά με κόστος 200.000 ευρώ κάθε επεισόδιο δεν μπορεί να γίνει στην Ελλάδα. Μιλάμε για μια αγορά που απευθύνεται σε 11 εκατομμύρια και άντε ένα εκατομμύριο ακόμα λόγω Κύπρου. Τόσοι μιλούν ελληνικά. Ενώ για τους Τούρκους που λέμε και για τα σίριαλ τους αυτά απευθύνονται σε 80 εκ. κόσμο.

– Χρόνια τώρα, πάντως, μαζί με την τηλεόραση σε ακούμε συνεχώς και στο ραδιόφωνο, αφού δανείζεις τη φωνή σου σε πολλές διαφημίσεις. Πώς προέκυψαν τα διαφημιστικά σποτ;

Ξεκίνησε από τη συμμετοχή μου στην ταινία «Καβάφης» του Σμαραγδή. Πήγα στο στούντιο να ντουμπλάρω τη φωνή μου, διότι δε θα έβγαινε με φυσικό ήχο. Με άκουσαν και μου είπαν ότι τους άρεσε η φωνή μου. Ετσι ξεκίνησε η ιστορία. Το κάνω 16 χρόνια. Τώρα έχουν έρθει νέοι συνάδελφοι και σιγά-σιγά θα τους δώσω τη θέση μου. Για μένα είναι πλέον μια πολύ εύκολη δουλειά. Αν μάθεις πώς να πουλήσεις το προϊόν γίνεται εύκολο. Άλλωστε σπικάρουμε πολύ διαφορετικά από ότι παίζουμε θέατρο.

– Και πώς είναι στο αυτοκίνητο π.χ. να ανοίγεις το ραδιόφωνο και να ακούς τη φωνή σου;

Τώρα πια την έχω συνηθίσει. Πάνε χρόνια από τότε που με πρωτοάκουσα (σ.σ. γέλια)

– Τόσo καιρό σου έχει τύχει να σου πουν να διαφημίσεις ένα προϊόν και εσύ να απαντήσεις αρνητικά, επειδή δεν ήθελες να το υποστηρίξεις;

Ναι και είπα ότι δε θα το κάνω.

– Είσαι πολλά χρόνια πλέον στην υποκριτική. Σε όλο αυτό το διάστημα υπήρξαν φορές που σκέφτηκες να αποχωρήσεις;

Ναι και ευτυχώς που δεν τα παράτησα. Έγινε στην αρχή και πριν από 5-6 χρόνια, που είχα σκεφτεί να σταματήσω, γιατί τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως ήθελα.

– Υπάρχουν δουλειές που δεν έχεις κάνει μέχρι τώρα και θα ήθελες να συμμετάσχεις στο μέλλον;

Θα ήθελα να έχω κάνει μια ταινία με τον Γούντι Άλεν! Θα ήθελα να με είχε σκηνοθετήσει ο Κάρολος Κουν! Θα ήθελα να είχα παίξει στη Volksbuhne.

– To τελευταίο μου μοιάζει και το πιο εφικτό, αφού ούτως ή, άλλως το δεύτερο δεν μπορεί να συμβεί.

Δεν είναι εφικτό, διότι είναι πολύ δύσκολο το να παίξεις θέατρο σε ξένη γλώσσα. Εκτός μόνο αν ήταν μια Multiculti παράσταση.

– Στις δουλειές που δεν έχεις κάνει θα μπορούσε π.χ. να ήταν περισσότεροι κωμικοί ρόλοι;

Ναι, αλλά δε μου το προτείνουν, γιατί συνήθως οι παραγωγοί και οι σκηνοθέτες μένουν στην εικόνα εκείνη στην οποία σε έχουν τυποποιήσει.

– Έχεις μετανιώσει για πράγματα που έχεις κάνει στη ζωή σου;

Για πάρα πολλά. Για τα περισσότερα!

– Οι πιο πολλοί, όμως, λένε πως δεν μετανιώνουν.

Δεν πάνε να το λένε. Ψέματα λένε. Κρατάς για σένα το λάθος σου και πορεύεσαι. Και μετά προσπαθείς να μην το επαναλάβεις…

– Μιλώντας για λάθη έτσι πορεύεται πλέον και ο Παναθηναϊκός.

Δυστυχώς. Οπως και όλο το ελληνικό ποδόσφαιρο. Αν δεν το φτιάξουν δε θα ασχοληθώ ξανά με αυτό το προϊόν. Αν δεν μπορείς να κρατήσεις έναν Σισέ, που του άρεσε τόσο εδώ γιατί ν’ ασχοληθείς; Για όλους αυτούς με την αρρωστημένη νοοτροπία και εκείνους που πουλάνε παναθηναϊκοφροσύνη; Ρωτούν όλοι τι μπορούμε να κάνουμε για ένα καλύτερο αύριο, αλλά τι έχουν να προτείνουν; Για παράδειγμα θες έναν καλύτερο Παναθηναϊκό; Κάτι μπορείς να κάνεις και εσύ. Βγάλε τα λεφτά σου από τη Μarfin, την Πειραιώς και μην πάρεις διαρκείας. Απαξίωσε το προϊόν, το οποίο έχει ήδη απαξιωθεί από τον Μαρινάκη. Θέλεις καλύτερη κυβέρνηση; Μην ψηφίσεις ξανά ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Λένε, όμως, πως θα το κάνουν και όταν έρθει η ώρα των εκλογών θα τους ξαναψηφίσουν.

– Τουλάχιστον ως οπαδός της Μπαρτσελόνα αποζημιώνεσαι.

Η Μπάρτσα είναι η αποθέωση του απλού ποδοσφαίρου και του «δεν κρατάω την μπάλα στα πόδια μου». Οι παίκτες της ξέρουν ότι εκεί που θα πασάρουν θα υπάρχει συμπαίκτης τους. Δες το γκολ του Φάμπρεγκας με το οποίο έγινε το 2-0 επί της Πόρτο στον τελικό του ευρωπαϊκού σούπερ-καπ. Ο Μέσι ήξερε ότι ο Φάμπρεγκας ήταν στα όρια του οφ-σάιντ, όμως γνώρισε πότε ακριβώς θα του έδινε την μπάλα. Ξέρεις κανέναν άλλον τελικό τσάμπιονς λιγκ να έχει μια ομάδα 75% κατοχή μπάλας και με αντίπαλο, μάλιστα, τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ; Οι κατασκευαστές του Play Station πρέπει να τους κάνουν μήνυση!

– Eχει γίνει, όμως, και μόδα το να δηλώνεις υποστηρικτής της Μπαρτσελόνα.

Ημουν από παλιά Μπάρτσα, παρόλο που ως Παναθηναϊκός θα έπρεπε να είμαι Ρεάλ. Ετσι πάει συνήθως. Είχε τύχει κάποια στιγμή να διαβάσω την ιστορία της Μπαρτσελόνα σ’ ένα αγγλικό έντυπο και τρελάθηκα. Ηταν τέλη του 90, όπου η ομάδα δεν ήταν δυνατή όσο τώρα. Πιο πολύ έγινα Μπάρτσα το 2002 από εκείνα τα ματς με τον Παναθηναϊκό. Τότε που είχε μπει εκείνο το γκολ του Βλάοβιτς.

Για ορισμένους, πάντως, το ότι μοιάζει πλέον αχτύπητη την έχει κάνει αντιπαθητική.

Μπορείς να πεις σ’ αυτά τα παιδιά να στραβοκλωτσάνε την μπάλα; Είδα προχθές μια ντρίπλα του Μέσι και λέω πώς δεν έσπασε το πόδι του. Κάνουν αυτές τις απλές κινήσεις από τα 8 τους χρόνια. Δεν το έμαθαν τώρα. Επομένως δεν μπορείς να αντιπαθείς ανθρώπους που έχουν δουλέψει τόσο πολύ σ’ αυτό που κάνουν.

– Θα μπορούσες να ασχοληθείς επαγγελματικά με τον αθλητισμό;

Μπα, είμαι τεμπέλης για αθλητής.

– Και ο ηθοποιός, όμως, δε δουλεύει πολύ;

Κοίτα να δεις. Κάποια στιγμή συζητούσα μ’ έναν τερματοφύλακα. Και μου λέει ο καλύτερος γκολκίπερ στον κόσμο και ο καλύτερος ηθοποιός δε θα πάρουν ποτέ τα ίδια λεφτά. Ο τερματοφύλακας θα παίζει μπροστά σε 60.000 – 80.000 κόσμο, ενώ ο ηθοποιός σ’ ένα πολύ μικρότερο κοινό. Δες π.χ. τι γίνεται στην Ελλάδα. Άλλο να παίξεις σ’ ένα γεμάτο ΟΑΚΑ και άλλο σε μια Επίδαυρο, όπου θα είσαι μπροστά το πολύ σε 8.000 άτομα. Επιπλέον όταν θα σκοράρει ο Σισέ, ο Ριβάλντο είναι να σαν να βάζεις εσύ γκολ. Είναι αυτή η αδρεναλίνη που αναπτύσσεται ανάμεσα στον ποδοσφαιριστή και τον οπαδό. Ενώ εκείνη του ηθοποιού με το κοινό του είναι σχέση θυμικού. Επηρεάζει το κέντρο των συναισθημάτων του. Απ’ αυτά που θα πω δηλαδή εγώ πάνω στην σκηνή μπορώ να επηρεάσω το συναίσθημα εκείνου που με βλέπει. Δεν μπορώ, όμως, να τρέξω 10 χλμ. σε κάθε αγώνα. Αν και μετά από κάθε παράσταση νιώθω σαν να είμαι αθλητής. Πώς γίνεται, όμως να μη χάνω κιλά; Μάλλον θα φταίνε οι μπύρες (σ.σ. γέλια)

– Αγαπημένα σου ταξίδια με τον Παναθηναϊκό;

Η Βαρκελώνη και το τελευταίο στη Ρώμη. Είχα πάει στο 2-3 του Ολίμπικο στις αρχές του 2010. Ηταν φοβερό παιχνίδι. Δεν είναι μόνο ότι κερδίσαμε και προκριθήκαμε στους {16} του γιουρόπα λιγκ. Ηταν ότι στο δεύτερο ημίχρονο δεν παίξαμε άμυνα για να κρατήσουμε το 1-3. Είχα χρόνια να δω τον Παναθηναϊκό να πατάει στην αντίπαλη περιοχή με δύο παίκτες. Αλλά αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν…

Του Κυρ. Κουρουτσαβούρη, 12/09/2011

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα