Who me?

Φεβ
16

Με τσακισμένα πόδια (3ο μέρος)

3η σκηνή
 
[Η Ιοκάστη τού μιλάει από το κρεβάτι της αρχικά. Ετοιμάζεται για να πάει και πάει. Είναι μια όμορφη γυναίκα γύρω στα 45. Γεμάτη αυτοπεποίθηση ζώου, που είναι έτοιμο να κατασπαράξει]
 
Ιοκάστη:

Γεια σου, αγάπη μου
Δεν κοιμόσουν, σωστά;
Θα προτιμούσα να σε ξυπνήσω
Τα μάτια σου έτσι, πρόωρα
ξυπνημένα είναι τόσο γοητευτικά
Σε παρακαλώ, κάτσε λίγο ακούνητος
Να τα φιλήσω θέλω
Θέλω να σε χαιρετίσω, άλλωστε
έτσι λέει ο τύπος
 
Ο τύπος που μας κάνει όλους 
μικρά παιχνιδάκια της ψευτιάς του
Όταν συναντάς κάποιον είτε ξένος είτε γνωστός 
πρέπει να τον φιλάς
Κι έτσι ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις
Ξέρεις;
 
Έχω κέφια σήμερα
Δεν θα σε ενοχλήσω πολύ
Μην ταράζεσαι
Τα μάτια σου τα όμορφα ματάκια
Μόνο να ακούσω την αλήθεια τους θέλω
Όχι να σε αποπλανήσω, μην φοβάσαι
Οι γυναίκες ερεθίζονται απ' την αλήθεια
Οι ίδιες μες στο ψέμα
Φεβ
11

Με τσακισμένα πόδια (2ο μέρος)

[Η Αντιγόνη σηκώνεται από το κρεβάτι της και τον πλησιάζει. Είναι γύρω στα 30.

Ψηλόλιγνη παρουσία, τελείως απεριποίητη με μάτια λυπημένα τόσο, που οι στόχοι της φαίνονται ξεκάθαροι.
 
Τον κοιτάει λίγα λεπτά να κοιμάται].
 
Αντιγόνη: Μπαμπά, ξύπνα. Τελείωνε.
Οιδίποδας: Αντιγόνη!!

Αντιγόνη : Ναι, ήρθα

Δεν με περίμενες, σωστά;
Έμαθα ότι είσαι στα τελευταία σου
και είπα να πω ένα "γεια"
Και είπα αυτό το "γεια" να έχει μέσα του όλο το βάρος
που μου 'δωσες να κρατώ τόσα χρόνια
Είμαι μικρή να το κρατάω, πατέρα
Και μεγάλη να το φυλάω
Μα πιο πολύ κουρασμένη να το αγαπάω
Βαρέθηκα να κρύβομαι 
Τώρα εδώ μπροστά σου θα ξεράσω
Και θα ξεπλύνω τα σωθικά μου
 
Οιδίποδας: Πες τα όλα, κόρη μου, να ξεκουραστείς
 
Αντιγόνη: Μην το κάνεις αυτό, πατέρα
Φεβ
02

Με τσακισμένα πόδια (1ο μέρος)

Ένα δωμάτιο με τρία κρεβάτια σε απόσταση μεταξύ τους και ένα αναπηρικό καριτσάκι κοντά στο ένα κρεβάτι.  Δεν είναι ευδιάκριτο αν είναι και τα τρία στο ίδιο χώρο, αλλά δεν υποδηλώνεται από κάπου ότι είναι σε διαφορετικό. 

Ψυχρό, σαν τα δωμάτια νοσοκομείου που λείπει η ταυτότητα στα έπιπλα. Σκοτεινό με ένα φως να πέφτει απ έξω σαν να είναι ξημέρωμα, ίσως και απόγευμα. Η ηρεμία που υπάρχει απέχει λίγο από το κενό και φαντάζει ανέφικτο το να μην σκέφτεσαι...

1η σκηνή

[Ένας κύριος κάθεται στο αναπηρικό καροτσάκι. Είναι γύρω στα 65. Γκριζομάλλης, με μία γοητεία που οφείλεται στο ενεργό και ανήσυχο βλέμμα του. Μιλάει σε μία κούκλα  που είναι καθισμένη στο κρεβάτι. Οι αστράγαλοι της είναι πληγιασμένοι και στάζουν αίμα σε όλη την διάρκεια της σκηνής.]
 
Οιδίποδας:

Με βλέπεις με αυτό το βλέμμα το λυπημένο
Γιατί;
Σαν να 'χουν γεμίσει οι ενοχές τα μάτια σου τρύπες
Και πιο πολύ κοιτάς τον εαυτό σου παρά εμένα
Όλο τρύπες
Και αυτό το δωμάτιο που με κλείσατε
Τρύπες κι αυτό
Ο καναπές γεμάτος τρύπες, τα φωτιστικά και οι τοίχοι γεμάτα τρύπες
Σαν μεγάλοι θεόρατοι καθρέφτες είναι που λίγο να ξεχαστείς και να κοιτάξεις μέσα 
βλέπεις όλο σου το άδειο
 
Αύριο να πεις στην μητέρα σου να φέρει καλύμματα
Να τις καλύψουμε όλες
Και τα μάτια σου
Δεν θέλω να τα βλέπω
Είναι τόσο διάφανα που βλέπω και την σκιά μου μέσα τους
Και πιο πολύ απευθύνομαι σε 'μένα παρά σε 'σένα όταν κοιτώ
Μην νομίζεις
Αυτό το πρόβλημα είχα κι όταν ήμουν έξω
 
Ξεκινούσα με πάθος να μιλήσω στον λαό μου
Με λαχτάρα να μοιραστώ την σκέψη μου, να τους βοηθήσω
Να τους την δώσω να την φάνε
Και έχωνα το χέρι μου βαθιά στα λαρύγγια τους να τους την δώσω
Μα το χέρι μου ασθενούσε
Έμενε ακούνητο εκεί μέσα
Ιαν
26

Μαθήματα πιάνου ή ... ένας εφιάλτης

«Χριστέ μου βοήθα με... Γιατί μου συμβαίνει αυτό; Τι κάνετε; Αφήστε με! Θα μου ξεκολλήσετε το πρόσωπο! Μην μου το τραβάτε...Το χρειάζομαι! Σας παρακαλώ.. Πονάω..Μη... Όχι ακόμα! Όχι τώρα! Όχι καθρέφτη. Δεν μπορώ να δω..Όχι ακόμα! Όχι τώρα! Πάρτε τον απο μπροστά μου..Σπάστε τον.. Καλύτερα έτσι..Με τα γάντια.. Είναι προτιμότερο!
 
Τα μάτια μου τα νιώθω πιο ανοιχτά..Και τα χείλη μου μικρά..Ακούω τους ήχους καθαρά.. Μα τι συμβαίνει; Φοβάμαι!»  Ξύπνησε βίαια, σαν να πνιγόταν. Στο πρόσωπο της φαίνονταν ανοιχτοί οι πόροι γεμάτοι μικρές, αυτόνομες ακόμα, σταγόνες ιδρώτα ακριβώς πριν την ένωση.
 
Ήταν 8.15. Ακριβώς την ώρα του προγεύματος. Η οικονόμος είχε ήδη αφήσει τον μεταλλικό δίσκο με τα ασημένια κεντύματα στο κομωδίνο και μ' ένα λευκό ύφασμα σκούπιζε το πλέον μουσκεμένο πρόσωπο τής κυρίας  της.

Ένα κατάλευκο πρόσωπο, απόλυτα συμμετρικό, απόλυτα νεανικό, με όλη την πίκρα και την ανησυχία που κρύβει ένα είκοσι ετών κορίτσι. Τα χείλη της κατακκόκινα, μαρτυρούσαν σε κάθε αθέλητη σύσπαση τους, ηδονή και προσμονή.

11 ακριβώς. Ούτε ένα λεπτό αργότερα, ο κύριος Έλεμαν χτυπάει το μεταλλικό καμπανάκι της ξύλινης εξώπορτας  για το καθιερωμένο μάθημα πιάνου.
 
Εκείνη είναι ήδη καθισμένη με τα δάχτυλα ήδη τοποθετημένα στα σωστά πλήκτρα, με τη μέση της σε απόλυτη ευθεία με το κεφάλι και την αλογουρά της, σαν βαρύδιο, τοποθετημένο έτσι, ώστε το σαγόνι πάντα να κοιτά προς τα πάνω. Το βλέμμα όμως σήμερα δεν κοιτούσε ευθεία τις παρτιτούρες... 
Ιαν
18

Το ημερολόγιο του Αζόρ (3ο μέρος)

1η ΜΕΡΑ
 
Σηκώνομαι από το κρεβάτι. Το σώμα μου πονάει λίγο. Χτες όλη μέρα έτρεχα και έσκαβα. Δεν βρήκα κάτι, αλλά θα βρω. Πρέπει κάθε μέρα από λίγο. Πάω γρήγορα στην κουζίνα. Η μαμά ξέρει πια ότι το πρωινό μου το τρώω στο πλαστικό μπολάκι τού γιαουρτιού και είναι έτοιμο στην θέση του.
 
Τρέχουν τα σάλια μου. Ανοίγω τα μεγάλα μου σαγόνια και το κατασπαράζω. Η πείνα είναι τέλεια όταν μπορείς να φας όσο και ό,τι θες. Η μαμά τον τελευταίο καιρό μου βάζει και τρώω πολύ περισσότερο και με πιέζει τα τα φάω όλα για να δυναμώσω.
 
Εγώ νιώθω πιο δυνατός από ποτέ. Στο σχολείο πάω τρέχοντας και τις τελευταίες δύο μέρες πήδηξα το φράχτη με ένα τρομερό πήδημα. Έχω εκπαιδευτεί. Κάθομαι κατευθείαν στην θέση μου, στην γωνία δίπλα στην πόρτα. Πρέπει να κάθομαι εκεί για να φυλάω τα παιδιά. Και σε αυτά αρέσει.
 
Κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα και εγώ γαβγίζω, γελάνε, με χαϊδεύουν και μου λένε «ήσυκα, ακόρι μου». Εγώ τότε κουνάω την ουρά μου με όλη μου την δύναμη και χοροπηδάω σαν τρελός.