Ένα εμπνευσμένο ανέβασμα της «Σαλώμης» του Όσκαρ Ουάιλντ σε διασκευή και σκηνοθεσία Μαρίνας Δατσέρη λαμβάνει χώρα κάθε Δευτέρα και Τρίτη στον ατμοσφαιρικό χώρο του Μπαγκείου, στην καρδιά της Αθήνας. Πρόκειται για μια ξεχωριστή παρουσίαση της εμβληματικής τραγωδίας του Ουάιλντ, που προάγει με λυρισμό και ωμότητα εξίσου την κλασική θεατρική ηρωίδα, ενισχύοντας τη «φωνή» της με την χορευτική έκφραση, την πρωτότυπη αφαιρετική μουσική και την άμεση εμπλοκή του κοινού (στοιχεία performance art).
Η σκηνοθεσία συνομιλεί ανοιχτά με την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα χωρίς να την κατονομάζει ή να την περιγράφει. Σε μόλις 60 λεπτά, η παράσταση γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην ηθική αυστηρότητα της Βικτοριανής εποχής και την ασφυκτική, κι όμως χαοτική πολιτική ορθότητα του 2026. Οι διακειμενικές προσθήκες απογυμνώνουν τον μηχανισμό κατασκευής της πατριαρχίας ανά τους αιώνες και εκθέτουν την παραμόρφωση του γυναικείου εαυτού από τις κοινωνικές νόρμες. Η σκηνοθεσία δεν συνιστά απλώς ένα προσωπικό σχόλιο, αλλά μια επαναπροσδιοριστική μεταγραφή της Σαλώμης στο πεδίο της σωματικής, κοινωνικοπολιτικής, υπαρξιακής αναζήτησης. Το κέντρο βάρους μετακινείται από την συλλογική αφήγηση στην ατομική εμπειρία και αντίστροφα. Η Σαλώμη δεν ερμηνεύεται απλώς από επτά διαφορετικές ηθοποιούς επί σκηνής, αναγεννάται αιώνια μέσα σε κάθε θηλυκότητα.
Είναι εξ αρχής σαφές ότι η σκηνοθεσία δεν υπηρετεί τον ρεαλισμό και δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει κάποια συγκεκριμένη παρελθούσα ή παροντική εποχή. Το Βασίλειο της Ιουδαίας δεν είναι τόπος, αλλά όχημα διαχρονικών ρόλων, ταυτοτήτων και υποκειμένων. Το σώμα, η φωνή, η όρχηση, η αναπνοή συντελούν στην αποδόμηση των δομών εξουσίας, φέρνοντας το προσωπικό και το συλλογικό σε πλήρη ταύτιση. Οι χαρακτήρες δεν είναι απλώς μονοδιάστατοι φορείς του λόγου. Είναι κοινωνοί των κοινωνικών επιταγών, των επιθυμιών και των απαγορεύσεων. Αναδεικνύεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο τρίπτυχο Σαλώμη-Ηρώδη-Γιοχαναάν, όπου εκπροσωπούνται εξίσου η επίγεια-υλική (και πατριαρχική) και η θεϊκή εξουσία, καθώς και η ορμή της καταπιεσμένης γυναικείας σεξουαλικότητας. Το έργο αποκαλύπτει έτσι μια αλήθεια εξαιρετικά επίκαιρη, ότι οι πιο βαθιά ριζωμένες μορφές εξουσίας ασκούνται χωρίς να γίνονται πάντα καταληπτές, με την αφοπλιστική βεβαιότητα ότι δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά.
Ο αποκεφαλισμός του Γιοχαναάν δεν προσφέρει στην Σαλώμη κανενός είδους λύτρωση. Είναι μια οντολογική ρήξη στο εσωτερικό του χαρακτήρα. Είναι μια πράξη οριακά αυτοκαταστροφική. Η σκηνοθετική προσέγγιση τολμά να αποτυπώσει την σεξουαλική επιβολή της Σαλώμης πάνω στο νεκρό σώμα του Γιοχαναάν, ως μορφή κοινωνικής και σεξουαλικής αποδέσμευσης από κάθε υποχρέωση και προστατευτικό αφήγημα. Η πάλη ανάμεσα στην Σαλώμη και στον Γιοχαναάν προεκτείνεται σε πάλη ανάμεσα στον έρωτα και στην λατρεία του θείου, στο φαντασιακό και στο πραγματικό, στο πάθος και στον κυνισμό.
Οι φεμινιστικές προεκτάσεις της συγκεκριμένης προσέγγισης είναι πολυποίκιλες. Η βία και η παραβίαση δεν εισάγονται ως μεμονωμένα, παθογενή φαινόμενα, αλλά ως κανονικοποιημένες συμπεριφορές. Η άγριο, ασελγές βλέμμα του Ηρώδη πάνω στην ανήλική κόρη της συζύγου του και η υποχθόνια ζήλεια της Ηρωδιάδας δίνουν νέες διαστάσεις στις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Οι σπόροι της πατριαρχίας δεν καταγγέλλονται ανοιχτά, αλλά ενσωματώνονται στις ανθρώπινες σχέσεις, μπολιάζοντας ακόμα και τις σκέψεις του βαλλόμενου ατόμου. Η Σαλώμη δεν ζητά κατανόηση, ζητά συμμετοχή. Παρακινεί τον θεατή να σταθεί απέναντι στον δικό του Ηρώδη, στις πιέσεις και τους φόβους του. Αυτή η αίσθηση ευθύνης μεταφυτεύεται στον θεατή μετά το τέλος της παράστασης και τον συνοδεύει και έξω από τον θεατρικό χώρο.
Η ερμηνεία των ρόλων αποτελεί αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση. Επτά διαφορετικά παλλόμενα γυναικεία σώματα μοιράζονται την θεατρική σκηνή και γεμίζουν με την παρουσία τους τις αρχετυπικές φιγούρες του έργου. Επτά νέες ηθοποιοί επί σκηνής διηγούνται την ιστορία της Σαλώμης, εναλλάσσοντας διαρκώς υποκειμενικές και ενσαρκώνοντας διαφορετικούς ρόλους καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Ο κοινός τους κινησιολογικός κώδικας επιτρέπει την ομοιογενή συνύπαρξη και την από κοινού διαχείριση και επικοινωνία των ακραίων συναισθηματικών καταστάσεων. Οι εμβόλιμες χορογραφίες προσθέτουν εικαστικά, στον ήδη εντυπωσιακά διαμορφωμένο χώρο, ο οποίος γρήγορα μετατρέπεται σε ετεροτοπία στα μάτια του θεατή. Το σύνολο ενυπάρχει σε κάθε ξεχωριστή ερμηνεία και η κάθε ξεχωριστή ερμηνεία είναι εγγεγραμμένη στην συλλογική οντότητα. Αυτή η συνεκτικότητα επιτυγχάνεται μέσα από περίπλοκους σχηματισμούς στον χώρο, επαναλαμβανόμενα χορευτικά μοτίβα και συνεκφωνήσεις. Πρόκειται για μια «σκυταλοδρομία» υποκριτικής, που αποδεικνύει με τρόπο καταπληκτικό πόσο κομβική είναι η ουσιαστική ομαδικότητα επί σκηνής. Η παράσταση δεν οδηγεί τον θεατή στην κάθαρση, αλλά τελειώνει με την ολοκλήρωση του κύκλου της αφήγησης των γεγονότων, που συνεχίζεται αέναα και θα συνεχίζεται όσο η ανθρωπότητα συνεχίζει να υπάρχει.
Της Μαρίας Σουλιμιώτη, 3/5/2026
Πληροφορίες για την παράσταση ΕΔΩ





