17.2 C
Athens
Σάββατο, 18 Μαΐου, 2024

Δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες (4ο)

ΚΥΡΙΑΚΗ 
 
Κενό. Μια λευκή γραμμή…………………………………………………………..
 
ΔΕΥΤΕΡΑ
 
Η μικρή Μπρέντα ξύπνησε.  Ήταν μέρα και ήταν τόσο όμορφη μέρα. Ήταν Δευτέρα! Οι Δευτέρες της άρεσαν, γιατί ξεκινούσε η βδομάδα από την αρχή. Ήταν η επανάληψη της προηγούμενης Δευτέρας, οπότε την ήξερε καλύτερα.  Σηκώθηκε γεμάτη όρεξη, ξεκλείδωσε την πόρτα και έκανε ένα μπανάκι, να δροσιστεί. Μετά έψησε ψωμί και άπλωσε μία κόκκινη γλυκιά μαρμελάδα πάνω σε 3 φέτες. Η μαμά και ο μπαμπάς έλειπαν, αλλά εκείνη ήξερε πια να περνάει τον δρόμο με προσοχή, οπότε την άφηναν να πηγαίνει μόνη της σχολείο. 
 
Οι γονείς της ήταν οι πιο καλοί γονείς του κόσμου. Η μαμά της τής πήρε δώρο μία πορσελάνινη κούκλα, που ήταν πανέμορφη. Είχε μακριά καστανά μαλλιά όλο μπούκλες. Κι εκείνη όταν μεγαλώσει θα έχει τόσο μακριά και λαμπερά μαλλιά. Θα είναι σαν σταρ του σινεμά και θα την αγαπάνε και θα την θαυμάζουν όλοι. Έτρεξε να δει αν η κούκλα ήταν στην θέση της. Ήταν πίσω από το κομοδίνο πεσμένη, μέσα στην σκόνη και την βρωμιά. Την σήκωσε και παρατήρησε ότι τα μαλλιά της ήταν μπερδεμένα, όλο κόμπους και σχεδόν ξεβαμμένα. Μα πότε πρόλαβαν να χαλάσουν; Άπλωσε την κόκκινη γλυκιά μαρμελάδα στα μαλλιά τής κούκλας και χάρηκε που την είδε πάλι όμορφη.
 
Μπήκε στο δωμάτιο και χτενίστηκε, έβαλε την αγαπημένη της ροζ στέκα και έφτιαξε την τσάντα της για το σχολείο. Έβγαλε από μέσα ότι σκουπίδια είχε και την γέμισε με βιβλία. Ήταν πολύ βαριά, αλλά τα κατάφερε και την σήκωσε μόνη της. 
 
Βγήκε έξω στην αυλή. Ο δρόμος ήταν τόσο ήσυχος, όπως κάθε πρωί. Ήταν νωρίς και ακούγονταν τα μικρά κόκκινα πουλιά να σφυρίζουν. Απέναντι ήταν το δημοτικό σχολείο της γειτονιάς και λίγο πιο δεξιά μια λίμνη με πάπιες και μικρά ψαράκια. Της άρεσαν τα ψάρια. Της φαίνονταν τόσο άδολα και αθώα. 
 
 Δεν ήταν αυτό το δικό της σχολείο, αλλά κάθε πρωί άκουγε τα παιδιά να γελάνε και να παίζουν. Έβλεπε τις μαμάδες να κουβαλάνε τις τσάντες των παιδιών τους και να τα αποχαιρετούν με ένα φιλί. Τις έβλεπε να στέκονται και να περιμένουν μέχρι να βεβαιωθούν ότι το παιδί τους μπήκε μέσα και να φύγουν μετά ήσυχες. Παρατηρούσε το βλέμμα τους που ήταν ήσυχο και ήρεμο, γεμάτο υπερηφάνεια και αγάπη. 
 
Η μικρή Μπρέντα πήγαινε σχολείο πιο μακριά, αλλά δεν την πείραζε να περπατάει. Της άρεσε που περπατούσε μόνη όπως οι μεγάλοι. Αυτή την φορά όμως είχε αργήσει λίγο. Απομακρυνόταν από το σπίτι, καθώς ένα λευκό σκυλί της γάβγιζε έντονα από πίσω. Της δάγκωσε το παπούτσι, αλλά εκείνη δεν ταράχτηκε καθόλου. Το λευκό σκυλί σάστισε και έφυγε. Εκείνη έσκυψε και είδε ότι το παπούτσι της είχε τρυπήσει. Δεν μπορούσε να πάει έτσι στο σχολείο. Ήθελε να είναι όμορφη και καθαρή. Ήθελε να είναι όλα πάνω της καθαρά σήμερα. Ήταν Δευτέρα! 
 
Γύρισε πίσω στο σπίτι και έκανε αρκετή ώρα για να ξαναβγεί. Είχε ξεχάσει ότι μετά το σχολείο είχε μάθημα σκοποβολής, οπότε πήρε μαζί το τουφέκι, που της έκανε δώρο ο μπαμπάς της, άλλαξε παπούτσια και βγήκε έξω. Ένιωσε για άλλη μια φορά την ηρεμία του άδειου δρόμου και άφησε τον ήλιο να την ζεστάνει για λίγα δευτερόλεπτα. Τα πιο υπέροχα δευτερόλεπτα της ζωής της. Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τα τρία μικρά παιδιά που έπαιζαν στην αυλή. Πρέπει να είχαν διάλειμμα. Ήταν τόσο ανέμελα και τα ξανθά μαλλιά του αγοριού γυάλιζαν στον ήλιο, όσο για τα κοριτσάκια είχαν σκαρφαλώσει στο δέντρο για να πιάσουν δύο μήλα, αλλά δεν τα έφταναν. 
 
Η μικρή Μπρέντα σήκωσε το 22άρι τουφέκι της και με 10 σφαίρες διέλυσε τα μικρά κεφαλάκια, μετά το σκύλο και μετά έναν φύλακα που φώναζε δυνατά. Αποφάσισε να ξαναγυρίσει στο σπίτι για να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Ήταν τόσο όμορφη. Σαν σταρ του σινεμά. Είχε μεγαλώσει. Η μικρή Μπρέντα δεν ήταν μικρή, ήταν μεγάλη με σκληρό βλέμμα, γεμάτο αδιαφορία.. Λαμπερή, με πορτοκαλί μαλλιά, όλο μπούκλες. Κοίταξε την πορσελάνινη κούκλα της, που είχε πέσει από το κομοδίνο και έτρεχαν κόκκινες μαρμελάδες στο χαλί. Λερώθηκε το χαλί. Το χαλί από μπεζ έγινε κόκκινο. Σκέφτηκε ότι υπάρχουν μόνο δύο λύσεις. Ή θα φύγει το κόκκινο για να γίνει όλο μπεζ ή θα γεμίσει όλο το μπεζ κόκκινο. Πήγε στην κουζίνα και έφερε όλο το βάζο με την κόκκινη μαρμελάδα και το άπλωσε παντού. Έπλυνε τα χέρια της και βγήκε πάλι έξω. 
 
Εκεί την περίμεναν τρεις αστυνομικοί. 
 
– Πάμε. Είμαι λίγο κουρασμένη. Τι γιατί; Δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες. Έπρεπε κάπως να γεμίσω την μέρα μου. Ήταν πολύ διασκεδαστικό. Ήταν σαν να πυροβολείς πάπιες στην λίμνη. Δεν μ’ αρέσουν οι πάπιες. Ενοχλούν τα ψαράκια που θέλουν ησυχία. Ούτε οι άνθρωποι, γιατί τα τρώνε.
 
ΤΕΛΟΣ
 
Καλλιόπη Μανδρέκα, 27/4/2017
 
& Το πρώτο μέρος του διηγήματος μπορείτε να τον βρείτε στον εξής σύνδεσμο:http://all4fun.gr/columns/who-me/14765-2017-04-06-18-33-05.html
&&Το δεύτερο μέρος του διηγήματος μπορείτε να τον βρείτε στον εξής σύνδεσμο:http://all4fun.gr/columns/who-me/14795——2.html
&&&Το τρίτο μέρος του διηγήματος μπορείτε να τον βρείτε στον εξής σύνδεσμο:http://all4fun.gr/columns/who-me/14834–3.html
 
 
*Σήμερα συμπληρώνονται 38 χρόνια από το έγκλημα που συγκλόνισε την Αμερική. Στις 29 Ιανουαρίου του 1979 η 16χρονη τότε Μπρέντα Σπένσερ, άνοιξε πυρ στο δημοτικό σχολείο απέναντι από το σπίτι της, σπέρνοντας τον πανικό, με το όπλο που της έκανε δώρο ο πατέρας της για τα Χριστούγεννα.
 
Πηγή: Μπρέντα Σπένσερ: Η στυγερή δολοφόνος που μισούσε τις Δευτέρες | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/88222/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%B5%CF%81-%CE%B7-%CF%83%CF%84%CF%85%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%AE-%CE%B4%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%86%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%82#ixzz4fSGXQnP9

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα