
Είδα τους ανθρώπους να φοράνε μάσκες
Τους είδα μανιακά να καλύπτουν τα πρόσωπά τους
και να αρνιούνται να με δουν
Είδα τους φίλους μου να χάνονται
Να γίνονται κάποιοι άλλοι
Αγνώριστοι
Να γίνονται μεγάλοι
Αυτοί που θελαν να ναι κάποιοι άλλοι
Να γίνονται αυτό που τους είπαν οι μικροί
Ξέρω
Δεν μπορείς να επιβιώσεις αλλιώς
Πρέπει να είσαι άλλος για να σε ανεχτούν
άλλος για να σε αποδεχτούν
άλλος για να σε ακούσουν και να σε τιμήσουν
Ειδικά όταν ψάχνεις για τιμές
το παλιό
το αυθεντικό
μοιάζει με κάτι ξένο
Με κάτι μαλθακό
Κάτι που σε εξόντωσε
Που φταίει για όλα αυτό
Κρέμεται στα κουρτινόξυλα του σπιτιού σου
Πλαδαρό με μάτια μισόκλειστα και σε κοιτάει
Θα κλείσεις τις κουρτίνες
Θα κλείσεις και το φως
Αλλά αυτό εκεί
Θα σιγομουρμουράει
Θα το βλέπεις στα μάτια των γονιών σου
Στα μάτια των φίλων και αδερφών σου
Θα τους μισείς γιατί ο κρεμασμένος εκεί αναθαρρεύει
Στα μάτια αυτά ζητά εξηγήσεις
Κατεβαίνει απ’ τα κουρτινόξυλα
Και ουρλιάζει
Ανοίγει τα ξεραμένα χείλη
Τα σκίζει
Και σε φτύνει
Νιώθεις τα υγρά να στάζουν απ’ το στόμα σου
Και απορείς
Δεν μπορείς
Τον μισείς
Είναι αυτός που κάποτε ήταν αλλιώς
Αληθινός και μπερδεμένος
Αγνά τσαλακωμένος
Μα στα μάτια ούρλιαζε η χαρά
Φτάνει τώρα
Διάλειμμα
Κλείσε την κουρτίνα φίλε μου
Σπάσε όλους τους καθρέφτες
Ο κρεμασμένος είναι μέσα σου
Και ευτυχώς δεν σταματά
16/3/2020, Καλλιόπη Μανδρέκα





Έρχονται στιγμές που βρίσκεις στη ζωή,όσα μόνο από τον θάνατο μπορούσες να ελπιζεις