16.7 C
Athens
Σάββατο, 18 Μαΐου, 2024

Το πρόσωπο της εβδομάδας: Αλεξάνδρα Αϊδίνη – Ηθοποιός

Μικρή άκουγε παραμύθια για να κοιμηθεί. Τώρα διατηρεί με κάθε τρόπο την πίστη της για να είναι εκείνη που θα διηγείται τις ιστορίες. Και ως αφηγήτρια να επιφέρει οποιοδήποτε είδους ξύπνημα σε όσους την παρακολουθούν. Για την Αλεξάνδρα Αϊδίνη κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή μοιάζει με μια Κυριακή από τα παιδικά της χρόνια. 

Τότε που ήταν η άξια συνοδός της γιαγιάς της στο θέατρο και όπου πρωτοδημιουργήθηκε η επιθυμία της ν’ ανέβει στη σκηνή. Ο αρχικός ψίθυρος έγινε απόφαση και άνοιξε τον δρόμο για να συμπορευτεί με εμπνευσμένους καλλιτέχνες.
Η Αλεξάνδρα νιώθει ανεξάντλητη την υποκριτική μέσα της και την τέχνη ένα απαραίτητο μέσο για να παρακινεί, να λυτρώνει, ν’ αφυπνίζει, ν’ αναζητά, ν’ αποκαλύπτει, ν΄ ακινητοποιεί λειτουργίες νόησης, αίσθησης και πόσο μάλλον σε στιγμές αποπροσανατολισμού, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.
Ως Μαρίνα Μπαρέ γεμίζει σε κάθε παράσταση το Πορεία και παρομοιάζει τη «Μεγάλη Χίμαιρα», όπου πρωταγωνιστεί μ’ ένα καράβι, το οποίο πλέον έχει σαλπάρει για τα καλά, βρίσκεται ασφαλές σε ανοιχτή θάλασσα και φτάνει στον προορισμό του κάθε φορά που το κοινό φεύγει ευχαριστημένο.
Aισθάνεται ακόμη πιο χρήσιμη ως πλήρωμα (ηθοποιός) και όχι ως καπετάνιος (σκηνοθέτης) και παραμένει το ίδιο μετρημένη και ταπεινή, έχοντας στο ενεργητικό της πλέον πολλές και σημαντικές επιτυχίες. Η Αλεξάνδρα ξεκίνησε την καριέρα της ως πρωταγωνίστρια στο «Λιβάδι που δακρύζει» του Θοδωρή Αγγελόπουλου, όπου ένιωσε τι σημαίνει να είσαι μαθητής δίπλα σ’ έναν σκηνοθέτη με τη διαπεραστικότητα του σοφού και τη λαχτάρα του παιδιού.
Νιώθει ευγνώμων για όσα έχει ζήσει, για όσους την έχουν εμπιστευτεί και ευελπιστεί σε συνεργασίες που θα τη ξεβολεύουν, θα της προτείνουν όχι οικείους δρόμους και δε θα την αφήνουν ποτέ να εφησυχάζει. Στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη της στο All4fun, αποκαλύπτει και την επόμενη θεατρική της δουλειά, η οποία θα είναι και πάλι στο θέατρο Πορεία…
* Η γιαγιά μου κάποια στιγμή γύρω στα 16 μου, έκρινε ότι θα μπορούσα πλέον να είμαι μια άξια συνοδός για τις κυριακάτικες της καθιερωμένες εξορμήσεις στα θέατρα της Αθήνας. Δε γνώριζε πως με αυτόν τον τρόπο άθελα της με σύστηνε στην πρώτη μου μεγάλη επιθυμία. Αντικρίζοντας την σκηνή, το μαγικό σύμπαν με τις άπειρες δυνατότητες που αυτή χωρούσε μου ψιθύρισα, “εκεί πάνω θέλω να είμαι”. Ο ψίθυρος μεγάλωσε μαζί μου, έγινε απόφαση, ανάγκη, και δρόμος να έχω να πορεύομαι. Πως και πώς τότε περίμενα να ξαναγίνει Κυριακή..
* Υποκριτική είναι η τέχνη, η εργασία που έχω επιλέξει να εξασκώ. Που αγαπώ και προσπαθώ να εξελίσσω μέσα από την συνάντηση με ανθρώπους εμπνευσμένους, νέους τρόπους έκφρασης και μορφές συνεργασίας. Αυτό είναι που την κάνει μέσα μου ανεξάντλητη. Αντίθετα με την πραγματολογική της έννοια ως λέξη, είναι αυτό που με ωθεί και επιβάλει να επαναπροσδιορίζω την αλήθεια και την θέση μου σαν επαγγελματίας και κυρίως σαν άνθρωπος. Να παίρνω την ευθύνη και ν’ αντιμετωπίζω τις συνέπειες των όσων πράττω και επιλέγω. Σαν ενήλικας. Και σαν παιδί να κρατώ την πίστη που έχω στην δύναμη των ιστοριών. Τότε βέβαια μας λέγανε παραμύθια για να κοιμηθούμε, τώρα οφείλουμε να τα αφηγούμαστε για να επιφέρουν οπωσδήποτε, κάποιου είδος ξύπνημα.
* Ένας ηθοποιός αντιμετωπίζει την κρίση με το θάρρος, τη δύναμη και τη ψυχραιμία με την οποία έχει ή δυστυχώς πρέπει να έχει οπλιστεί για να επιβιώσει μέσα σε αυτήν την ούτως ή άλλως κρίσιμη επιλογή μιας ασταθούς πορείας. Σκληραγωγημένος στην ανασφάλεια, δεν είναι για τον ηθοποιό συντριπτικό το να βρεθεί ξαφνικά χωρίς δουλειά όπως για έναν άνθρωπο που έχοντας επιλέξει μια πιο εξασφαλισμένη ζωή μέσα από την μονιμότητα του επαγγέλματος του βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανεργία και την αβεβαιότητα των καιρών μας. Νομίζω ότι για τον ηθοποιό αυτή η συνθήκη λειτουργεί καταλυτικά. Το να κυνηγήσει κανείς όπως παλιότερα την δόξα και το χρήμα φαντάζει πλέον σχεδόν ανώφελο…
* Οφείλουμε, λοιπόν, να επαναπροσδιορίζουμε τους στόχους και την θέση μας διαρκώς και αναγκαζόμαστε να καταλάβουμε γιατί και πως θέλουμε να κάνουμε αυτήν την δουλειά μια ώρα αρχύτερα. Να ρισκάρουμε ευκολότερα, πραγματώνοντας ιδέες οι συνεργασίες που μπορεί να αναβάλαμε. Επίσης, σε πείσμα μιας στιγμής οπού παρατηρείται μια, έως τώρα, αδιαφορία της κρατικής μέριμνας για το θέατρο και πολλές φορές ενός είδους εκμετάλλευσης από μέρους κάποιων ιδιωτών που χρησιμοποιώντας τον όρο “κρίση” αφήνουν απλήρωτους νέους ηθοποιούς ή τους αμείβουν πενιχρά, σαν να πρόκειται για τον τελευταίο τροχό της αμάξης μιας παραγωγής, δεν μπορούμε παρά να μετουσιώνουμε την δυσκολία σε δημιουργικότητα, συνειδητότητα και πείσμα επιβίωσης και διεκδίκησης για μας και τους άλλους μέσα από τις επιλογές μας και τον λόγο μας.
* Εκεί στο βασίλειο της Τέχνης, στην ποίηση, στη μουσική, τη ζωγραφική και το θέατρο μπορούμε να νιώσουμε ότι η ζωή έχει κάποιο νόημα και δεν ακολουθεί απλώς το δρόμο της αναπόδραστης φθοράς του οριστικού τέλους”, λέει ο Άρθουρ Σοπενχάουερ. Κάπου εκεί βρίσκεται πιστεύω η απάντηση, στο γεγονός ότι η τέχνη δεν υπάρχει για να δίνει άμεσες απαντήσεις ή έμπρακτες λύσεις σε τόσο επείγοντα και πέρα από όλα τ’ άλλα πρακτικά ζητήματα όσο είναι η τωρινή μας κατάσταση αλλά παρακινεί, λυτρώνει, αφυπνίζει, αναζητά και αποκαλύπτει. Κινητοποιεί όλες εκείνες τις λειτουργίες της ανθρώπινης νόησης και αίσθησης που σε στιγμές αποπροσανατολισμού σαν και αυτή έχουν πιο πολύ ανάγκη από ποτέ να παραμένουν ανοιχτές.
* Πιστεύω ότι η “Μεγάλη Χίμαιρα” ως παράσταση πιο πολύ συνομιλεί παρά αναπαριστά το έργο του Μ. Καραγάτση. Ένα συναρπαστικό, εμβληματικό μυθιστόρημα που σημάδεψε μία εποχή περασμένη και καλούμαστε τώρα με αυτήν τη δουλειά, να επαληθεύσουμε γιατί παραμένει τόσο ζωντανό και επίκαιρο ακόμα και για τον σύγχρονο θεατή ή αναγνώστη. Πως ένας ξένος δη Ευρωπαίος φέρει την εντύπωση της Ελλάδας ως μυθική γενέτειρά του φωτός και του πολιτισμού και κατά πόσο αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα μιας χώρας βαθιά γοητευτικής όσο και κυκλοθυμικής. Που αμφιταλαντεύεται μονίμως και παίζει έντονα ανάμεσα στα άκρα. Φιλοξενία – αποξένωση, πρόοδος – οπισθοδρόμηση, πνευματικότητα – μικροαστισμός, ελευθερία- συντηρητισμός.
* Είναι μερικές από τις αντιθέσεις που διχάζουν τους κατοίκους ενός τόπου, ο οποίος έχει ενσωματώσει όλα τα θετικά και τα αρνητικά της Δύσης και της Ανατολής που τον συντελούν. Παράλληλα, και μέσα σε αυτήν την δίνη, εξετάζεται όλο το ανικανοποίητο του έρωτα και το εμμονικό του πάθους που προκύπτει συνήθως από βαθιά τραυματισμένες φύσεις που μοιραία όπως στην αρχαία τραγωδία, αλλά και καθώς διατάζει η σύγχρονη ψυχανάλυση επαναλαμβάνουν το λάθος για να οδηγηθούν, είτε στη λύτρωση από αυτό είτε στην απόλυτη καταστροφή.
* Η Μαρίνα Μπαρέ γεννιέται και μεγαλώνει, στη Ρουέν, στην Γαλλία, στις αρχές του 20ου αιώνα. Η απουσία και μετέπειτα ο θάνατος του στρατιωτικού πατέρα της σε συνδυασμό με την αδιαφορία μιας μάνας που για αμφιλεγόμενους λόγους μετατρέπει το σπίτι τους σε πολυτελή οίκο ανοχής στοιχειώνουν την ενηλικίωση της. Παράλληλα με την ωρίμανση της τραυματισμένης προβληματικής σεξουαλικότητας που την καθηλώνει βρίσκει καταφύγιο στην λατρεία και την μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, στα κείμενα της οποίας εντοπίζει την ένταση και το απόλυτο των συναισθημάτων που την κινούν. Η Ελλάδα μετατρέπεται σε γη της Επαγγελίας και ο Γιάννης, ο Έλληνας καπετάνιος που συναντά “τυχαία¨στο δρόμο της, ερωτεύεται και ακολουθεί στις θάλασσες της, σε από μηχανής θεό. Το καταπιεσμένο και σαρωτικό πάθος για τον πολύ πιο κοντά της διανοητικά και συναισθηματικά κουνιάδο της Μηνά, η κλειστή ελληνική και στα μάτια της αποπνικτική κοινωνία της Σύρου με τους απαράβατους κοινωνικούς και οικογενειακούς κανόνες και τις άμετρες αντιθέσεις πιο πολύ εντείνουν παρά απαλύνουν την ταραχή και τις συγκρούσεις μέσα της. Άθελα της οδηγείται στο να ταυτίσει την μοίρα με εκείνη των τραγικών ηρωίδων που τόσο είχε αγαπήσει και αφελώς δικαιώσει ως κορίτσι.
* Πολλές είναι οι διαφορές που μας χωρίζουν με τη Μαρίνα, αλλά υπάρχουν και κάποια ιδιαίτερα κοινά στοιχεία. Η ιταλική καταγωγή μου ίσως να με βοήθησε να κατανοήσω το καθολικό ενοχικό κομμάτι της όπου όσο πιο πολύ καταπιέζεται το σκοτάδι, τόσο πιο πολύ τρέφεται η νοσηρότητα και ξεσπά ανύποπτα και σαρωτικά. Πέρα από αυτό, έχω και εγώ την τάση όπως και εκείνη να περιπλέκω κάποιες εσωτερικές διεργασίες που εκ των πραγμάτων θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο απλές. Η προσέγγιση του ρόλου, έχει να κάνει πάντα με το να καταλάβεις να απενοχοποιήσεις, ν’ αγαπήσεις και από εκεί και πέρα να τον αφηγηθείς αφήνοντας τον ελεύθερο να πει την ιστορία του συμπράττοντας με τους άλλους δυνατούς συμπαίχτες του. Κάθε μέρα. Ξανά και ξανά σαν να ήταν η πρώτη.
* Η χαρτογράφηση, η οργάνωση, τελική υλοποίηση του ταξιδιού της Χίμαιρας ήταν μια πρόκληση για όλους όσους δούλεψαν για να επιτευχθεί αυτό το εγχείρημα. Δεν ήταν εύκολο να οριστούν οι συνισταμένες της πορείας. Οι δυσκολίες όμως, το παίδεμα και η έγνοια του καθενός για την δουλειά αυτή, νομίζω ότι απέδωσαν τελικά ώστε να αφορά και να επικοινωνεί καλά η πλεύση του παράξενου αυτού μαγικού “καραβιού” που έχει για τα καλά πλέον σαλπάρει και βρίσκεται πλέον εύχομαι, ασφαλές στην ανοιχτή θάλασσα. Τους συνταξιδιώτες μου τους εκτιμώ τον καθένα ξεχωριστά για διαφορετικούς λόγους και όλους μαζί για το θάρρος τους. Παίρνω μαθήματα από αυτούς καθημερινά και έμπνευση για την συνέχεια. Είμαστε παρόντες κάθε φορά για να υπερασπιστούμε την ιστορία, χωρίς να είναι δεδομένο ότι έχει κατακτηθεί στο απόλυτο κάτι που κι’ αυτό σαν Χίμαιρα μονίμως διαφεύγει. Και όταν αυτή η διαδικασία αλληλεπιδρά με τους θεατές, τους εμπλέκει και τους συγκινεί, όπως συχνά τους νιώθουμε κατά την διάρκεια ή τους ακούμε να λένε μετά την παράστασης, τότε πραγματώνεται ο στόχος. Υπάρχει η αίσθηση ότι φτάνουμε σ’ έναν προορισμό.
* Πιο μικρή είχα την τάση και την επιθυμία να σκηνοθετήσω. Αποτελούνταν όμως περισσότερο από μια άγνοια κινδύνου που με ωθούσε να θέλω να τσαλαβουτάω παντού. Μετά από κάποιες ανεκπλήρωτες απόπειρες που σκόνταψαν παντού γιατί στ’ αλήθεια δεν έφεραν την σοβαρή επένδυση, χρόνου, κόπου, τόλμης, ρίσκου, που τους έπρεπε, δεν μου απομένει παρά να θαυμάζω και να σέβομαι βαθιά συναδέλφους οι οποίοι τελικά καταφέρνουν να πραγματώνουν αυτήν την διερεύνηση των δημιουργικών τους οριζόντων. Πολλοί είναι οι ηθοποιοί που έχουν τελευταία αναλάβει και χρέη καπετάνιου για να καταφέρουν να εκφράσουν όσα έχουν να πουν και που η εμπειρία τους και το ένστικτο τους, τους έχει οδηγήσει να σταθούν πάνω από αντάξιοι των περιστάσεων. Προς το παρόν εγώ νιώθω πιο χρήσιμη ως πλήρωμα.
* Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, υπήρξε για μένα εισηγητής των πάντων σε αυτήν την τέχνη και μέγα θαυματοποιός. Η εμπειρία, δουλεύοντας στην ταινία του ήταν σταθμός εκκίνησης και τεράστιο σχολείο. Μου έδωσε την ευκαιρία να καταλάβω από νωρίς τι σημαίνει από μαθητής (χωρίς να χάνεται ποτέ αυτή η ιδιότητα) να πρέπει να σταθείς αντάξιος σαν επαγγελματίας ενός μεγάλου οράματος βουτώντας απόλυτα στον προβληματισμό και την προσήλωση που αυτό χρειαζόταν. Είδαν τα μάτια μου κοντά του εικόνες θαυμαστές που δύσκολα σε εκείνη την ηλικία χωρούσα και που ακόμα υπάρχει η ανάγκη να επιστρέφω και να επεξεργάζομαι. Τα μάτια τα δικά του, κυρίως κρατώ, που βλέπανε μακριά και που από κοντά, είχαν την διαπεραστικότητα του σοφού και την λαχτάρα του παιδιού που τα ανακαλύπτει και τα θέλει όλα από την αρχή. Εκεί, και μετέπειτα στις επόμενες ταινίες που είχα την τιμή να συμμετάσχω κατάλαβα πόσο γοητευτική και άλλη από του θεάτρου είναι η κινηματογραφική διαδικασία. Οι χρόνοι, οι τόποι της, το πώς, οι σουπερήρωες που λέγονται “συνεργείο..Η γεμάτη αναμονή, το κράτημα είτε για να παραμείνει είτε για να ξεσπάσει κάτι την σωστή στιγμή, κάνουν να μετράνε αλλιώς οι παλμοί σε ένα γύρισμα. Ασχέτως με το ” τι” που λίγη σημασία έχει μπροστά στο από που θα έρθει η καθοδήγηση, δεν βλέπω την ώρα να μπω ξανά σε αυτήν την περιπέτεια.
* Η παρουσία μου στην τηλεόραση ήταν ως τώρα αρκετά περιστασιακή. Συμμετοχές και αυτοτελή επεισόδια. Αυτό δεν συνέβη απαραιτήτως και μόνο από δική μου επιλογή, αν και το να εμπλακώ ή να κινήσω μια διαδικασία σε σχέση με αυτό το μέσο μου δημιουργεί πάντα δισταγμό και αμηχανία. Εκτός από αξιοζήλευτες προσεγμένες παραγωγές που όλοι ξέρουμε ποιες είναι και γίνονται όλο και πιο σπάνια είναι τόσο μεγάλος ο κίνδυνος έκθεσης για τόσο καιρό. Με φοβίζει πολύ η πιθανότητα του να μην μπορώ να κάνω καλά την δουλειά μου λόγο των ανεξέλεγκτων παραγόντων των τηλεοπτικών χρόνων και το αποτέλεσμα να είναι πρόχειρο. Βλέπω, όμως, τηλεόραση, μπορώ και ξεχωρίζω ακόμα και τώρα κάποιες ωραίες προσπάθειες. Αν μια πρόταση κατάφερνε να καθησυχάσει τις ανησυχίες μου, και κάλυπτε το αισθητικό μου κριτήριο, φυσικά και θα την εξέταζα. Είναι και η τηλεόραση μέρος της δουλειάς μας.
* Ο μέχρι τώρα απολογισμός μόνο χαρά και ικανοποίηση μου φέρνει. Είτε ήταν οι σκηνοθέτες-δάσκαλοι, είτε οι συνάδελφοι- αγαπημένες ομάδες ή ξεχωριστές προσωπικότητες που καμάρωσα και έμαθα από το ήθος τους, είτε εν τέλη η καινούργια διαδικασία και η πρόκληση στην οποία μπήκα. Μόνο ευγνώμων νιώθω από όλα όσα έχω ζήσει και μου έχουν εμπιστευτεί, μικρά και μεγάλα. Έχω συλλέξει αναφορές και εργαλεία που μου δίνεται η ευκαιρία να συνεχίζω να εξερευνώ την χρήση τους, εμπλουτίζοντας τα παράλληλα. Αν είναι να ξεχωρίσω κάποιες συνεργασίες είναι εκείνες που με ξεβόλεψαν, που πρότειναν όχι οικείους αλλά αποκαλυπτικούς δρόμους, έστω και σε επίπεδο έρευνας, σε σχέση με περιοχές που φοβόμουν να αγγίξω και που ακόμα δεν τα έχω καταφέρει. Επειδή είμαι λίγο τεμπέλα και καμιά φορά μένω στη επιφάνεια των πραγμάτων βρίσκοντας τρόπους να πασαλείψω ή να ξεγελάσω καταστάσεις, θεωρώ προτεραιότητα να μην σταματήσω να έχω την ανάγκη να βρίσκομαι με ανθρώπους που δεν θα μου επιτρέπουν τον εφησυχασμό. Χωρίς να πιστεύω ότι αυτό πρέπει να προκύπτει από βάσανο και οδύνη.
* “Το αύριο το σήμερα είναι η μεγάλη χίμαιρα” , λέει ένας στίχος του Στρατή Πασχάλη που ντύνει ένα κομμάτι της Κατερίνας Πολέμη, η οποία με τόση ευαισθησία συνέθεσε την μουσική της παράστασης. Ας επικεντρωθούμε στο “σήμερα” λοιπόν για τώρα. Με την ένταση που του αρμόζει. Χαίρομαι πολύ που οι τελευταίες τέσσερις παραστάσεις μας θα γίνουν στην γενέτειρα της ιστορίας,στη Σύρο, στο ιστορικό και πανέμορφο θέατρο Απόλλων. Ο επόμενος χρόνος, καλά να είμαστε, θα φέρει απ’ ότι ξέρω την συμμετοχή μου στην παράσταση “Οι τρεις αδελφές” του Αντον Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία Δ. Τάρλοου, στο θέατρο Πορεία.
*Ανισόρροπη, άνιση, άναρχη, ανήσυχη, γεμάτη από πολλά “αν” το ένα και “αν” το άλλο, η Αθήνα θα ήταν από τις ωραιότερες πόλεις του κόσμου. Καθρέφτης των ανθρώπων που την κατοικούμε και ενίοτε την κακομεταχειριζόμαστε. Με εξοργίζει η λογική του “άγομαι και φέρομαι” στο πλαίσιο της “σαν να είναι το σπίτι μου”, χωρίς την αίσθηση κάποιου πολεοδομικού κανόνα, ή την προσαρμογή σε μια κοινή λογική εναρμόνισης και συμβίωσης. Με όλα τα ελαττώματα μας, παρ’ όλα αυτά η ίδια με το φως και την γλύκα του τοπίου της,  επιμένει να μας ξαφνιάζει ευχάριστα και να συνεχίζει να μας προσφέρει πρόσχαρες γωνιές συνάντησης και μαγικές στιγμές απομόνωσης και απομάκρυνσης από το χάος.
* Στο All4fun μου αρέσει η συνέπεια και η προσήλωση με την οποία oι άνθρωποι που το απαρτίζετε έχετε στήσει μια πλατφόρμα ενημέρωσης η οποία παρόλο που αφορά στη ψυχαγωγία δεν εκπίπτει σε τεχνάσματα ή παιχνίδια εντυπωσιασμού κρατώντας μία σχέση με την εποχή και κυρίως με την δουλειά των νέων δημιουργών, προβάλλοντας την. Οι συνεντεύξεις εκείνων που προωθούν τον λόγο τους, η φωτογραφία και το ποίημα της εβδομάδας, η ραδιοφωνική εκπομπή! Όλα αυτά μου αρέσουν. Καλή συνέχεια!!!
& Αναλυτικές πληροφορίες για τους συντελεστές και τις ημέρες της «Μεγάλης Χίμαιρας» ακολουθούν στον σχετικό σύνδεσμο: http://all4fun.gr/fun/theater/9120–2211-.html
Του Κυριάκου Κουρουτσαβούρη, 19/3/2015

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Σχετικά Άρθρα

Τελευταία Άρθρα