Είναι αξιοθαύμαστο το πώς ορισμένοι καλλιτέχνες προλαβαίνουν μέσα στο 24ωρο τους ν’ ασχολούνται με επιτυχία με πολλά και διαφορετικά πράγματα. Ο Στέφανος Παπατρέχας είναι μια κλασική τέτοια περίπτωση.
Έχοντας μια δεδομένη έφεση στο γράψιμο και συνδυάζοντας το με τη συνσκονηθεσία δικών του κειμένων – όπως συμβαίνει με το “Ονόριο” -, αλλά και με την υποκριτική, η νέα σεζόν του ξεκινάει γεμάτη με νέες προκλήσεις, αλλά και τη συνέχιση επιτυχημένων παραστάσεων (όπως και το Ονόριο και οι “γειτονιές του κόσμου”
Ο Στέφανος βρίσκεται σε μια συνεχόμενη καλλιτεχνική υπερδιέγερση στο θέατρο, αλλά ευελπιστεί πως σύντομα θα έρθει και η παρθενική του παρουσία σε μια μεγάλου μήκους ταινίας.

* Κάπως αισθάνομαι πως όλες αυτές οι ιδιότητες υπήρχαν μέσα μου και απλώς άρχισαν να γίνονται πράξη σε άλλη στιγμή το καθένα. Από μικρός – όπως σχεδόν όλοι – έλεγα πως θα γίνω ηθοποιός. Συνειδητά, έχοντας δηλαδή παρακολουθήσει ήδη πολλές παραστάσεις και έχοντας μια καλή εικόνα του τι πραγματικά κάνει ένας ηθοποιός, το αποφάσισα περίπου 12-13 χρονών.
* Επίσης από μικρός έγραφα ποιηματάκια, τραγουδάκια, ιστορίες, συνήθως μιμούμενος κάτι που είχα διαβάσει ή ακούσει και μου άρεσε. * Μπαίνοντας στη δραματική σχολή – ταυτόχρονα με σπουδές Ψυχολογίας – στο πλαίσιο μιας εργασίας, διαπίστωσα πόσο πολύ μου αρέσει να γράφω και κυρίως πως αυτό που είχα στο μυαλό μου είχε κάποια απήχηση και άρα λειτουργούσε.
* Το ίδιο και με τη σκηνοθεσία. Έβλεπα από τη σχολή ακόμη, πως όταν δουλεύαμε μια σκηνή είχα ιδέες που ταίριαζαν και αναδείκνυαν το κείμενο. Ωστόσο πρώτος και κύριος στόχος μου ήταν να είμαι ηθοποιός. Όταν, όμως, είδα πως πάνω σε ένα έργο είχα τόσο έντονο όραμα που ήθελα να το δω να γίνεται πραγματικότητα, ξεκίνησε και το ταξίδι της σκηνοθεσίας.

* Υποκριτική, συγγραφή και σκηνοθεσία, κατά τη γνώμη μου, προϋποθέτουν και τα τρία συνέπεια, γνώση, πολλή και συνεχή δουλειά και αναζήτηση. Και οι τρεις αυτές ιδιότητες (ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας) ποτέ δεν έχουν κατακτηθεί απόλυτα. Πάντα υπάρχει περιθώριο εξέλιξης. Αν θεωρήσεις πως «το έχεις», τότε αρχίζεις να το χάνεις ή στην καλύτερη μένεις στάσιμος. Στη συγγραφή έχεις μια απόλυτη ελευθερία – στην αρχή τουλάχιστον – να δημιουργήσεις έναν κόσμο. Στην σκηνοθεσία παίρνεις έναν κόσμο από τον συγγραφέα και βάζεις το δικό σου φίλτρο, το όραμα και αναλαμβάνεις φυσικά την ευθύνη των συνεργατών, του συντονισμού και του αποτελέσματος. Όταν παίζεις, αναλαμβάνεις να δώσεις σώμα και μορφή στο κείμενο και στο σκηνοθετικό όραμα, βάζοντας πάντα κάτι από εσένα, όντας δηλαδή και εσύ δημιουργός.
* Την πραγματικότητα την αντιμετωπίζει ένας ηθοποιός στο σήμερα, Υποθέτω όπως όλοι. Τα πράγματα ήταν ήδη πολύ δύσκολα (και στο δικό μας χώρο ίσως ακόμη περισσότερο). Ειδικά οι νεότερες γενιές δεν έχουμε ζήσει μια ήρεμη στιγμή: οικονομική κρίση, μνημόνια, κάπιταλ κοντρόλς, τώρα και αυτό. Παρότι συσπείρωσε τον κλάδο με έναν τρόπο (όχι τόσο η πανδημία αυτή καθαυτή, αλλά η μεταχείριση του κλάδου μας από την πολιτική ηγεσία), έχουμε πλέον άλλον έναν λόγο να ανησυχούμε για την προσέλευση του κόσμου, αλλά και για τη δίκη μας υγεία. Ήταν πολύ περίεργο όλο αυτό: κλειστά θέατρα, αβεβαιότητα, πολιτική και κοινωνική απαξίωση και όλο αυτό μέσα σε αναγκαστική καραντίνα. Τουλάχιστον μέσα στην πρώτη καραντίνα έγραψα τον «Ονόριο» οπότε κρατάω κάτι πολύ θετικό από την περίοδο αυτή.
* Μόνο θετικά μπορώ να δω το ότι άνοιξε πλέον ένας δρόμος εναντίον της κατάχρησης εξουσίας και της έπαρσης που έχουν κάποιοι στο χώρο μας. Εντύπωση ωστόσο μου προκαλεί το ότι ελάχιστες παρόμοιες περιπτώσεις καταγγελιών σημειώθηκαν σε άλλους κλάδους. Ειδικά στη δημοσιογραφία που κάποια περιστατικά κουκουλώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και ασχολήθηκαν όλοι με όσα γίνονται στο δικό μας χώρο (επειδή φυσικά λόγω δημοσιότητας πουλάει περισσότερο). Γενικώς πολλοί δημοσιογράφοι εκμεταλλεύτηκαν το ελληνικό Metoo για νούμερα και δρομολόγησαν τις συνεντεύξεις τους με βάση αυτό, ώστε να έχουν τηλεθέαση ή views. Από την άλλη, τόσο από την πολιτική ηγεσία όσο και στην τηλεόραση ή τον τύπο έβλεπες ανερυθρίαστες προσπάθειες να συγκαλυφθούν ή έστω να μειωθεί η ένταση γεγονότων, κυρίως σε σχέση με τις καταγγελίες εναντίον του Δημήτρη Λιγνάδη.

* Όσο αφορά στην ευθύνη των ίδιων των καλλιτεχνών, είναι μια τεράστια κουβέντα. Χρειάζεται όμως πολύς χρόνος ώστε να καταλάβουμε όλοι μας και ειδικά οι νεότεροι πως πρέπει να μιλάμε. Οι περισσότεροι δε των θυτών συνήθως είναι εύστροφοι και έχουν τακτικές που καθιστούν πολύ δύσκολη την αντίδραση, ειδικά όταν το θύμα είναι νέο και άπειρο. Με τον καιρό, με ανθρώπους που επιτέλους μιλάνε ανοιχτά και με την ενημέρωση πιστεύω αλλάζει σταδιακά η σελίδα. Παρόλα αυτά, υπάρχει πάντα μεγάλη ευθύνη σε κάποιον που καταγγέλλει κάτι. Περιστατικά αναληθών δηλώσεων ή μη επίσημων καταγγελιών αποδυναμώνουν όσους πραγματικά και ουσιαστικά βρίσκουν το θάρρος να το κάνουν. Οποιοσδήποτε παρενοχληθεί με οποιονδήποτε τρόπο και μορφή οφείλει να το καταγγείλει επίσημα έχοντας πάντα την ευθύνη όσων καταγγέλλει.
* Με προβλημάτιζε πολύ ως θεματική η αλήθεια και η εξαπάτηση. Μέσα από μια συζήτηση με τον Λάζαρο Βαρτάνη και την Σύνθια Μπατσή, ήρθε η ιδέα του μεσαίωνα ως πλαίσιο του έργου και ταίριαξε απόλυτα στη συγγραφή του “Ονόριο”. Ευτυχώς η καραντίνα με βρήκε εφοδιασμένο με πολλά βιβλία, ταινίες και υλικό που είχα μαζέψει για μελέτη πάνω στο νέο έργο και μου έδωσε και τον χρόνο και τις συνθήκες για να το γράψω. Ήταν μια πρόκληση, γιατί μετά από δυο μονολόγους («Φροσύνη» και «Πασού») θέλησα να πάω σε ένα πολυπρόσωπο έργο και μάλιστα εποχής. Μετά ήρθαν οι συζητήσεις με τον Λάζαρο και όλους τους συντελεστές και οι πρόβες μέσα σε μίνι και μάξι λοκ ντάουν. Όταν πια έφτασε η πρεμιέρα, ήταν σαν ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα. Ήταν δε τόση η αφοσίωση και η δουλειά που κάναμε που δεν προλάβαμε καν να μπούμε στη σκέψη του αν θα έχει κόσμο. Αισίως όμως οι θεατές το αγάπησαν όσο και εμείς και είχαμε την χαρά να το παρουσιάσουμε και στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας, αλλά και την τιμή να είμαι υποψήφιος για το Βραβείο Κάρολος Κουν (Δραματουργίας Ελληνικού Έργου). Οι κόποι μας ανταμείφτηκαν. Εγώ προσωπικώς νιώθω πως αυτή η δουλειά με πήγε παρακάτω σε πολλά επίπεδα και δε θα μπορούσε να μην ξαναπαιχτεί φέτος. Ελπίζω και εύχομαι να έχουμε την ίδια ανταπόκριση και αναμένω να ακούσω τις εντυπώσεις του κόσμου και να μάθω τι κράτησαν και τι τους έμεινε από την παράστασή μας.
* Η επιτυχία ενός έργου είναι πάντα απρόβλεπτη. Ειδικά όταν μιλάμε για μικρές παραγωγές που δεν ποντάρουν σε τρελά χρηματικά ποσά για διαφήμιση, μεγάλα ονόματα στο καστ και ήδη αναγνωρισμένους συγγραφείς. Το ρίσκο είναι πάντα μεγάλο, αλλά ελπίζεις πως όσα σε γοήτευσαν εσένα στο έργο, η δουλειά που έριξες, η αφοσίωση και η αγάπη θα αναγνωριστούν. Ήδη από τις πρώτες εντυπώσεις των συνεργατών, αλλά και από την πρόθεση των Εκδόσεων «Κέδρος» να εκδώσουν το έργο, καταλάβαινα πως μάλλον αγγίζει και άλλους το κείμενό μου, πράγμα που με γεμίζει χαρά.

* Μπορώ να πω με σιγουριά πως όποια και όποιος έρθει να δει τον «Ονόριο» θα παρακολουθήσει μια παράσταση δουλεμένη σε κάθε λεπτομέρεια, με όλα όσα μπορεί να φανταστεί και ακόμη περισσότερα: ανατροπές, έρωτα, πάθος, μυστήριο, αγωνία, χιούμορ, αλλά και συμβολισμούς. Θα μπορούσα να πω κι άλλα, όμως θα αναγκαστώ να κάνω spoiler! Με λίγα λόγια θα δει μια σκοτεινή μεσαιωνική ιστορία.
* Με τους ανθρώπους που δουλέψαμε στον «Ονόριο» (Λάζαρος Βαρτάνης, Αλέξανδρος Καναβός, Σύνθια Μπατσή, Μαίρη Ξένου, Γεωργία Πιερρουτσάκου)
έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη. Γνωρίζοντας πως δεν αναλαμβάνω μόνος την ευθύνη της σκηνοθεσίας και έχοντας μαζί μου τον Λάζαρο (με τον οποίο συνεργαζόμαστε χρόνια) και φυσικά την υπερταλαντούχα Λιλή Νταλανίκα, ήξερα πως μπορεί να γίνει. Άλλωστε έχω το προσόν να είμαι πολύ ανοιχτός συγγραφικά σε αλλαγές και προσαρμογές, ειδικά όταν γνωρίζω με πόση αγάπη και σεβασμό αντιμετωπίζεται το κείμενό μου από τους συνεργάτες μου.
* Με αυτή τη λογική μόνο κακό θα έκανα στην παράσταση αν δεν λάμβανα υπόψη τις προτάσεις τους, χωρίς να σημαίνει βεβαίως πως δεν είχα και άποψη και γνώμη επ’ αυτού. Ως ηθοποιός επίσης το αντιμετώπισα σαν ένα κείμενο που δεν το έγραψα εγώ. Για την ώρα ανυπομονώ να αρχίσει πάλι ο «Ονόριο». Θέλω πολύ και έχω μπει στην διαδικασία για ένα νέο έργο, αλλά ακόμη είναι πάρα πολύ νωρίς να μιλήσω για αυτό.

* Μέχρι τότε το πρόγραμμα είναι ως εξής: Στις 2 Οκτωβρίου ξεκινάει στο Θέατρο Άβατον ο «Ηλίας, ο πρώτος γάτος χορευτής της γατοϊστορίας», ένα νέο θεατρικό έργο μου για παιδιά προσχολικής ηλικίας που συνσκηνοθετώ με την Νάντια Δαλκυριάδου. Από τις 9 Οκτωβρίου έρχονται για έναν τρίτο κούκλο παραστάσεων «Οι γειτονιές του κόσμου» του Γιάννη Ρίτσου, αυτή τη φορά στο Θέατρο Τζένη Καρέζη για 6 Κυριακές σε σκηνοθεσία της Νάντιας Δαλκυριάδου όπου θα παίζω. Από 12 Οκτωβρίου θα είμαι σε δυο έργα για εφήβους που επανέρχονται από τον Νικορέστη Χανιωτάκη στον κινηματογράφο Δαναό και τον Δεκέμβριο θα είμαι στην παράσταση του Κωνσταντίνου Ασπιώτη «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» του Τομ Σούλμαν στο θέατρο Βρετάνια. Έρχεται μια γεμάτη και άκρως θεατρική χρονιά λοιπόν!
* Η «Φροσύνη» ήταν η πρώτη μου συνσκηνοθεσία με τον Λάζαρο και η αφορμή της γνωριμίας μου με τη Σύνθια Μπατσή. Ήταν μοιραίο. Η Σύνθια δήλωνε από τη σχολή του ΚΘΒΕ στον τότε συμφοιτητή της Λάζαρο πως δε θα παίξει ποτέ σε μονόλογο. Όταν όμως εκείνος διάβασε την Φροσύνη, μου είπε πως θέλει να το ανεβάσουμε με τον όρο να το παίξει η Σύνθια. Εκείνη με τη σειρά της το διάβασε και πήρε τηλέφωνο τον Λάζαρο βρίζοντάς τον, αφού από τη μια ήταν εφιαλτικό για εκείνη να παίξει μονόλογο αλλά από την άλλη δεν μπορούσε να αρνηθεί και να δει κάποια άλλη να κάνει αυτόν τον ρόλο. Που να ήξερε πως μετά από λίγο θα έπαιζε και δεύτερο μονόλογο, την «Πασού»;
* Αυτές οι δυο παραστάσεις μού χάρισαν την ύπαρξη της Σύνθιας και του Λάζαρου στη ζωή μου, αλλά και πολλές ακόμη χαρές. Παίξαμε τρεις χρονιές στην Αθήνα (2,5 βασικά γιατί η δεύτερη διακόπηκε από το λοκ νταουν), μα και στον Βόλο, στη Σίφνο και φυσικά στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων, όπου ήταν πολύ συγκινητικό να παίζονται οι παραστάσεις αυτές κυριολεκτικά «στον τόπο του εγκλήματος». Είναι μια συνεργασία πραγματικά απολαυστική, που δεν ξέρω κατά πόσο έχει κλείσει ή μας επιφυλάσσει και άλλες εκπλήξεις.

* «Οι γειτονιές του κόσμου» του Γιάννη Ρίτσου είναι αλλη μια ξεχωριστή και ωραία συνεργασία. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι από τους, αν όχι ο αγαπημένος μου ποιητής. Για πολλούς λόγους. Όταν λοιπόν η Νάντια Δαλκυριάδου μου πρότεινε να παίξω σε αυτήν την παράσταση, η απάντηση δόθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Η διασκευή που έκανε είναι δε καταπληκτική. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να θεατροποιήσεις την ποίηση, κι όμως η Νάντια το έκανε με τρόπο μοναδικό. Δουλέψαμε πολύ, διαβάσαμε πάρα πολύ για την εποχή, την Αντίσταση, την Απελευθέρωση, τον Εμφύλιο, τα Δεκεμβριανά. Περίοδοι που ο Ρίτσος έζησε έντονα και τα έγραψε ακόμη εντονότερα. Η παράσταση πήγε τρεις χρονιές γεμάτη και η συγκίνηση ήταν δυνατή κάθε βραδιά που λέγαμε αυτό το σπάνιας ομορφιάς και αξίας κείμενο. Δε θα κουραστώ ποτέ να βρίσκομαι επί σκηνής με τους συμπαίκτες μου (Ξένια Αλεξίου, Δημήτρη Χατζημιχαηλίδη, Λάζαρο Βαρτάνη) και να λέω αυτό το «τραγούδι» όπως λέει και ο ποιητής. Ανυπομονώ για την πρεμιέρα μας στις 9 Οκτωβρίου και για τις άλλες 5 Κυριακές που θα παίζουμε στο Θέατρο Τζένη Καρέζη.
* Το έργο «Ηλίας, ο πρώτος γάτος χορευτής της γατοϊστορίας» που έγραψα είναι ένα έμμετρο θεατρικό έργο για παιδιά που μιλάει για το θάρρος, την αποδοχή, την συμπερίληψη και την προσφορά. Είναι επίσης η πρώτη μου συνσκηνοθεσία με την Νάντια Δαλκυριάδου και μάλιστα σε κάτι τόσο απαιτητικό όσο το θέατρο για παιδιά. Ήδη από τις πρόβες, νιώθω πως θα βγει μια πολύ όμορφη και τρυφερή παράσταση. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Έλλης Εμπεδοκλή, οι μουσικές της Σίσσυς Βλαχογιάννη, οι φωτισμοί του Γιώργου Ψυχράμη, οι χορογραφίες της Μαρίνας Μαυρογένη και φυσικά οι Λάζαρος Βαρτάνης, Κωνσταντίνος Ελματζίογλου, Αλέξανδρος Καναβός και Σύνθια Μπατσή που παίζουν έχουν φτιάξει τον κόσμο της γατοσυνοικίας με τα πιο ωραία υλικά και από 2 Οκτωβρίου κάθε Σαββατοκύριακο θα είμαστε μαζί στο Θέατρο Άβατον να υποδεχτούμε μικρούς και μεγάλους για να τραγουδήσουμε παρέα «Το θάρρος γίνεται αρχηγός και ξεκινάει ο χορός».
* Έχω απολαύσει όλες τις συνεργασίες μου μα τον Δημήτρη Μαυρίκιο. Είναι ένας πολύ μεγάλος δάσκαλος και έχω επηρεαστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και ως θεατής και ως μαθητής και ως συνεργάτης του. Άλλος ένας άνθρωπος που δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω είναι ο Λάζαρος Βαρτάνης με τον οποίο συνεργαζόμαστε τα τελευταία πέντε χρόνια και θεωρώ πως τόσο η αισθητική όσο και ο τρόπος σκέψης και δουλειάς μας ταυτίζονται απόλυτα. Ξέρετε, είναι ευλογία όταν βρεις ανθρώπους με τους οποίους ταιριάζεις και αναπτύσσεις κοινούς κώδικες. Νιώθω λοιπόν ευγνώμων για ανθρώπους με τους οποίους έχω την χαρά και την τιμή να εργάζομαι: τη Σύνθια Μπατσή, την Νάντια Δαλκυριάδου, τον Αλέξανδρο Καναβό, τη Μαίρη Ξένου, την Γεωργία Πιερρουτσάκου, την Λιλή Νταλανίκα, αλλά και την Σίσσυ Βλαχογιάννη, την Έλλη Εμπεδοκλή, την Ηλένια Δουλαδίρη, τον Τάκη Λυκοτραφίτη κ.α.

* Απ’ όλα που έχω κάνει ξεχωρίζω οπωσδήποτε τον «Ονόριο» και την «Φροσύνη» και «Πασού». Από εκεί και πέρα στο μέλλον θα ήθελα πολύ να παίξω αλλά και να σκηνοθετήσω αρχαίο Δράμα, όπως και Ίψεν και Σαίξπηρ.
* Μέχρι στιγμής έχω παίξει μόνο σε δυο ταινίες μικρού μήκους και αισθάνομαι πως δεν γνωρίζω καλά τον κινηματογράφω. Σίγουρα δεν πιστεύω πως μπορώ – πάντως όχι σε αυτή τη φάση – να καταπιαστώ με τη σκηνοθεσία ή το σενάριο στον κινηματογράφο. Θα ήθελα όμως σαν τρελός να παίξω ως ηθοποιός σε μια ταινία μεγάλου μήκους και να ζήσω αυτήν την εμπειρία.
* Επίσης έχω ελάχιστη πείρα στην τηλεόραση. Ήμουν στη «Ζωή εν τάφω», στο «Κόκκινο ποτάμι», στο «Ζακέτα να πάρεις» και στο «Η κόμισσα της φάμπρικας» από τα «Νεοκλασσικά». Σε όλα όμως είχα σχετικά μικρούς ρόλους και δε νιώθω πως έχω πραγματικά πολύ καλή εικόνα του χώρου αυτού. Αυτό που οπωσδήποτε θα ξεχώριζα, παρότι είναι το πιο μικρό από όλα όσα έχω κάνει, είναι το «Ζακέτα να πάρεις» γιατί τόσο η Ελένη Ράντου, η Δάφνη Λαμπρόγιαννη, η Φωτεινή Μπαξεβάνη, όσο και η Αρετή Πασχάλη, αλλά και οι άνθρωποι του συνεργείου ήταν πολύ βοηθητικοί, ευγενικοί και ζεστοί. Θα ήθελα πολύ να παίξω μεταξύ άλλων σε κάποια σειρά του Πάνου Κοκκινόπουλου, αλλά και του Θοδωρή Παπαδουλάκη.

* Λατρεύω το τραγούδι. Τραγουδάω συνέχεια και είναι από τα αγαπημένα μου σημεία όταν η παράσταση που παίζω έχει τραγούδι. Είναι όνειρό μου άλλωστε να παίξω σε μιούζικαλ. Βοηθάει πολύ και το ότι παίζω κιθάρα βέβαια.
* Η Αθήνα έχει κάτι πολύ μπερδεμένο: από τη μια έχει πόλη φασαρία, βρωμιά και αγενείς κατοίκους, από την άλλη έχει κάτι γωνιές, δρομάκια και μέρη που σε μαγεύουν. Σίγουρα μου αρέσει που είναι μια ζωντανή πόλη, αλλά είναι επίσης αφρόντιστη σε πολλά σημεία της.
* Στο All4fun αναμφισβήτητα μου αρέσει το ότι είναι ενημερωμένο και κοντά στους ηθοποιούς. Νοιάζεται για τον χώρο μας και είναι πολύ γενναιόδωρο προς αυτούς, ακούγοντας τις αγωνίες μας, παίρνοντας θέση σε καίρια ζητήματα αλλά ταυτόχρονα χωρίς να χαϊδεύει αυτιά.
& Αναλυτικές πληροφορίες για το “Ονόριο” ΕΔΩ

& Αναλυτικές πληροφορίες για τις “Γειτονιές του κόσμου” ΕΔΩ
Του Κυριάκου Κουρουτσαβούρη, 14/9/2022






