21.6 C
Athens
Τρίτη, 16 Απριλίου, 2024

Flashback: Σκάνδαλο Watergate

Αν αναρωτηθούμε από πότε η λέξη “σκάνδαλο” έχει να ηχήσει στα αυτιά μας ως κάτι τρομερό, από πότε έχει να μας προκαλέσει αυτή την αίσθηση της ντροπής, του απρόσμενου ή έστω να μας κάνει να εκπλαγούμε, μάλλον θα πρέπει να γυρίσουμε αρκετά χρόνια πίσω.

Η λέξη αυτή γίνεται πράξη, μέσα από τα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα της εκάστοτε χώρας, εμπλουτίζει με πολύ υλικό τις συζητήσεις μας και δίνει τροφή στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ας γυρίσουμε, λοιπόν, λίγο πίσω για να θυμηθούμε ένα από τα πιο γνωστά σκάνδαλα που άφησε για τα καλά το στίγμα του στον 20ο αιώνα.

Ένας υπερφίαλος πρόεδρος, οι άνθρωποί του και δύο μαχητικοί δημοσιογράφοι είναι οι πρωταγωνιστές του σκανδάλου Watergate, που πήρε το όνομά του από το πολυτελέστερο ξενοδοχείο των ΗΠΑ. Ανοίγοντας τον φάκελο «Watergate» ξετυλίγεται το μπλεγμένο κουβάρι της πολύκροτης υπόθεσης, η οποία έγινε κινηματογραφική ταινία και έδειξε τι σημαίνει διεισδυτική δημοσιογραφία, είδος που τείνει να εκλείψει στις μέρες μας ή μήπως όχι;

Ο Ρίτσαρντ Μίλχους Νίξον ( Richard Milhous Nixon) γεννήθηκε στην Καλιφόρνια στις 9 Ιανουαρίου 1913. Ήταν ο 37ος Πρόεδρος των Η.Π.Α. (1969-1974). Επίσης, διετέλεσε αντιπρόεδρος των Η.Π.Α. κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Αϊζενχάουερ (1953-1961). Είναι μέχρι στιγμής ο μοναδικός που έχει εκλεγεί ως πρόεδρος και αντιπρόεδρος σε δύο διαφορετικές περιόδους, αλλά και ο μόνος Πρόεδρος που παραιτήθηκε από τη θέση του. Η παραίτησή του ήρθε ως συνέχεια του σκανδάλου Watergate σε μια απόπειρα να αποφύγει την καθαίρεση του από το αξίωμα του Προέδρου.

Η θητεία του συνδέθηκε τόσο με την κλιμάκωση του πολέμου στο Βιετνάμ, όσο και με την αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από εκεί το 1973. Τον αντικατέστησε ο δεύτερος αντιπρόεδρος του Τζέραλντ Φορντ, ο οποίος και του απέδωσε χάρη για τα όποια εγκλήματα είχε διαπράξει κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ο Νίξον πέθανε στις 22 Απριλίου 1994 και μολονότι υπήρξε ένας από τους πιο ατιμασμένους πολιτικούς στην ιστορία των ΗΠΑ, ταξίδεψε στην τελευταία του κατοικία, συνοδεία των επιφανέστερων εκπροσώπων της πολιτικής ζωής. Όπως ο Μπιλ Κλίντον, Χίλαρι Ρόνταμ Κλίντον, Τζορτζ Μπους, Μπάρμπαρα Μπους, Ρόναλντ Ρίγκαν, Νάνσι Ρίγκαν.

Το Watergate είναι ένας όρος που έμελε να γίνει συνώνυμος με το σκάνδαλο και την κατάχρηση εξουσίας. Χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά, για να περιγράψει το σύνολο των πολιτικών εξελίξεων και σκανδάλων που έλαβαν χώρα μεταξύ 1972 και 1974 στις ΗΠΑ. Έτσι ονομάζεται ένα από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία στην Washington D.C., το οποίο ανήκει σε ένα ευρύ κτιριακό συγκρότημα που περιλαμβάνει πολλά γραφεία επιχειρήσεων. Εκεί στεγάζονταν το 1972 τα γραφεία του Δημοκρατικού κόμματος (Democratic National Committee). Στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε διαρρήκτες εισέβαλαν στα γραφεία και προσπάθησαν να τα παγιδεύσουν με «κοριούς». Οι πέντε άνδρες συνελήφθησαν χάρη στην έγκαιρη δράση του φύλακα ασφαλείας του κτιρίου. Και ενώ όλοι πίστευαν ότι η ιστορία τελείωσε εκεί, τα σπουδαία δεν είχαν αρχίσει ακόμα.

Ανάμεσα στους διαρρήκτες ανακαλύφθηκε πως ήταν ένας πρώην πράκτορας της CIA καθώς και ένας υπάλληλος ασφαλείας του κόμματος των Ρεπουμπλικανών (G.O.P.), σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Washington Post». Το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών στην ιστορία της Αμερικής είχε μόλις ξεσπάσει.

Δύο άσημοι μέχρι τότε δημοσιογράφοι της «Washington Post», οι Bob Woodward και Carl Bernstein αρχίζουν μια μεγάλη έρευνα στην προσπάθειά τους να ξεσκεπάσουν την απάτη του κόμματος του νεοεκλεγέντος Προέδρου των ΗΠΑ, Richard Nixon. Γενικά, η εφημερίδα τους αντιμετώπισε με αρκετή επιφύλαξη. Οι ίδιοι, πολλές φορές οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο και σκέφτηκαν να τα παρατήσουν. Είναι χαρακτηριστικό πως τότε κατά τη διάρκεια της διετούς έρευνας η εκδότρια της εφημερίδας, Katherine Graham ζητούσε επιτακτικά κάθε πληροφορία να διασταυρώνεται από τρεις τουλάχιστον διαφορετικές πηγές. Αξίζει να σημειωθεί πως η «Washington Post» τιμήθηκε το 1973 με το βραβείο Πούλιτζερ προσφοράς υπηρεσιών στο κοινό καλό για την έρευνα της πάνω στο Watergate.

Οι άνθρωποι του προέδρου

Τον Νοέμβριο του 1968, όταν ο Ρίτσαρντ Νίξον αποκτούσε το αξίωμα του 37ου προέδρου των ΗΠΑ, ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του πως θα έμενε στην ιστορία ως ο πρώτος ένοικος του Λευκού Οίκου που παραιτήθηκε.

Ήταν 1.47 το πρωί της Κυριακής 17 Ιουνίου 1972, όταν ο φύλακας του ξενοδοχείου Watergate, Φρανκ Γουίλς, ενεργοποίησε τον συναγερμό, καθώς αντιλήφθηκε την παρουσία εισβολέων που επιχειρούσαν να διαρρήξουν τα γραφεία της Δημοκρατικής παράταξης. Οι πέντε άνδρες που συλλαμβάνονται επ? αυτοφώρω ενώ προσπαθούν να τοποθετήσουν «κοριούς» στις τηλεφωνικές συσκευές των πολιτικών τους αντιπάλων, ήταν μέλη της ομάδας των «υδραυλικών» («plumbers»). Οι «πλάμπερς» αποτελούσαν γέννημα-θρέμμα του Λευκού Οίκου και σκοπός τους ήταν η «επιδιόρθωση των διαρροών», η συγκάλυψη στοιχείων που δεν έπρεπε να δουν το φως της δημοσιότητας. Αυτή είναι η αιτία για την οποία οι δεσμοί τους με την επιτροπή για την επανεκλογή του προέδρου Νίξον (Ε. Ε. Π.) ήταν πολύ σφικτοί.

Στην πραγματικότητα, η διάρρηξη στα γραφεία των Δημοκρατικών δεν αποτελούσε παρά το κερασάκι στην τούρτα των κρυφών δραστηριοτήτων των «ανθρώπων του προέδρου». Εννέα μήνες πριν από την εισβολή στο συγκρότημα κτηρίων Watergate, είχε προηγηθεί παραβίαση του γραφείου του Ντάνιελ Έλσμπεργκ, πρώην αναλυτή του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ. Ο άνθρωπος αυτός τέθηκε υπό παρακολούθηση από τους «μυστικούς υπαλλήλους» του Λευκού Οίκου, καθώς δημοσίευσε μέσω της εφημερίδας «New York Times» μια απόρρητη έκθεση του Πενταγώνου αναφορικά με την αληθινή ιστορία του πολέμου στο Βιετνάμ. Ο Νίξον επιδιώκοντας να αποσοβήσει την αναταραχή που προκάλεσαν τα δημοσιεύματα αυτά των «Times» χρησιμοποίησε τις γνωστές αθέμιτες πρακτικές του. Επιστράτευσε τους «υδραυλικούς» για να «επισκευάσουν τις διαρροές», οργανώνοντας μια εκστρατεία δυσφήμησης που στρεφόταν κατά του Έλσμπεργκ.

Η έναρξη των ερευνών

O Μπομπ Γούντγορντ και ο Καρλ Μπέρνσταϊν είναι οι δύο δημοσιογράφοι που ανέλαβαν να καλύψουν για λογαριασμό της εφημερίδας «Washington Post» τη δίκη των πέντε συλληφθέντων στα γραφεία της Δημοκρατικής παράταξης. Από την αρχή της υπόθεσης αντιλήφθηκαν ότι εμπλέκονται κυβερνητικά στελέχη, γεγονός που ενισχύθηκε μετά την ομολογία ορισμένων κατηγορουμένων πως είχαν σχέσεις με τη CIA. Από την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων, ο μόνος που διείδε την επικείμενη απειλή ήταν ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Τζον Ντιν, ο οποίος είπε χαρακτηριστικά στον Νίξον πως «η προεδρία αναπτύσσει ένα καρκίνωμα». Ο πρόεδρος, όμως, αγνοώντας τη διορατική προειδοποίηση του Ντιν, κάνει μια ακόμη λανθασμένη κίνηση στην πολιτική σκακιέρα η οποία θα τον φέρει ένα βήμα πιο κοντά στην κατακρήμνισή του: Υπό το πρόσχημα της «εθνικής ασφάλειας», ζητά από τη CIA να επιβραδύνει τις έρευνες για το έγκλημα στο Watergate.

Καταιγίδα αποκαλύψεων

Ωστόσο, οι αποκαλύψεις των δύο ρεπόρτερ για το σκάνδαλο Watergate παίρνουν μορφή χιονοστιβάδας. Ένας εκ των πέντε διαρρηκτών αποδείχτηκε μέλος της προεδρικής φρουράς, ενώ ένας άλλος είχε μια επιταγή των 25.000 δολαρίων, η οποία προοριζόταν για την εκστρατεία επανεκλογής του Νίξον. Ο πρόεδρος, όμως, είχε ακόμη την τύχη με το μέρος του. Έτσι, στις εκλογές της 11ης Νοεμβρίου 1972 ο Νίξον επανεκλέγεται, αποσπώντας το 60% των ψήφων του αμερικανικού λαού.

Οι εξελίξεις σχετικά με την υπόθεση Watergate απειλούν εντονότερα τη νέα περίοδο διακυβέρνησης του Νίξον. Αρκετοί από τους διαρρήκτες οδηγήθηκαν στη φυλακή, ενώ, καθώς οι δεσμοί του σκανδάλου με τον Λευκό Οίκο αποδεικνύονταν στενότεροι, πολλοί αξιωματούχοι αναγκάστηκαν να παραιτηθούν (μεταξύ αυτών και ο Τζον Ντιν). Οι φήμες που ήθελαν τον Νίξον να βρίσκεται αναμεμειγμένος στην υπόθεση Watergate θα μετατρέπονταν σύντομα σε βεβαιότητα, προς απογοήτευση των ψηφοφόρων του.

Εξαιτίας των έντονων υπονοιών για συμμετοχή του προέδρου στο σκάνδαλο, τον Μάιο του 1973 η Γερουσία ξεκίνησε ανακρίσεις και ο Νίξον αναγκάστηκε να ορίσει τον A. Κοξ ειδικό εισαγγελέα της υπόθεσης. Υπό την πίεση της εισαγγελικής και δημοσιογραφικής έρευνας ο Τζον Ντιν παραδέχεται ότι είχε συνομιλίες με τον πρόεδρο σχετικά με το πώς θα διατηρούσαν κρυφό το σκάνδαλο Watergate. Στην πραγματικότητα, η διάρρηξη στο κτήριο Watergate είχε σχεδιαστεί από τον επικεφαλής της Ε.Ε.Π., Τζον Μίτσελ. Ο βοηθός του παραδέχεται μάλιστα ότι υπό τις «ευλογίες» του Νίξον προέβησαν στην πράξη αυτή, ώστε να συλλέξουν πολύτιμες πληροφορίες για τον επικεφαλής της παράταξης των Δημοκρατικών. Τον Ιούλιο αποκαλύπτεται ότι ο Αμερικανός ηγέτης είχε κατασκευάσει στο Oval γραφείο ειδικό σύστημα μέσω του οποίου μαγνητοφωνούσε όλες τις συνομιλίες του. Έτσι, ο πρόεδρος της επιτροπής γερουσιαστών και ο Κοξ διατάζουν πάραυτα τον πρόεδρο να τους παραδώσει το σύνολο των κασετών.

Στις 20 Οκτωβρίου ο Νίξον, ανήμπορος να αντιδράσει στην πίεση του Κοξ, ζητά από τον εισαγγελέα Έλιοτ Ρίτσαρντσον να παύσει τον Κοξ από τα καθήκοντά του. Εκείνος αρνείται και δηλώνει παραίτηση. Ο πρόεδρος τότε στρέφεται στον βοηθό του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος δηλώνει επίσης παραίτηση. Τελικά, ο Νίξον καταφέρνει την απαλλαγή του Κοξ από τα καθήκοντά του, αλλά πληρώνει την επιμονή του με την τοποθέτηση νέου Ειδικού Εισαγγελέα, του Ζαγόρσκι, ο οποίος πιέζει ακόμη εντονότερα τον Νίξον να παραδώσει τις κασέτες.

Ο πρόεδρος καταφεύγει σε παιδαριώδεις τακτικές που αναγκάζουν τον Ζαγόρσκι να κατηγορήσει τον Νίξον για παρακώλυση του έργου της Δικαιοσύνης. Το ανώτερο δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ζητήματος απορρίπτει τα επιχειρήματα του Νίξον και ζητά και πάλι την παράδοση των κασετών. Κατόπιν της νέας άρνησής του, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει υπέρ της άρσης της αξιοπιστίας του προέδρου των ΗΠΑ. Το περιεχόμενο των κασετών, οι οποίες έγιναν γνωστές ως «καπνιστό όπλο», αποκάλυπτε ότι ο Αμερικανός ταγός είναι ο αυτουργός του σκανδάλου Watergate. Ο τελευταίος, καθώς αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται, αναγκάζεται να παραιτηθεί στις 8 Αυγούστου 1974. Είναι ο μόνος από τους πρωταγωνιστές στο σκάνδαλο Watergate που δεν θα οδηγηθεί στη φυλακή. Αυτό το οφείλει στον διάδοχό του, Τζέραρντ Φορντ, ο οποίος ζήτησε την ατιμωρησία του Νίξον.

Τελικά, φαίνεται ότι η ατάκα του Νίξον «δεν ξέρω πολλά από πολιτική, ξέρω όμως πολλά από baseball» ήταν προφητική. Κι αυτό διότι, όπως είχε πει σε συνέντευξή του ο Μπομπ Γούντγορντ, αν ο Νίξον γνώριζε ότι το αμερικανικό έθνος συγχωρεί εύκολα, θα είχε γλιτώσει τον διασυρμό ζητώντας απλώς «άφεση αμαρτιών». Άλλωστε, την τακτική αυτή εφάρμοσε και ο Μπίλ Κλίντον στο σκάνδαλο με τη μαθητευομένη του Λευκού Οίκου, Μόνικα Λεβίνσκι. Και μην ξεχνάμε και τα δικά μας με την υπόθεση Ζαχόπουλου – Τσέκου.

Η κληρονομιά του σκανδάλου Watergate

Εξαιτίας του σκανδάλου Watergate, ψηφίστηκαν αυστηρότεροι νόμοι αναφορικά με τη χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών. Οι μέρες ευημερίας για τους πολιτικούς είχαν παρέλθει. Κάθε υποψήφιος Αμερικανός πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να συμμετάσχει σε debate με τον αντίπαλό του, ενώ η πρακτική της μαγνητοφώνησης των προεδρικών συνομιλιών στο Oval γραφείο έπαψε να εφαρμόζεται.

Επιπλέον, μια νέα εποχή ήρθε για τη δημοσιογραφία. Ο Μπομπ Γούντγορντ με την περίφημη μυστική του πηγή, «βαθύ λαρύγγι» (ο αρχισυντάκτης της «Post» πρώτος την απεκάλεσε έτσι), και ο Καρλ Μπέρνσταϊν δημιούργησαν μια νέα σχολή δημοσιογραφίας. Η ερευνητική δημοσιογραφία έρχεται να κάνει τη ζωή δύσκολη για τους πολιτικούς με την αποκάλυψη καινούργιων σκανδάλων. Έτσι, οι λειτουργοί του Τύπου γίνονται περισσότερο κυνικοί και επιθετικοί απέναντι σε όσους χειρίζονται τα κοινά. Παράδειγμα ο Μιλς, πανίσχυρο μέλος του Κογκρέσου, ο οποίος μεθυσμένος προκάλεσε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα και εξαιτίας της δριμείας επίθεσης που δέχθηκε από τα μέσα οδηγήθηκε σε παραίτηση.

Ο πληροφοριοδότης

Το «βαθύ λαρύγγι». Ο άνθρωπος που ουσιαστικά «έριξε» τον Νίξον. Ο βασικός πληροφοριοδότης των Woodward και Bernstein που ερχόταν σε επαφή με τον Woodward σε μεγάλα πάρκινγκ μέσα σε βαθύ σκοτάδι είχε το προσωνύμιο «Το βαθύ λαρύγγι». Τον Μάιο του 2005 αποκαλύφτηκε μέσω του περιοδικού Vanity Fair ο ρόλος που έπαιξε ο τότε υποδιοικητής του FBI, W. Mark Felt. Ο Felt, κράτησε μυστική την ιδιότητά του ακόμη και από την ίδια του την οικογένεια μέχρι το καλοκαίρι του 2002. Παραδέχτηκε, μάλιστα ότι είχε αποφασίσει να πάρει το μυστικό στον τάφο του, κάτι που θα έκανε αν δεν τον έπειθαν τα παιδιά του ότι φέρθηκε σαν ήρωας και όχι σαν καταδότης. Και οι δύο δημοσιογράφοι είχαν υποσχεθεί να φανερώσουν το όνομα του πληροφοριοδότη τους, αφού πεθάνει. Η ευσυνειδησία του Γούντγουορντ ήταν τέτοια, που επί 33 χρόνια δεν σύστησε ποτέ τον Φελτ στον συνεργάτη του. Οι τρεις τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 2005 στη Σάντα Ρόσα. Όταν ο Woodward αναφερόταν στην πηγή του, έλεγε χαρακτηριστικά, «ο φίλος μου είπε…».

Κάνοντας τη μετάφραση στα Αγγλικά, «My Friend told me», βλέπουμε ότι τα αρχικά ταυτίζονται με τα αυτά του Mark Felt. Το «βαθύ λαρύγγι» – κατά την πορνογραφική ταινία που έσπασε εκείνη την εποχή ταμεία στην Αμερική – ήταν το κωδικό όνομα για τη συνεννόηση με τον αρχισυντάκτη της W.P., Howard Simmons. Παρά τις υποψίες ότι ήταν υπεύθυνος για διαρροή πληροφοριών, ο Felt πάντα κατάφερνε να παραπλανεί το Λευκό Οίκο και τους συναδέλφους του.

Ο τρόπος που κανονιζόταν η συνάντηση ανάμεσα στον Felt και τον Woodward έχει μείνει στην ιστορία. Κάθε φορά που ο ρεπόρτερ επιθυμούσε συνάντηση, μετακινούσε ένα βάζο με μια κόκκινη σημαία στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του στο Webster House, ενώ κάθε φορά που το «βαθύ λαρύγγι» ήθελε συνάντηση, κύκλωνε τον αριθμό της σελίδας 20 των New York Times που παραδίδονταν στην πόρτα του Woodward καθημερινά και ζωγράφιζε δείκτες, για να δείξει την ώρα.

Στις 19 Δεκεμβρίου του 2008 το «Βαθύ Λαρύγγι» σώπασε για πάντα. Στα 95 του χρόνια, ο Μαρκ Φελτ, έφυγε ήσυχος, απαλλαγμένος από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της ιστορίας που σημάδεψε τη ζωή του, εξαιτίας της νόσου Αλτσχάιμερ.

Το σκάνδαλο Watergate και τον ρόλο των δύο δημοσιογράφων της εφημερίδα Ουάσιγκτον Ποστ απαθανάτισε το 1976 η ταινία Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου με τους Ντάστιν Χόφμαν και Ρόμπερτ Ρεντφορντ στους ρόλους των δύο δημοσιογράφων.

Της Έλενας Αρώνη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα