Έπειιτα από έξι (!!!) μήνες αναμονής κατόρθωσε και μου έστειλε τις απαντήσεις της. Αλλά εντάξει έχει ένα πλας η συγκεκριμένη καλλιτέχνης. Τη συμπαθώ πολύ. Το ξέρει και το εκμεταλλεύεται. Αλλά όχι για να παίξει π.χ στην τηλεόραση. Γιατί εκεί έπαιξε με την αξία της – κι ελάχιστα δλδ -. Και θα πρέπει να παίζει και πολύ περισσότερο.
Λοιποί casting directors το ακούτε;
Αλλά πέρα από τα άλλα με κάνει να γελάω. Και όταν δε νιώθω καλά, της στέλνω και κανά μπινελίκι και εκείνη μου απαντάει ανάλογα. Ή μου κάνει το ακριβώς αντίστροφο. Ετσι περνάμε ωραία μαζί, ακόμη και αν δεν βρισκόμαστε συχνά από κοντά. Όταν κάτι δε μου πάει καλά συνήθως είναι η πρώτη που κατηγορώ, όπως και όταν συμβαίνουν διάφορα “τρελά” στην Ελλάδα, στον πλανήτη κλπ. Όπως και να΄ χει η Δάφνη Λιανάκη ειναι και γαμώ τα άτομα!!!
Και καλλιτεχνάρα και ψυχάρα και της αξίζουν τα καλύτερα και βασικά ελπίζω να μη με απογοητεύσει ποτέ σε προσωπικό τουλάχιστον επίπεδο.
Μπορώ να την βρίζω και να μην παρεξηγείται, ενώ εκείνη έχει το πράσινο φως να μου λέει ό,τι θέλει. Από ένα “σκάσε” (το οποίο επιτρέπω σε ελάχιστους) ή το ότι “οι γονείς μου την πληρώνουν μηνιαία για να μου μιλάει…”

Ίσως να είναι η καλύτερη συναγωνίστρια “τρολ” μου, όμως όταν θέλω να την εξουδετερώσω, της λέω ότι είναι κρυφοδίδυμος (Ταύρος με Ταύρο γεννημένη στις 20 Μάη) και αποδυναμώνεται εντελώς (μάλλον κάποιος Δίδυμος κάποτε της προκάλεσε μεγάλη ζημιά).
Για περισσότερα (και για τα Ματωμένα χώματα, που πάνε 2η σεζόν) διαβάστε τη συνέντευξη της, γιατί πραγματικά αξίζει. Και πέρα από την “πλάκα” του προλόγου από τα λεγόμενα/γραφόμενα της φαινεται το περιοχόμενο της και ως άνθρωπος και ως μια απόλυτα συνειδητοποιημένη καλλιτέχνης του σήμερα (όσα επισημαίνει π.χ. για τους βοηθούς σκηνοθέτες και το πώς αντιμετωπίζονται από πολλούς στον χώρο αξίζει ν’ απασχολήσουν και τους αρμόδιους κάποια στιγμή…)
* Δεν ξέρω πώς προέκυψε να γίνω ηθοποιός. Αν θυμάμαι κάτι να κάνω μικρή είναι να παίζω θέατρο. Ό,τι ελληνική ταινία έβλεπα την ξαναέπαιζα στο δωμάτιό μο και κάθε μέρα περνούσα τις ώρες μου παίζοντας τη μαμά που πάει να πάρει τα παιδιά απ’ το σχολείο, την πωλήτρια, την αεροσυνοδό, έλεγα τις ειδήσεις κι έκλαιγα με μαύρο δάκρυ για το θάνατο κάποιου, τη γειτόνισσα, τη θεία Ντόρα ή μια δημοσιογράφο που ήρθε να πάρει συνέντευξη από τους καλεσμένους του σπιτιού. Έπαιζα και ξένους ρόλους… Αν είχα δει ξένη ταινία… Μιλούσα αγγλικά, γαλλικά… κυρίως αγγλικά. Τα δικά μου αγγλικά.

* Μετά ανακάλυψα πως αυτό που μιλούσα τότε ήταν η μαύρη γλώσσα που αργότερα μας ζητούσαν σε ασκήσεις στη Σχολή. Κι όταν πήγαινα στο θέατρο, ένιωθα πάντα πως βρίσκομαι μέσα σε ένα γιγαντιαίο μουσικό κουτί του οποίου είμαι μέρος. Ε, και μετά… τα δύο τελευταία χρόνια του δημοτικού στο Διονύσιο Σολωμό, το καλύτερο σχολείο του κόσμου που είχε και μάθημα θεάτρου και στο Μουσικό γιατί κάνανε κι εκεί θέατρο και στη Θεατρικών Σπουδών γιατί έπρεπε να μπω στο Πανεπιστήμιο και διάλεξα τη σχολή που είχε θέατρο. Έπειτα Ιταλία, δραματική κλπ. Γενικά δεν θυμάμαι ποτέ να το αποφασίζω. Θυμάμαι να το «κάνω».
* Για μένα υποκριτική σημαίνει ο (διαφορετικός) θεατρικός τρόπος που θα βρεις για να αφηγηθείς μια ιστορία σε κάποιον/κάποιους, με όποια σωματική και ψυχική μεταμόρφωση αυτό συνεπάγεται προκειμένου να επικοινωνήσεις μέσω της αφήγησης με τον Άλλο. Επικοινωνία, συνύπαρξη, δουλειά.
* Προ κόβιντ υπήρχε άγχος και ανησυχία καθότι υπήρχε οικονομική κρίση. Επί κόβιντ υπήρξε το απόλυτο μούδιασμα και ένας κάποιος τρόμος για το τι συμβαίνει, μετά κόβιντ υπάρχει νομίζω μια κάποια αισιοδοξία ή ελπίδα, γιατί τα πράγματα επιστρέφουν σε μια κανονικότητα και οι δουλειές «ανοίγουν», υπάρχει φόρα και ροή (παρ’ ότι οι όροι του παιχνιδιού παραμένουν ίδιοι και άρα παραμένουν και τα όποια προβλήματα υπήρχαν ανέκαθεν). Σχετικά με το support και το metoo δεν πιστεύω ότι μπορούν να αλλάξουν ακόμα επί της ουσίας τα πράγματα ΟΜΩΣ τη στιγμή που έχουν ειπωθεί κάποια ανείπωτα, έχουν πέσει κάποιες μάσκες και υπάρχει γνώση, κανείς πια δε θα μπορεί να πει δεν ήξερα ή να μη σκεφτεί λίγο παραπάνω και λίγο διαφορετικά αν είναι μάρτυρας ανάρμοστων συμπεριφορών, θύμα βιασμού ή όταν καλείται να υπογράψει μια κακή οικονομική/εργασιακή συνθήκη.

* Τώρα το αν θα επιλέξει ο καθένας να αντιδράσει (για τον άλλον ή/και για τον εαυτό του) είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που δεν μπορούν να το αλλάξουν τα κινήματα, γιατί προκύπτει απ’ το πώς λειτουργεί το σύστημα και η κοινωνία γενικά.
* Η ανθρώπινη φύση καλείται να επιβιώσει μέσα σε όρους μιας αγοράς – αρένας γενικά και ειδικά στο θέατρο. Και σε τέτοιες συνθήκες δε θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν τέρατα μικρά ή μεγάλα, ανισότητες, κακές συμπεριφορές, επιβολή της εξουσίας με σεξουαλική κακοποίηση και δουλειές εκμετάλλευσης αντί πληρωμής, και όλοι εμείς, ως επί τι πλείστον, θα τα επιτρέπουμε και θα τα ανεχόμαστε όλα αυτά (άλλος λίγο, άλλος πολύ) προκειμένου να υπάρξουμε.
* Γιατί όταν τίθεται θέμα του να υπάρξω και να καταφέρω να είμαι στη δουλειά (και να μπορώ να ζω από αυτή) δύσκολα παίρνει κανείς θέση, δύσκολα αντιδρά. Πάντως το ότι αυτός που θα προτείνει μια απλήρωτη πρόβα ή που θα έχει μία επικίνδυνη και υποτιμητική συμπεριφορά σε συνάδελφό του ή που θα εκμεταλλεύεται σεξουαλικά τον άλλον, θα έχει έναν φόβο και μια φωνή μέσα του θα τον προειδοποιεί ότι σήμερα κάτι τέτοιο μπορεί να αποβεί μοιραίο και για τον ίδιο, είναι σίγουρα μία κατάκτηση! Μακάρι αυτό έστω να κρατήσει.

* Η πολιτεία απαξιώνει τον ίδιο τον πολίτη με ένα σύστημα εκπαίδευσης που το τελευταίο πράγμα που κάνει είναι να παρέχει μόρφωση. Θα υπερασπιστεί την τέχνη που συμβάλει στην καλλιέργεια και στην ψυχαγωγία του πολίτη; Έναν άνθρωπο με αντίληψη, γνώση και ανεπτυγμένη κριτική σκέψη δεν μπορείς να τον καθοδηγήσεις. Δεν μπορείς να τον κουμαντάρεις. Δεν μπορείς να τον φανατίσεις ή να τον πείσεις να μείνει σιωπηλός και να κάνει υπομονή. Εδώ και κάποια αρκετά χρόνια συμβαίνει ακριβώς αυτό. Ας μείνουμε στις ευτυχείς προσπάθειες που γίνονται ενάντια σε αυτό και ας προσπαθήσουμε περισσότερο όπως μπορεί ο καθένας και δη μέσω της τέχνης να ενημερώνει, να αφυπνίζει και να προτείνει το κάτι διαφορετικό.
* Ο ρόλος της τέχνης ήταν πάντοτε σημαντικός και πάντα θα είναι. Το θέμα είναι η συνάντηση του κοινού με το δημιούργημα της τέχνης, αυτός ο διάλογος που πρέπει να συντελείται μεταξύ οποιουδήποτε έργου και καλλιτέχνη με τον οποιονδήποτε ακροατή. Εκεί νομίζω ότι υπάρχει ένα θέμα κι εκεί πρέπει να εστιάσουμε. Πως θα λάβουμε υπόψη μας το κοινό και θα απευθύνουμε την τέχνη σε όλους και όχι στον συνάδελφο φίλο ηθοποιό, μουσικό, εικαστικό, κριτικό κλπ. Η τέχνη καλλιεργεί τη σκέψη, τις αισθήσεις, συγκινεί, παρηγορεί, διασκεδάζει, ψυχαγωγεί, ξεκουράζει και βάζει τα θεμέλια για την επικοινωνία με τον άλλον την κατανόηση του άλλου και ό, τι χρειάζεται η ανθρώπινη συνύπαρξη.
* Στον πρόλογο του βιβλίου τα Ματωμένα Χώματα η Διδώ Σωτηρίου λέει πως …έγραψε αυτό το μυθιστόρημα με μοναδικό σκοπό την ανάπλαση ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα…. Ο Γιώργος Παλούμπης κάθε φορά, στις πρόβες αλλά και πριν από κάθε παράσταση μας έλεγε «πάμε, πάμε να πούμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων… ας τους σκεφτούμε λίγο και πάμε να μιλήσουμε για αυτούς και όλα αυτά που έζησαν». Με πρωταγωνιστή λοιπόν τον Μανώλη Αξιώτη, που είναι και το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, ζωντανεύουμε σκηνικά τον κόσμο της Σμύρνης από το 1914 περίπου μέχρι και την καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922. Κι όλα αυτά υπό τους ήχους της (εξαιρετικής) πρωτότυπης μουσικής του Κώστα Νικολόπουλου, αποκτούν μια συγκινησιακή δυναμική που ταξιδεύει τον θεατή για περίπου δύο ώρες και κάτι, σε εκείνα τα μέρη, εκείνες τις ιστορικές στιγμές, εκείνο τον κόσμο που χώρεσε μαγικά με τη βοήθεια της Νατάσας Παπαστεργίου (σκηνογραφία) στη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά.

* Για τη σημασία αυτού του κειμένου έχει μιλήσει ήδη η πορεία του βιβλίου που κυκλοφορεί από το 1962 έως σήμερα (με μία παύση στα χρόνια της δικτατορίας). Είναι ένα βιβλίο που είτε το χεις διαβάσει, είτε όχι, σίγουρα το ξέρεις και σίγουρα ξέρεις πάνω κάτω τι πραγματεύεται. Έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες και μάλιστα απ’ ότι διάβαζα είχε μεγάλη απήχηση και στην Τουρκία, όπου κυκλοφόρησε.
* Θυμάμαι όμως τον κ Καζάκο στις πρόβες να μας λέει ότι τότε, όταν βγήκε το βιβλίο θεωρήθηκε το πρώτο βιβλίο που μίλησε για την όμορφη σχέση των δύο λαών και την αρμονική συμβίωση τους, παρουσιάζοντας «δίκαια» και όχι εχθρικά τους Τούρκους (συγ)κατοίκους των Ελλήνων στα παράλια της Σμύρνης και πιστεύω πως αυτό είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο του βιβλίου.
* Όταν το διαβάζαμε όλοι αναρωτιόμασταν πως και τι θα πρωτοκρατηθεί απ’ όλη αυτήν την ιστορία, αλλά τελικά νομίζω πως ο Γιώργος Παλούμπης και ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος προχώρησαν στην καλύτερη δυνατή απόδοση του μυθιστορήματος. Αλλά για να μπορέσεω να εξηγήσω καλύτερα τι εννοώ θα πρέπει κάποιος να έχει δει ήδη την παράσταση.

* Όλοι μας, εκτός από τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου που τον βλέπουμε στη σκηνή παράλληλα ως αφηγητή (Νικήτας Τσακίρογλου) και ως δρών πρόσωπο (Μιχάλης Σαράντης) κάνουμε διαφορετικούς ρόλους. Εγώ είμαι η μάνα ενός στρατιώτη, η αδερφή του ήρωα, μια Σμυρνιά κι ένα αρμενάκι – αιχμάλωτη των Τούρκων.
* Με τα περισσότερα παιδιά γνωριζόμασταν από άλλες δουλειές κι από κοινές παρέες αλλά και με όσους δεν γνωριζόμασταν δημιουργήσαμε μια όμορφη συνθήκη (με αγάπη, ομορφιά, γέλια, ανησυχίες) και είμαι πολύ χαρούμενη που τους συναντώ στη σκηνή και που μαθαίνω κάθε βράδυ από αυτούς γιατί όλοι τους είναι πρωτ’ απ’ όλα πολύ καλοί ηθοποιοί. Αυτή όμως η ατμόσφαιρα είναι βασικά δημιούργημα του Γιώργου. Ο Γιώργος Παλούμπης είναι ο μοναδικός άνθρωπος και σκηνοθέτης που έχω συναντήσει στη μέχρι τώρα πορεία μου που νοιάζεται άπειρα και μόνο για τη δουλειά. Καμία ίντριγκα, καμία δημιουργία περίεργων κι άσχετων με τη δουλειά δυναμικών.
* Νοιάζεται ειλικρινά και μόνο για την ιστορία που θα αφηγηθεί, για το κοινό στο οποίο θα απευθύνει την ιστορία και για τον ηθοποιό του. Δεν έρχεται στην πρόβα με προκάτ ιδέές (σύμφωνα με το πως θα έλεγε αυτός την ιστορία ή πως θα φερόταν ο ίδιος σκηνικά). Έρχεται στην πρόβα ανοιχτός να ακούσει και να δει. Χωρίς καμία κριτική, χωρίς καμία απορριπτική συμπεριφορά, δέχεται την κάθε πρόταση και παρατηρεί.

* Σκέφτεται συνέχεια το κείμενο, το οποίο έχει αφομοιώσει σα να το χει γράψει ο ίδιος, με μία απίστευτα θαυμαστή αίσθηση ρυθμού του λόγου και παρακολουθεί τι του προτείνει ο ηθοποιός, τον οποίο ακούει, βλέπει, τον γνωρίζει αληθινά, τον καταλαβαίνει και τον ακολουθεί πηγαίνοντας μαζί του όπου εκείνος μπορεί σύμφωνα με τις ποιότητές του (κι όχι, όπου ο Παλούμπης έχει φανταστεί ή θέλει). Ακολουθεί, διορθώνει ό,τι δεν είναι λειτουργικό αλλά και όχι: δίνει χώρο και χρόνο σε όλα, να αναπνεύσουν κι έτσι ακόμα και μία λάθος ίσως επιλογή μπορεί να γίνει σωστή γιατί απλώς είχε το χρόνο να υπάρξει. Μοιάζει λίγο με τον μπαμπά που σου κρατάει τη σέλα στο ποδήλατο και τρέχει λίγο λίγο μαζί σου μέχρι που σ’ αφήνει χωρίς να το καταλάβεις και βρίσκεσαι να ισορροπείς ελεύθερος κι ασφαλής! Τέλος θέλω να πω πως είναι ο μόνος άνθρωπος που έχω συναντήσει στη ζωή μου που α κ ο ύ ε ι! Ακούει π ρ α γ μ α τ ι κ ά, τα πάντα, και για αυτό καταλαβαίνει ειλικρινά! Νομίζω ότι αν καταφέρναμε να ακούμε όλοι όπως ο Γιώργος όχι μόνο επί σκηνής αλλά και στη ζωή, η συνύπαρξή με τον διπλανό μας και τον συμπαίκτη μας θα ‘ταν αληθινά ουσιαστική και πραγματικά ανθρώπινη γιατί θα διέπονταν από κατανόηση κι αποδοχή.
* Δε νομίζω ότι έχω την έμπνευση που χρειάζεται ένας σκηνοθέτης. Αυτό το πρωτογενές όραμα (με αφορμή ένα θέμα ή ένα κείμενο) που γίνεται ιδέα και μετά ζωντανεύει σε παράσταση. Αν θα επέλεγα να κάνω κάτι άλλο από το να παίζω αυτό θα ήταν να ασχοληθώ με την ενδυματολογία. Αλλά μέχρι και αν το καταφέρω αυτό κι επειδή αγαπώ το θέατρο από όλες τις πλευρές και σίγουρα θα ξαναβρεθώ στο πόστο του βοηθού ή του ηθοποιού που θα συνεργαστεί με κάποιον βοηθό θα θελα εδώ να πω ότι ο β’ σκηνοθέτης είναι μια απίστευτα σημαντική θέση για την υγιή λειτουργία ενός σχήματος, μιας παραγωγής και για την υγεία του ίδιου του σκηνοθέτη.
* Ωστόσο πολύ συχνά πληρώνεται απαράδεκτα άσχημα – αν όχι και ενίοτε καθόλου – και ανάρμοστα για τις ώρες δουλειάς, που απαιτούνται, αλλά και για τα τόσα πόστα που καλύπτει. Από την οργάνωση παραγωγής, τις σημειώσεις και την καταγραφή των προβών, την επικοινωνία με τους λοιπούς συντελεστές και ό,τι άλλο προκύπτει. Παράλληλα προγραμματίζει και τις πρόβες, οργανώνει παράλληλα με τις πρόβες και άλλες δράσεις απαραίτητες για την προώθηση της παράστασης, συν ότι συχνά κάνει φώτα, ηχοληψία, ψυχολογική υποστήριξη σε ηθοποιούς και πολλά – πολλά ακόμα. Και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω το πώς ακόμα στο θέατρο δεχόμαστε ως κλάδος να ισχύουν τόσο κακές οικονομικές θέσεις για μια τόσο νευραλγική θέση!

* Μου αρέσει η διαδικασία της γραφής. Έχω ιδέες και ιστορίες, άλλες ολοκληρωμένες άλλες όχι. Προς το παρόν εκκρεμεί ένα παραμύθι κι ένα σενάριο…. Θεατρικό έργο δεν έχω σκεφτεί αλλά… Ποτέ δεν ξέρεις. Τώρα όσον αφορά στα υπόλοιπα… Ο Χορός! Όποτε μπορώ παρακολουθώ μαθήματα σύγχρονου, στη σχολή έκανα σύγχρονο με τους καλύτερους, στην Ιταλία έμαθα την ταραντέλα… αλλά δεν έχει σημασία! Ο Χορός είναι ή τέχνη των τεχνών, η βασική γνώση που θα ‘πρεπε να έχει κάθε ηθοποιός και κάθε άνθρωπος. Πόσο πιο ωραία θα κινούμασταν στο δρόμο, στο μετρό, στη σκηνή, στο σπίτι, οπουδήποτε αν είχαμε κάνει όλοι χορό! Γνώση του σώματος και του χώρου και του ρυθμού, του σώματος μέσα στο χώρο σε ρυθμό. Αυτό ακριβώς.
* Δυστυχώς δεν έχω μεγάλη κινηματογραφική εμπειρία. Έχω συμμετάσχει σε κάποιες ταινίες μικρού μήκους. Ο κινηματογράφος με μαγεύει ίσως λίγο παραπάνω σαν θεατή ακόμα. Θα θελα πολύ να μάθω τον φακό και ό,τι μπορεί κανείς να μάθει σε σχέση με την υποκριτική στην κάμερα στον κινηματογράφο ή τους ρυθμούς της τηλεόρασης. Τα πάντα είναι θέμα δουλειάς και εμπειρίας και εύχομαι να βρω τις ευκαιρίες για να δουλέψω και να αποκτήσω εμπειρία.
* Παρ’ όλ’ αυτά όταν μπήκα στο σετ για τη σειρά “Σ’ αγαπάω μεν, αλλά…” που συμμετείχα ως γκεστ (σε κάστινγκ Κυριάκου Κουρουτσαβούρη, που φροντίζει όσο μπορεί να μας δίνονται οι ευκαιρίες) και που νόμιζα ότι θα λιποθυμήσω από το άγχος… Ένιωσα σα να ‘μουν σε έναν χώρο γνώριμο και φιλικό, οικείο. Εύχομαι σύντομα να ξαναβρεθώ σε κάτι τέτοιο… να γνωριστούμε καλύτερα.
* Ε, αν αρχίσω να μιλάω για την Ιταλία δε θα σταματήσω ποτέ. Τη λατρεύω, την αγαπώ, τη νιώθω αληθινά δική μου. Έχω πια φίλους/οικογένεια εκεί. Έζησα πολύ όμορφα: εκεί άρχισα το θέατρο, και ως προς τις σπουδές και ως προς τη δουλειά, εκεί πρωτοέπαιξα επαγγελματικά, εκεί πρωτο-έζησα μόνη, εκεί άρχισα να ενηλικιώνομαι, εκεί ερωτεύτηκα αληθινά, έμαθα τη γλώσσα, τις μουσικές, δοκίμασα απίστευτες γεύσεις, είδα εκθέσεις ζωγραφικής που δεν είχα ξαναδεί και μέρη που δεν είχα φανταστεί… Και γνώρισα μια ουσιαστική ευγένεια στην καθημερινότητά και στην συναναστροφή μου με τους άλλους που με έκανε να νιώθω άνετα και όμορφα, μου ταίριαζε. Τόσο, που περισσότερο ξένη ένιωθα στην Ελλάδα, παρά εκεί! Πάντα φλερτάρω με την ιδέα να γυρίσω πίσω, αν και πια η βάση μου είναι εδώ. Αλλά σίγουρα κάποια δουλειά ξανά εκεί ή στα ιταλικά είναι μέσα στα όνειρα και τα σχέδια μου.
* Σίγουρα η τωρινή συνεργασία μου με τον Γιώργο Παλούμπη μού έμαθε πολλά και πρώτ’ απ’ όλα πως η δουλειά μπορεί να γίνει με καλοσύνη και χαρά. Η δουλειά που επίσης θα έχω πάντα στην καρδιά μου είναι η δουλειά στην Ιταλία με την τότε ομάδα Dynamis Teatro Indipendente. Μετά τη σχολή και για δύο περίπου χρόνια ακλουθήσαμε τον καθηγητή μας και σκηνοθέτη 12 νέοι ηθοποιοί, και όλοι μαζί δουλεύαμε μαζί σε όλα. Κάναμε πρόβες (training-έρευνα-αυτοσχεδιασμό), βοηθούσαμε στα κοστούμια, στα σκηνικά, στη δραματουργία, δουλεύαμε μαζί σε ό, τι χρειάζονταν για τη δημιουργία μιας παράστασης ή περφόρμανς. Ήταν ό, τι πιο ολοκληρωμένο σχετικά με τη δουλειά στο θέατρο είχα και έχω κάνει.
* Τώρα, η συνεργασία που ξεχωρίζω… είναι όλες οι επόμενες που θα ‘ρθουν (μακάρι κάποια να έχει μέσα Τσέχωφ, αγαπώ αυτόν τον άντρα αγαπώ τον Βερσίνιν… ε… όχι τη Βάρια απ το Βυσσινόκηπο, αυτήν έχω ονειρευτεί)

* Η ίδια η Αθήνα μου αρέσει. Το κέντρο, οι διαφορετικές αρχιτεκτονικές των κτιρίων ανά οικοδομικό τετράγωνο, οι στενοί της δρόμοι που βρίζεις γιατί δε χωράς να παρκάρεις ή αυτοχειροκροτείσαι που τα κατάφερες. Οι κεντρικοί της δρόμοι, ιδίως τα βράδια, οι διαφορετικές γειτονιές της, οι ταράτσες με τις κεραίες και τους ηλιακούς θερμοσίφωνες, τα παλιά παραθυρόφυλλα που ανεβοκατεβαίνουν και καληνυχτίζουν τον διπλανό – θέλει, δε θέλει. Η Ακρόπολη που τη βλέπεις ξαφνικά βγαίνοντας από το μετρό ή από τη γέφυρα όπως έρχεσαι από Χαϊδάρι ή την ταράτσα κάποιου τυχερού φίλου που την έχει θέα.
* Αλλά και τη φωτεινή ρόδα του λουνα παρκ που βλέπεις ξαφνικά από κάποιο μπαλκόνι ή βγαίνοντας στην Εθνική. Τη θάλασσα που βλέπεις πηγαίνοντας Πετράλωνα από τον περιφερειακό. Τις εμπορικές στοές του κέντρου και τα παλιά και περίεργα ασανσέρ των πολυκατοικιών με τα εγκαταλελειμμένα θυρωρεία στην είσοδο και τις σιδερένιες σκάλες υπηρεσίας. Τους ακάλυπτους των πολυκατοικιών, τις μεσοτοιχίες, τα εγκαταλελειμμένα διατηρητέα νεοκλασικά. Το τρένο στη μέση του δρόμου, τα ερκοντίσιον που στάζουν πάνω στο κεφάλι σου το καλοκαίρι κι ακόμα κανείς δεν έχει βάλει από κάτω γλαστράκια να μην πηγαίνει στράφι τόσο νερό. Τα θέατρα και τα θερινά σινεμά. Οι ξαφνικές μυρωδιές από τις νεραντζιές. Τα προάστιά που έχουν και βουνό και θάλασσα. Το ότι όλη η πόλη – όχι μόνο το κέντρο – μπορεί και αφηγείται την ιστορία τόσων χρόνων, μια ιστορία που έχεις διαβάσει σε βιβλία ή έχεις ακούσει από παππούδες, θείους, γονείς και φίλους.
* Δεν μου αρέσουν τα παντελώς ακατάλληλα για όλους πεζοδρόμια της (πόσο μάλλον για ανθρώπους σε αμαξίδια, γονείς με καροτσάκια ή ανθρώπους που χρειάζονται μπαστούνι πατερίτσες ή ό,τι άλλο για να περπατήσουν). Η άχρηστη πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και ό,τι άλλο αχρείαστα έχει πειράξει ο δήμαρχος. Η κυκλοθυμία κάθε κυβέρνησης σχετικά με το σχήμα της Ομόνοιας και ενίοτε με τη θέση του Δρομέα. Αλλά ΚΥΡΙΩΣ το ότι η Αθήνα πουλιέται – με την αμέριστη συγκατάθεση και προσπάθεια της πολιτείας – για να γίνει ένα απέραντο ξενοδοχείο με μοναδικούς χώρους πολιτισμού, ταχυφαγεία, σουβλασερί, μπραντσάδικα και καφέ-μπαρ, διώχνοντας τους κατοίκους – εξαιτίας των πανάκριβων ενοικίων – για να γεμίσει τουρίστες τεσσάρων με δέκα ημερών που δε θα χουν να δημιουργήσουν καμία νέα ιστορία, μα ούτε και θα μπορούν να αναγνωρίσουν την όποια ιστορία υπήρξε ως τώρα.

* Στο All4fun μου αρέσει ο τρόπος που προσπαθεί να υποστηρίξει όλους τους ηθοποιούς και δη τους νέους, το ότι έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν κύκλο, ένα κοινό που ενημερώνεται για τα του χώρου (ακροάσεις, παραστάσεις κ.α.) και τα βραβεία που διοργανώνει κάθε χρόνο με όρεξη και μεράκι κι έχει καταφέρει να μετατρέψει σε γιορτινό ραντεβού εκκίνησης, κάτι σαν εγκαίνια κάθε νέας θεατρικής σαιζόν.
& Αναλυτικές πληροφορίες για τα “Ματωμένα Χώματα” ΕΔΩ:
Του Κυριάκου Κουρουτσαβούρη, 10/10/2022





