17.2 C
Athens
Σάββατο, 18 Μαΐου, 2024

Το ημερολόγιο του Αζόρ (1ο Μέρος)

1η ΜΕΡΑ
Μπήκα μέσα. Δεν ήθελα. Το κτίριο ήταν μεγάλο και γκρι. Οι τοίχοι είχαν ζωγραφιές με πρόσωπα που χαμογελούν μέχρι τα αυτιά και στο κεφάλι έχουν λίγες γραμμές για τρίχες. Μία δεξιά και μία αριστερά για τα κορίτσια και πέντε μικρές για τα αγόρια. Εμείς στη Γκαμπούρα έχουμε πολύ περισσότερες τρίχες και δεν χαμογελάμε τόσο πολύ.

Ο άλλος τοίχος είχε πολύχρωμες τσάντες και μπουφάν. Εγώ μπορώ να σηκώσω όλες αυτές τις τσάντες μαζί χωρίς να κουραστώ. Στην Γκαμπούρα μπορείς να σηκώσεις πράγματα μεγαλύτερα από το βάρος σου και όταν το κάνεις σου δίνουν λεφτά. Εδώ δεν σου δίνουν. Εδώ σου δίνουν γράμματα λέει η μαμά.

Ήρθε μια γυναίκα και με πήρε από το χέρι. Ήθελα να φωνάξω τη μαμά, αλλά δεν μπήκε μέσα αυτή. Η μαμά από τότε που ήρθαμε εδώ πέρα όλο φοβάται και φεύγει. Η μαμά όταν της μιλάς κοιτάει κάτω, οπότε δεν μπορείς να της μιλήσεις εύκολα.
Τη μαμά μου τη λένε Aariz. Είναι πολύ όμορφη, γιατί φοράει φορέματα που μέσα μπαίνει πολύς αέρας και είναι σαν να πετάει. Ξέρει να χορεύει και να βάφεται σαν πριγκίπισσα. Εμένα μ’ αρέσει πιο πολύ με τα σημάδια στο πρόσωπο. Έχει δύο ιππόκαμπους στο δεξί μάγουλο και ένα χταποδάκι στο λαιμό. Της ρίξανε οξύ γιατί δεν έπρεπε να αγαπάει τα αγόρια. Εγώ της είπα να μην στεναχωριέται γιατί την αγαπώ εγώ. Κάθε φορά που της το λέω γελάει και προσπαθώ να το κάνω πιο συχνά, αλλά δεν πετυχαίνει πάντα.
Η κυρία όλο μου μιλάει και λέει συνέχεια κάτι “ξεξιξαξου” . Εγώ κοιτάζω την μαύρη ελίτσα στο σαγόνι της, που πάει πάνω κάτω. Όλο μιλάει και τα δόντια της γυαλίζουν. Εγώ δεν καταλαβαίνω τι λέει. Μου χαμογελάει αλλά εγώ απλά κοιτάζω. Δεν μιλάω. Όπου πάμε με την μαμά δεν μιλάμε. Μας μιλάνε οι άλλοι και όταν εμείς δεν κουνάμε το κεφάλι μας για να δείξουμε ότι καταλάβαμε, αυτοί θυμώνουν και μας μιλάνε πιο αργά και πιο δυνατά, σαν να είμαστε κουφοί.
Μου έδειξε το μπάνιο, την κουζίνα και μετά με πήγε σε ένα μεγάλο χώρο με παιδιά, την τάξη. Άνοιξε πολύ αργά την πόρτα σαν να ετοιμαζόταν να μου κάνει έκπληξη. Η πόρτα έτριξε τόσο πολύ που ένιωσα στα αυτά μου αστραπές.

Με το που μπήκαμε είδα 30 μικρά κεφάλια να γυρνάνε προς το μέρος μου. Με κοιτούσαν και περίμεναν. Έπρεπε κάτι να πω. Η κυρία Ξου μού χαμογέλασε και μού έσφιξε την παλάμη για να μιλήσω.
Έπρεπε να το κάνω… Να χαιρετήσω το κοινό μου, όπως οι σπουδαίοι άνθρωποι στην τηλεόραση.

«Καλημέρα» είπα. Περίμενα με αγωνία να δω τι θα συμβεί… Πώς θα αντιδράσει το κοινό μου. Δεν μιλούσαν, ούτε χαμογελούσαν. Τα μάτια τους είχαν μία παγωμένη έκφραση και τα φρύδια τους μού φάνηκαν λίγο ανασηκωμένα, σαν να είχαν κουνηθεί λίγο από τη θέση τους. Έγινε μια μεγάλη ησυχία. Δεν άκουγες τίποτα πια, ούτε τα τικ τακ, ούτε τον αέρα. Σαν να είχαν όλα παγώσει. 
Μου θύμισε το χωριό μου, πριν έρθει ο Άιλα, ο μεγάλος κυκλώνας. Μία μεγάλη ησυχία, που όλα έμοιαζαν να έχουν σταματήσει να ανασαίνουν. Τα πουλιά και τα ζώα ήταν κρυμμένα, τα δέντρα και τα λουλούδια ήταν ακίνητα και τα μάτια, και τα αυτιά έβλεπαν και ακούσαν πιο καθαρά. Εγώ είχα πάει να ψαρέψω στο ποτάμι. Το νερό πρώτη φορά ήταν τόσο ζεστό και ο ήλιος φαινόταν στον ουρανό ανάμεσα σε κάτι περίεργα σύννεφα που έμοιαζαν να έχουν φτιαχτεί από μετάξι. Απαλά σαν χνούδι.

Δεν είχα ξαναδεί τόσο όμορφο το ποτάμι μας. Δεν ήθελα να ρίξω τα δίχτυα μου μην το χαλάσω. Τίποτα δεν κουνιόταν. Ακριβώς όπως τώρα.

Φοβήθηκα… Γιατί ξέρω πως μετά από τέτοιες ησυχίες έρχεται κάτι κακό. 
Έτσι κι έγινε. Τα παιδιά άρχισαν να γελάνε δυνατά. Γελούσαν και με έδειχναν με τα δάχτυλά τους. Τα δόντια τους κοπανιόντουσαν μεταξύ τους και χτυπούσαν τα χέρια τους στο τραπέζι. Ποτέ δεν είχα ξαναδεί ανθρώπους να γελάνε τόσο πολύ. Δεν ήξερα τι να κάνω. Χωρίς να το καταλάβω έβαλα την τσάντα μου πάνω στο κεφάλι και άρχισα να τρέχω δεξιά και αριστερά στην τάξη και να προσεύχομαι στον Αλλάχ. Τότε άρχισαν να γελάνε ακόμα πιο δυνατά και δεν σταματούσαν με τίποτα. Ούρλιαξα. Δεν μπορούσα να γλιτώσω. 
Η βροχή και το νερό δεν σταματάει ποτέ. Έτσι κι εγώ πήγα και κάθισα κάτω από ένα τραπέζι και πνίγηκα σαν ήρωας. Όπως ο μπαμπάς. Οι άνθρωποι όταν τρομοκρατούνται τρέχουν και φωνάζουν τον Αλλάχ. Όταν βλέπουν ότι αυτός δεν ακούει, ουρλιάζουν και όταν κουραστούν πνίγονται. 
2η ΜΕΡΑ
Δεν ήθελα να πάω σχολείο. Ήθελα να κάτσω στο σπίτι. Η μαμά λέει ότι αυτό δεν είναι το σπίτι μας. Ότι το σπίτι μας είναι στο Μπαγκλαντέζ και κλαίει. Δεν είναι αλήθεια! Στο Μπαγκλαντέζ, πριν έρθουμε εδώ, μέναμε σε σκηνές γιατί ο τυφώνας μάς το κατέστρεψε, άρα πού είναι το σπίτι;
Η μαμά όταν κλαίει, πάντα έχει κλειστά τα μάτια. Έχει πλάκα γιατί κάθε φορά που το κάνει, εγώ κρύβομαι και όταν τα ανοίγει , την τρομάζω και γελάει. 
Σήμερα τελικά με άφησε να μην πάω σχολείο. Αύριο όμως πρέπει να πάω!
 
3η ΜΕΡΑ
Περίμενα να αρχίσουν να γελάνε όπως προχτές. Κρατούσα το χέρι της κυρίας Ξου και ευχόμουν να γίνω αόρατος, να γίνω τοσοδούλης μικρός ή ένας μεγάλος Θεός, για να μην μπορεί να με δει κανείς. Ένιωθα το χέρι μου να την σφίγγει τόσο δυνατά, χωρίς να το θέλω. Το κοιτούσα και του έλεγα να σταματήσει, αλλά δεν γινόταν τίποτα. Είχα γαντζωθεί από πάνω της.
Μπήκα στην τάξη με κλειστά τα μάτια και περίμενα. Περίμενα πολύ, αλλά για ένα περίεργο λόγο δεν άκουγα τίποτα. Απίστευτο, κι όμως έγινε! Κανείς δεν αντέδρασε. Δεν γύρισε κανείς το κεφάλι για να με δει. Μόνο ένα κοριτσάκι με ξανθά κοτσιδάκια γύρισε και με κοίταξε πονηρά σαν να έκανε ζαβολιά που με κοίταξε, και αμέσως η δασκάλα της είπε κάτι με πολλά σίγμα σαν “αεσσισιεσσιεσι” και γύρισε μπροστά της γρήγορα. Μάλλον την μάλωσε, αλλά δεν ξέρω σίγουρα.
Χαμογέλασα και σαν ήρωας κάθισα στη θέση μου. Νίκησα! Τα είχα καταφέρει. Ήμουν αόρατος. Από δω και στο εξής θα μπορούσε να με βλέπει μόνο η κυρία Ξου και η μικρή της ελίτσα!
Tης Καλλιόπης Μανδρέκα, 12/1/2017

& Το 2ο μέρος του διηγήματος θα δημοσιευτεί την Κυριακή 15 Ιανουαρίου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα