33.5 C
Athens
Δευτέρα, 22 Ιουλίου, 2024

Είδαμε την «Κληρονομιά» του Μαριβώ, σε μετάφραση του Ανδρέα Στάικου και σκηνοθεσία του Γιάννη Νταλιάνη

ΡΟΚΟΚΟ, ΜΑΡΙΒΩΝΤΑΖ και ΧΡΗΜΑ vs ΕΡΩΤΑ

C’est une chanson qui nous ressemble

Toi tu m’aimais, et je t’aimais

Nous vivions tous les deux ensemble

Toi qui m’aimais, moi qui t’aimais

33 χρόνια μετά, το Θέατρο της Ρεματιάς Χαλανδρίου φιλοξένησε στις 30 Αυγούστου και πάλι στο δροσερό του χώρο τη γαλλική κωμωδία Η Κληρονομιά του Μαριβώ. Γεγονός όχι ιδιαίτερα γνωστό, κυρίως στο νεότερο κοινό και πληροφορία που δεν παρέλειψε να επικοινωνήσει ο σκηνοθέτης της παράστασης Γιάννης Νταλιάνης στη σύντομη εισαγωγή του πριν την έναρξη. Κριτικές ωστόσο, ψηφιοποιημένες πια από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, όπως αυτή του Κώστα Γεωργουσόπουλου και του Λέανδρου Πολενάκη, μας μεταφέρουν διαβάζοντάς τες στην τότε εποχή που διέθετε και ένα τέτοιο τμήμα μέσα στην ελληνική κοινωνία: θεατρόφιλο και με αισθητική αντίληψη.

Τα έργα εποχής, όπως έχει ήδη σημειώσει ο Νταλιάνης, αποτελούν τη μηχανή του χρόνου, το όχημα που μας ταξιδεύει στο χθες και μας παρέχει την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με το μακρινό παρελθόν κι εν προκειμένω με την προεπαναστατική Γαλλία του 18ου αιώνα. Έργο που παραστάθηκε για πρώτη φορά το 1736 στο Παρίσι, έρχεται να ταιριάξει μοναδικά με τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα.

Τόσο μέσα από τις διαχρονικές του (απ)αξίες όπως η λατρεία σε βαθμό υποδούλωσης στο χρήμα αλλά και ο έρωτας, συναίσθημα αμιγώς ανθρώπινο, ανατρεπτικό μα και δύσκολο ως προς την ομολογία του όσο και μέσα από τον παραλληλισμό της πανδημίας πανώλης που είχε πλήξει τη Μασσαλία (1720-1722) και της πανδημίας του κορωνοϊού που ταλαιπωρεί, δεύτερο καλοκαίρι ακόμα, όλο τον πλανήτη Γη. Επί σκηνής βλέπουμε το Λεπίν (Γιώργος Κοροβίνης) τον υπηρέτη του Μαρκήσιου (Νίκος Νίκας) να απολυμαίνει τα χέρια του ενώ η παράσταση κλείνει εξαιρετικά συγκινητικά με το μήνυμα του φωτός που λάμπει και ζεσταίνει (και οι έξι ηθοποιοί του έργου κρατούν φανάρια ο ένας δίπλα στον άλλο) μακριά από το φόβο που προκαλούν τα πιο τρυφερά και φυσιολογικά πράγματα στον κόσμο: μια αγκαλιά κι ένα φιλί…

Ένας ανυποψίαστος θεατής ίσως θεωρήσει ότι θα παρακολουθήσει μια ανάλαφρη ίσως και εύπεπτη, διασκεδαστική κωμωδία. Εν τούτοις, κάτι τέτοιο δεν ισχύει για την περίπτωση των κωμωδιών του Μαριβώ. Κι αυτό οφείλεται, ως γνωστόν, στο περιβόητο «μαριβωντάζ» για το οποίο μιλούν όλοι οι μελετητές του και βάσει του οποίου ο εν λόγω συγγραφέας διακρίνεται συνιστώντας σχεδόν μια σχολή από μόνος του. Γλώσσα λεπτή, ραφιναρισμένη, πυκνή, με έμφαση στη χρήση των ουσιαστικών (ακούμε την Κόμισα να περιγράφει ως «αμοιβαίο στραγγαλισμό» τον από καθαρό συμφέρον γάμο που ετοιμάζονται να συνάψουν ο Μαρκήσιος κι η Ορτάνς) παραπέμπει στον όρο που μαθαίνει κάποιος όταν μελετά τη γαλλική γλώσσα: «les subtilités du français», δηλαδή «οι λεπτές αποχρώσεις των γαλλικών».

Ο Γιάννης Νταλιάνης έχοντας στο πλευρό του ως βοηθούς σκηνοθέτες τη Χρύσα Νταή και το Δημήτρη Μπούρα, αξιοποιεί στο έπακρον την άριστη μετάφραση του Ανδρέα Στάικου με σκοπό να φιλοτεχνήσει επί σκηνής ένα άρτιο θεατρικό αποτέλεσμα, τόσο κομψό και καλαίσθητο όσο και το ίδιο το Ροκοκό, αισθητική τάση της εποχής όπου παρίσταται το έργο, όσο κι η ίδια η φινετσάτη γλώσσα του συγγραφέα. Το κείμενο, το οποίο ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα, καθώς κι η παράσταση έχουν γρήγορο ρυθμό χωρίς να συγχέουν την κατανόηση του θεατή. Έτσι, το καλλιτεχνικό προϊόν που παράγεται είναι ένα αληθινό tableau vivant που τέρπει το κοινό.

Σ’ αυτό το αποτέλεσμα συνέβαλε σημαντικά η Άρτεμις Φλέσσα, η δημιουργός που υπέγραψε τα σκηνικά και τα κοστούμια της Κληρονομιάς. Με το χρώμα του σομόν (saumon) να επικρατεί στη σκηνή, χρώμα πρόσχαρο και ζεστό, με τα κοστούμια των ηθοποιών όπου έχει προσεχθεί κι η παραμικρή λεπτομέρεια, με κάθε λογής αντικείμενο όπως τα κλουβιά των πουλιών αλλά κι οι πίνακες στον τοίχο, η Φλέσσα απογειώνει αναμφίβολα την αισθητική του έργου υπογραμμίζοντας την τεχνοτροπία του Ροκοκό. Αναμφισβήτητα, τη σύνθεσή της συμπλήρωσαν επιτυχημένα η Γκέντι Κούσι που κατασκεύασε το σκηνικό, η Κατερίνα Βασιλείου και η Σοφία Αλί που επιμελήθηκαν τις κομμώσεις αλλά κι η Βίνα Ευστρατιάδου που φρόντισε το μακιγιάζ.

Έξι ηθοποιοί, τρία ζευγάρια προερχόμενα πιστά από την ίδια κοινωνική τάξη κι ένας έρωτας για το καθένα από αυτά που δεν εκδηλώνεται εύκολα πότε από εγωισμό, πότε από δειλία και πότε από οικονομικό συμφέρον. Μα κι όταν εκφραστεί, διέρχεται τα κανάλια του πείσματος, του ψεύδους και της ανασφάλειας. Τη χρονιά που ανέβηκε στο Παρίσι Η Κληρονομιά, η Γαλλία είχε ήδη υποστεί από το 1720 οικονομική καταστροφή λόγω του συστήματος που είχε εισαγάγει ο Σκώτος John Law. Ακούμε λοιπόν, από την αρχή της παράστασης, για την «τράπεζα που κατέρρευσε» ενώ προς το τέλος ο Ιππότης (Γιάννης Σοφολόγης) αποκαλύπτει πως η περιουσία του είναι υποθηκευμένη κι έτσι μοιραία τα 200.000 φράγκα που θα μετρήσει ο Μαρκήσιος στην αγαπημένη του Ορτάνς (Παρή Τρίκα) είναι κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητα για το γάμο τους.

Έτσι λοιπόν ο Μαριβώ, με όπλο την πένα του, επιλέγει να αποθεώσει τον έρωτα και συνάμα να καταβαραθρώσει το χρήμα. Διά στόματος Κόμισας (Μαριλίτα Λαμπροπούλου) λεκτικοποιεί τον αποτροπιασμό του για την υποταγή στο χρήμα κι αποκαλεί «μισθοφόρο» τον Ιππότη που στηρίζεται στα χρήματα της Ορτάνς. Η Κόμισα, η οποία βέβαια είναι πλούσια, δείχνει να μη διατηρεί καλή σχέση με χρήμα και περιουσιακά στοιχεία, απόδειξη ότι οι συναλλαγές με τους κτηματομεσίτες την κουράζουν.

Ευφυής ήταν η ιδέα της προσάρτησης λεπτομερειών από άλλα έργα του Μαριβώ, συγγενή θεματικά, όπως Ο θρίαμβος του έρωτα. Ακόμα όμως πιο όμορφη και λυρική ήταν η σύλληψη να τραγουδούν τα δραματικά πρόσωπα Κόμισα και Μαρκήσιος, ενίοτε με τη συνοδεία του Λεπίν, μέρος του τραγουδιού Les feuilles mortes του ποιητή Jacques Prévert. Στο επίκεντρό του ο έρωτας που γεννά τη μελαγχολία. Στο έργο του Μαριβώ ωστόσο στέφεται τελικά νικητής.

«Τέλος πια τα μαύρα» θα αναφωνήσει η Κόμισα και θα χαρίσει στην υπηρέτριά της Λιζέτ (Μπίλιω Μαρνέλη) το λαμπερό της φόρεμα. Με ελπίδα κι αισιοδοξία κλείνει θετικά η παράσταση αφήνοντας στους θεατές μια γλυκιά γεύση αγαλλίασης.

Και οι έξι ηθοποιοί απέδωσαν μετρημένα ο καθένας το ρόλο του. Ξεχώρισαν ιδιαιτέρως ο Νίκος Νίκας για την ιδιαίτερη ερμηνεία του ως Μαρκήσιος αλλά και για το μοναδικό ηχόχρωμα της φωνής του αλλά και ο Γιώργος Κορομπίνης που υποδύθηκε τόσο ανάγλυφα το Λεπίν. Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου, έμπειρη ηθοποιός αλλά και ταλαντούχα σκηνοθέτις έδωσε σάρκα και οστά στην Κόμισα χωρίς να υπερβάλλει διοχετεύοντας την υποκρτική της ενέργεια στις πιο απαιτητικές σκηνές με το Μαρκήσιο. Η Παρή Τρίκα ως Ορτάνς υποδύθηκε σωστά την πονηρή συμφεροντολόγα γυναίκα όπως κι ο Γιάννης Σοφολόγης τον απελπισμένο Ιππότη χωρίς επιλογή διεξόδου. Τέλος, η Μπίλιω Μαρνέλη, που ενσάρκωσε εύστοχα τη Λιζέτ, ασχολήθηκε με την κίνηση των ηθοποιών, εξαιρετική και αυτή όπως αρμόζει σε μια ανάλογη κωμωδία.

Της Μαρίνας Αποστόλου, 1/9/2021

Τρέιλερ: www.youtube.com/watch?v=9bh7q5891M0

Συντελεστές:

Μετάφραση: Ανδρέας Στάικος
Σκηνοθεσία: Γιάννης Νταλιάνης
Σκηνικά – Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα
Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης
Μουσική: Κώστας Λώλος
Ηχητικά: Πάνος Γασπαράτος
Κίνηση: Μπίλιω Μαρνέλη
Φωτογραφία – Βίντεο: Πάτροκλος Σκαφιδάς
Hairstyle: Κατερίνα Βασιλείου
Επιμέλεια μακιγιάζ: Βίνα Ευστρατιάδου
Μακιγιάζ: Χρύσα Ράικου
Βοηθοί σκηνοθέτη: Χρύσα Νταή, Δημήτρης Μπούρας
Υπεύθυνος επικοινωνίας: Αντώνης Κοκολάκης
Παραγωγή: Zero Gravity

Διανομή ρόλων:

Κόμισα: Μαριλίτα Λαμπροπούλου
Μαρκήσιος: Νίκος Νίκας
Ιππότης: Γιάννης Σοφολόγης
Ορτάνς: Παρή Τρίκα
Λιζέτ: Μπίλιω Μαρνέλη
Λεπίν: Γιώργος Κορομπίλης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα