37.2 C
Athens
Σάββατο, 20 Ιουλίου, 2024

«Το τέλος»… του ρομαντισμού – Ο Δημήτρης Καταλειφός μιλάει για τη νέα του παράσταση

Την τρίτη προσπάθεια του Δημήτρη Καταλειφού, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος, να ενσαρκώσει ήρωα του Σάμουελ Μπέκετ, θα δούμε αυτόν το μήνα στη σκηνή του Θεάτρου Εμπορικόν. Ο δημοφιλής ηθοποιός, μετά τα έργα «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» και «Ο πρώτος Έρωτας», καταπιάνεται με έναν ακόμη μπεκετικό ρόλο και, συγκεκριμένα, τον ήρωα της πρόζας «Το Τέλος»: έναν ποδοπατημένο κλοσάρ, έναν κατακερματισμένο άνθρωπο, σχεδόν παράσιτο, που όμως κουβαλάει ένα βαθύτατο υπαρξιακό πόνο.

Το κείμενο, συνεπές με το σύνολο της μπεκετικής γραφής, η οποία ασκεί κριτική σε έναν πολιτισμό που σήπεται, ανεβαίνει στη χώρα μας για πρώτη φορά. Και μάλιστα, σε μια εποχή που ο Δημήτρης Καταλειφός χαρακτηρίζει «ξεκούδουνη» και «άκαιρη», λίγο πριν το καλοκαίρι και εν μέσω εκλογών και Eurovision, κάτι που νομίζει πως αυτό από μόνο του θα άρεσε πολύ στο συγγραφέα!

Είχαμε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με το Δημήτρη Καταλειφό λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα του έργου.

Καθώς το έργο δεν είναι γνωστό στο ευρύ κοινό, θα μας πείτε δύο λόγια τόσο για αυτό όσο και για τον ήρωα που θα υποδυθείτε;

Το έργο γράφτηκε το 1946, μια από τις πιο δημιουργικές χρονιές του Μπέκετ. Είναι ένα αφήγημα σε πρώτο πρόσωπο, με ήρωα έναν άνθρωπο τελείως εκτός κοινωνίας, ο οποίος πιάνει την αφήγηση της ιστορίας του από τη στιγμή που τον διώχνουν από το ίδρυμα, όπου έμενε. Έτσι, περιφέρεται στην πόλη, άστεγος και πένης, ενώ το έργο δείχνει τη σταδιακή του πορεία προς το τέλος, την αποξένωσή του από τους ανθρώπους και τις σκέψεις του, οι οποίες είναι και η κοσμοθεωρία του Μπέκετ για τη ζωή.

Γιατί είναι πάντα επίκαιρη η γραφή του Μπέκετ;

Γιατί ο Μπέκετ έγραψε μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο και βλέπει τη ζωή γυμνά και ωμά, χωρίς παραμυθιάσματα και ψευδαισθήσεις. Βλέπει την αντινομία της ζωής: ότι υπάρχει μία αρχή και ένα τέλος. Μια χαρά στο ότι ζούμε, αλλά και μια τραγωδία στο ότι πεθαίνουμε. Αυτό το κωμικοτραγικό της ανθρώπινης ύπαρξης χαρακτηρίζει όλο το μπεκετικό έργο. Και αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι από τη μια υπάρχει το τραγικό, όμως από την άλλη πολύ χιούμορ και κωμικότητα. Αυτή είναι και η μεγάλη του σύλληψη. Δεν είναι ένας πεσιμιστής συγγραφέας, όπως κατά καιρούς έχει θεωρηθεί, αντιθέτως, δείχνει πόση αντοχή και χιούμορ επιστρατεύει ο άνθρωπος για να τα βγάλει πέρα.

Μα άλλωστε όλη η φιλοσοφία του Μπέκετ δε συμπυκνώνεται στη φράση «Όταν είναι κανείς βουτηγμένος μέχρι το λαιμό στα σκατά δεν του μένει παρά να τραγουδήσει»;

Ναι, και αυτό και ότι «Δεν υπάρχει πιο κωμικό πράγμα από τη δυστυχία». Εάν μπορούσαμε να συνοψίσουμε τον ήρωα του έργου μας με μία φράση θα ήταν αυτή: «Δεν μπορώ να συνεχίσω. Συνεχίζω». Εδώ πρέπει να αναφέρω πως ο Μπέκετ αρχικά είχε δώσει στο έργο τον τίτλο «Συνέχεια». Μετά τον άλλαξε και ενώ λέγεται «Το Τέλος», δεν έχει τέλος! Ο Μπέκετ είναι σαν να τελειώνει το έργο με ένα ερωτηματικό. Αυτός ο ήρωας θα ήθελε να πεθάνει, όμως δεν έχει τη δύναμη να αυτοκτονήσει.

Τι είναι αυτό που σας έκανε να θελήσετε να αναμετρηθείτε ξανά με ένα δικό του κείμενο; Το οποίο δεν είναι καν θεατρικό. Και μάλιστα, σε αυτήν τη χρονική στιγμή. Θα θέλατε ίσως να δώσετε φωνή σε κάποιους ανθρώπους που δεν έχουν; Τους κατατρεγμένους λόγου χάρη από μία κοινωνία που δεν ανέχεται την αποτυχία;

Δεν το σκέφτηκα τόσο λογικά. Την άνοιξη, εδώ και χρόνια και όποτε υπάρχει η δυνατότητα, μου αρέσει να κάνω κάτι «περιορισμένο» σε παραστάσεις και σε πρόσωπα, σαν ένα είδος δώρου στον εαυτό μου. Mε το σκηνοθέτη μου, το Γιώργο Σκεύα, θα ανεβάσουμε του χρόνου το «Θάνατο του Εμποράκου» και, καθώς δεν είχαμε δουλέψει ξανά μαζί, σκεφτήκαμε να κάνουμε ένα μονόλογο σαν έναν τρόπο γνωριμίας. Έτσι γεννήθηκε «Το Τέλος». Πέρα από τους προσωπικούς λόγους, είναι πρόκληση πώς κάτι λογοτεχνικό αποκτά θεατρική υπόσταση. Συν του ότι ο Μπέκετ είναι ένας τόσο μεγάλος συγγραφέας που καταπιάνεται με διαχρονικά θέματα. Το έργο περιλαμβάνει, ακόμη, την απογοήτευση για την πολιτική, για την υποκριτική κοινωνία στην οποία κάποιος με το μυαλό του ήρωα βλέπει πόσο γελοία είναι πολλά πράγματα. Ταυτόχρονα υπάρχει και το δίπολο: η ανάγκη του ήρωα για απομόνωση, αλλά και για ανθρώπινη επαφή. Και αυτό είναι σπαρακτικό και κωμικοτραγικό και το βιώνουμε, κατά κάποιον τρόπο, όλοι μας, κατά καιρούς.

Kataleifos 2

Διδάσκετε θέατρο σχεδόν από τότε που αποφοιτήσατε ο ίδιος από τη δραματική σχολή. Τι είναι αυτό που σας δίνει δύναμη από τη συναναστροφή με τους νέους και τι είναι αυτό που σας προβληματίζει. Υπάρχει διαφοροποίηση στην παιδεία, την κατάρτιση των νέων από τη δεκαετία του ’80 που ξεκινήσατε τη διδασκαλία έως σήμερα;

Σαφώς και υπάρχει τεράστια διαφορά, όπως άλλωστε σε όλη την κοινωνία. Χρόνο με το χρόνο αλλάζουν τα πράγματα με τερατώδη ταχύτητα και θα ήταν αδιανόητο αυτό να μην επηρεάζει τη φοίτηση, τους νέους, τα πράγματα. Και τα πράγματα αλλάζουν ολοένα και με πιο γοργούς ρυθμούς.
Ομολογώ ότι συχνά σκέφτομαι πως η αλλαγή ίσως είναι αρνητική, αλλά επειδή μεγαλώνω φοβάμαι μήπως πέσω στην παγίδα της «παρελθοντολαγνείας». Για την ακρίβεια, θα έλεγα ότι αυτή η καινούργια εποχή με σαστίζει, πολύ συχνά με τρομάζει, πάρα πολύ συχνά με απογοητεύει. Αλλά αυτό που θα μπορούσα να πω με σιγουριά είναι ότι, επειδή έχει εισβάλει με τρομακτικό τρόπο η τεχνολογία στη ζωή μας, αλλά και επειδή υπάρχει μια ανθρωπότητα χωρίς κανένα όραμα πια, ούτε καν την ψευδαίσθηση του κομμουνισμού ή μιας ισότητας. Τα πράγματα είναι ωμά και αμείλικτα. Τα νέα παιδιά μεγαλώνουν σε μια κοινωνία χωρίς ίχνος ρομαντισμού και ανιδιοτέλειας, όπου όλα γίνονται εύκολα, γρήγορα, μηχανικά. Αυτό δεν μπορεί να μην τα επηρεάσει ώστε να μη διαβάζουν, να περνάνε περισσότερες ώρες με το facebook και όλη αυτή την τεχνολογία που εγώ αυτή τη στιγμή θεωρώ κατάρα. Αλλά την ώρα που το ξεστομίζω καταλαβαίνω πως μπορεί να κάνω ένα τεράστιο λάθος. Γι’ αυτό το ρήμα σαστίζω με αντιπροσωπεύει καλύτερα, παρά το στενοχωριέμαι ή απογοητεύομαι.
Και αυτό αφορά και τα παιδιά. Ενώ υπάρχουν πολλά ταλαντούχα παιδιά, λείπει από τις σχολές και το θέατρο ο ρομαντισμός. Ο ρομαντισμός είναι να κάνεις κάτι για την ψυχή σου, χωρίς να περιμένεις το κέρδος, κάτι που κυριαρχούσε στις δεκαετίες που ήμουν νέος. Και γι’ αυτό είχαμε ομάδες χωρίς να πληρωνόμαστε. Εκείνα τα χρόνια πληρώναμε για να ανεβάζουμε τα έργα και αυτό μας έδινε μεγάλη χαρά.

Στα χρόνια της σχολής του Πέλου Κατσέλη, οι απόφοιτοι, και ανάμεσά τους και εσείς, διακρίνονταν για το ήθος τους. Κάτι ανάλογο βλέπετε σήμερα; Έχει ζήτηση η έννοια του ήθους στις μέρες μας;

Νομίζω ότι τα τελευταία 10-12 χρόνια το ύψιστο ζητούμενο του ανθρώπου είναι η επιβίωση. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια οραμάτων, ρομαντισμών. Το να θέλεις να επιβιώσεις σε κάνει κυνικό, πιο ρεαλιστή, πιο διεκδικητικό. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι με ήθος. Αλίμονο να μην υπήρχαν. Αυτοί ήταν, είναι και θα είναι οι εξαιρέσεις. Αλλά είναι μια πραγματικά δύσκολη και αμήχανη εποχή, πόσο μάλλον για τα παιδιά. Εδώ βλέπουμε με τους πολιτικούς τι γίνεται, που είναι και ο καθρέφτης της κοινωνίας. Ζούμε σε μια κοινωνία χωρίς ήθος ούτως ή άλλως. Σε μια εποχή που το ήθος και ο ρομαντισμός φαντάζουν είδος πολυτελείας.

Μιλήσατε πιο πριν για τις ομάδες. Επιλέγετε σταθερές συνεργασίες, από τη «Σκηνή», το «Εμπρός» και το «Απλό» Θέατρο μέχρι σήμερα το Θέατρο «Εμπορικόν». Από ποια ανάγκη σας εκπορεύεται αυτή η επιλογή;

Από κάτι πολύ απλό που γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Το θέατρο είναι ένας χώρος δημιουργίας, που όμως ταυτόχρονα περιλαμβάνει πάρα πολύ φόβο, ανασφάλεια, χάος, σύγχυση. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να βρίσκεσαι με ανθρώπους με τους οποίους έχεις κοινά στοιχεία και κοινή γλώσσα, είτε στον τρόπο δουλειάς, είτε στην αισθητική, είτε στην ιδεολογία. Κατ΄ εμέ, όσο πιο πολλά είναι τα κοινά στοιχεία, τόσες περισσότερες είναι και οι ελπίδες.

Ο Γκύντερ Άντερς, με αφορμή το «Περιμένοντας τον Γκοντό», του οποίου «Το Τέλος» θεωρείται ίσως ο προάγγελος, αναφέρει: «Ο κλόουν δεν είναι ούτε κτηνωδώς σοβαρός, ούτε κυνικός, αλλά γεμάτος θλίψη, που αντανακλά τη θλίψη όλης της ανθρωπότητας, δηλαδή δημιουργεί αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους και κάνει τη μοίρα πιο υποφερτή». Έχετε τη γνώμη ότι όταν κάποιος φεύγει από μία παράσταση και εν προκειμένω τη δική σας, νιώθει πιο δεμένος με τους συνανθρώπους του και την ανθρώπινη μοίρα;

Εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο, τότε μιλάμε για μία πραγματικά επιτυχημένη παράσταση. Μια παράσταση που πετυχαίνει να αλλάξει έστω και λίγο το θεατή, έχει επιτελέσει έναν πολύ σημαντικό στόχο. Το εύχομαι με όλη μου την ψυχή να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σε αυτό το υπέροχο κείμενο.

Σε μια επιστολή του προς τον Μινωτή το 1977, με αφορμή το ανέβασμα του έργου «Το τέλος του παιχνιδιού», ο Μπέκετ γράφει: «Το έργο αυτό δεν το βλέπω σαν τραγωδία, όπως δε βλέπω γιατί ένα τραγικό έργο δε θα έπρεπε να προξενεί ευχαρίστηση». Εσείς κινηθήκατε σε αυτόν τον άξονα για το επικείμενο ανέβασμα του έργου σας;

Θέλουμε πολύ να έχει και κωμικά στοιχεία και τραγικές στιγμές. Ουσιαστικά αυτό είναι το ποθούμενο γιατί πραγματικά υπάρχει χιούμορ και σαρκασμός στο κείμενο. Το χιούμορ είναι απαραίτητο κι εάν δεν υπάρχει τότε θα πηγαίνει κάτι λάθος. Το κοινό, όμως, που είναι έως ένα βαθμό σοβαροφανές, ακούει ονόματα όπως Τσέχωφ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ, και «βάζει τα καλά του». Θα ήταν ωραίο να αφήνονταν, γιατί τότε θα γελούσαν, αντί να συγκρατιούνται. Και όταν το κοινό αφεθεί, με τη σειρά της η παράσταση γίνεται πολύ καλύτερη.

Ξεχωρίζετε μία φράση από το μπεκετικό έργο;

Με έχει συγκλονίσει μια φράση γιατί συναντά κάτι από τη δική μου φάση και την εποχή που, όπως σας είπα, με έχει σαστίσει: «Γίνεσαι ακοινώνητος, είναι αναπόφευκτο». Ανακαλύπτω πως μου αρέσει πολύ περισσότερο να είμαι μόνος και να ζωγραφίζω ή να βλέπω μία καλή ταινία. Γενικά νιώθω πως κι εγώ οδεύω προς το «ακοινώνητος» που λέει ο Μπέκετ. Με συγκινεί αυτή η φράση, γιατί μεγαλώνοντας δεν υπάρχει παραμύθι και ψευδαισθήσεις. Μεγαλώνοντας, τα έχεις δει όλα και ελάχιστα πιστεύεις, οπότε μοιραία γίνεσαι πιο ακοινώνητος.

Λουκία Σταύρου, 14 Μαΐου 2019

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα