Who me?

Απρ
22

Δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες (3ο)

ΣΑΒΒΑΤΟ 
 
Βλέπεις τον εαυτό σου να σηκώνεται από το κρεβάτι και να περπατάει αργά προς την σχολική σου τσάντα. Έχεις μέσα ένα μολύβι, μία ξύστρα και άπειρα ξύσματα. Τίποτα άλλο. Βουτάς το κεφάλι σου μέσα στα ξύσματα και πλένεις το πρόσωπό σου σαν να είναι το νερό μιας παγωμένης λίμνης. Μυρίζεις όλο το ξύλο και φαντάζεσαι ότι βρίσκεσαι σε ένα δάσος γεμάτο δέντρα, παχιά δέντρα που στάζουν νερό και μέλι.
 
Την ξέρεις αυτή τη τσάντα. Ξεκίνησε με πολλά βιβλία και κατέληξε με ένα μολύβι, μια ξύστρα και άπειρα ξύσματα. Η τσάντα σου έγινε ένας σκουπιδοντενεκές. Όσο έξυσες από το σώμα και από το μυαλό σου βρίσκεται σε αυτά τα σκουπίδια που τα μαζεύεις και τα μαζεύεις και σε λίγο φοβάσαι ότι δεν θα μπορείς να την σηκώσεις, θα σκιστεί και θα περπατάς και θα αφήνεις τα σκουπίδια σου παντού. Τα αγαπάς τα σκουπίδια σου, δεν θες να τα χάσεις. Πρέπει να κάτσεις εκεί και να τα προσέχεις . Δεν πετάμε τίποτα. Γιατί αν πετάξεις τα σκουπίδια σου, ποια θα είσαι χωρίς αυτά; Αυτά σε καθορίζουν. Μια τσάντα κενή, είναι μία τσάντα νεκρή. Κάποιες φορές το έχεις ευχηθεί, αλλά δεν θες να το πεις σε κανένα, να τα κάψεις όλα. Μην τα λες αυτά! Χωρίς αυτά θα΄σαι ένα τίποτα.
Απρ
13

Δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες (2ο)

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 
 
Σήμερα είναι Παρασκευή. Η Μπρέντα πρέπει να πάει σχολείο. Η Μπρέντα πρέπει να σηκωθεί από το κρεβάτι και να πάει σχολείο. Η Μπρέντα πρέπει να βρει ένα γαμημένο λόγο να ξεκινήσει η μέρα της. Πρέπει να σκεφτεί ότι η ζωή είναι ωραία και ότι τα πουλάκια κελαηδούν, να σκεφτεί ότι ο ήλιος λάμπει και ότι όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί για να τους περπατήσει χαμογελαστή και λαμπερή, γιατί είναι στα δεκαέξι και στα δεκαέξι όλα τα παιδιά πρέπει να χαμογελούν.
 
Η Μπρέντα ήταν καλό κορίτσι παλιά. Πήγαινε κάθε μέρα σχολείο. Διάβαζε και έπαιρνε καλούς βαθμούς. Δεν ήταν κανένα κωλόπαιδο. Η Μπρέντα δεν ήταν επιθετική, ήταν το κοριτσάκι που αγαπούσαν όλοι, γιατί ποτέ δεν μίλαγε και έκανε πάντα ότι πρέπει. Αμίλητη, το αμίλητο νερό, δεν μιλούσε, ποτέ δεν μιλούσε, ούτε τώρα μιλάει, δεν θέλει να μιλήσει, τι να πει; Ποιος θα την ακούσει; Δεν ακούνε οι άνθρωποι, μόνο μιλάνε και ξαναμιλάνε και δεν σταματάνε ποτέ να λένε μαλακίες. Σιωπούν μόνο λίγο πριν πεθάνουν. Εκεί καταλαβαίνουν πόσο χρόνο έφαγαν, εβδομήντα, ογδόντα χρόνια, μιλώντας μόνο για τον εαυτό τους, ακούγοντας μόνο τον εαυτό τους, ζώντας μόνο με τον εαυτό του, βλέποντας παντού μόνο τον εαυτό τους. Ψόφο ρε!
Απρ
06

Δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες (1ο)

ΠΕΜΠΤΗ
Η ώρα 7.15. Πρέπει να πάω σχολείο. Κάθε μέρα πρέπει να πηγαίνω σχολείο. Βαριέμαι να πηγαίνω σχολείο. Βαριέμαι τους δασκάλους και βαριέμαι τους μαθητές. Θέλω να κάτσω να ακούσω μουσική και να καπνίσω μέχρι να σαπίσουν τα πνευμόνια μου. Χωρίς λόγο! Έτσι! Γιατί έτσι γουστάρω!
 
Η τηλεόραση πάλι έχει μαλακίες και η πολύ μαλακία με κουράζει. Η λίγη μου προκαλεί γέλιο, η πολύ με κουράζει και με κουράζει πολύ! Θα κάτσω να αράξω να δω λίγη θάλασσα. Είναι το μόνο που κάπως την παλεύει στο κόσμο. Βάζω ντοκιμαντέρ με ψάρια, θάλασσες και ουρανό, ανάβω και ένα μπάφο και φεύγω. 
 
Σήμερα έχουν γιορτή στο σχολείο. Με βάλανε να κάνω την Άννα Φρανκ γιατί, είμαι καστανή και αδύνατη. Έπρεπε να φαίνεται ότι ψοφάει στην πείνα η Άννα, για να την λυπηθούν οι θεατές και να πιστέψουν ότι οι Γερμανοί την γάμησαν κι αυτή και κάτι ψιλά εκατομμύρια ακόμα. Δεν μ' αρέσει η ιστορία, μ' αρέσουν απλά οι νικητές.  Εγώ τότε έβαψα τα μαλλιά μου πορτοκαλιά και τους είπα ότι εγώ δεν μπορώ να μαθαίνω λόγια απ' έξω και να με αφήσουν ήσυχη. Είπαν ότι απλά θα κάθομαι σε ένα γραφείο και θα κάνω ότι γράφω και ότι τα λόγια θα τα λένε οι άλλοι.
Μαρ
30

Ο Κύκνος (Τέταρτο Μέρος)

6. Σκοτώνει
 
Δεν ήξερε αν πρέπει ή δεν πρέπει. Η ζωή είναι μικρή, πολύ μικρή, μας το λένε και μας το ξαναλένε. Και είναι το μόνο που σκεφτόμαστε όταν σηκωνόμαστε από το κρεβάτι και όταν ξαναπέφτουμε. Ζήσε, λένε, επειδή έρχεται το τέλος. Τι είναι όλα αυτά; Από που ήρθαν; Πώς κάνεις πράξη το ζήσε, όταν νιώθεις ότι δεν νιώθεις;
Από εκείνη την μέρα που είχε κάτσει μέσα στο διάλειμμα, το μικρό ξωτικό καθόταν μέσα κάθε μέρα, με διαφορετική δικαιολογία κάθε φορά.  Φοβόταν την αρνητική του απάντηση, αλλά για κάποιο λόγο τολμούσε κι έτσι η απάντηση ήταν πάντα θετική. Δεν ήξερε γιατί, αλλά ένιωθε τιμή που ήταν η μόνη που άφηνε μέσα στην τάξη. Ήταν η μόνη που μοιραζόταν τα δέκα λεπτά μοναξιάς του και όχι μόνο αυτό, αυτός ο άνθρωπος που δεν μιλούσε ποτέ, μαζί της μιλούσε και όχι μόνο αυτό, μαζί της χαμογελούσε και όχι μόνο αυτό, μαζί της ένιωθε ζωντανός και όχι, όχι δεν είναι μόνο αυτό, είναι όλα αυτά που αυτή και μόνο αυτή τον έκανε να νιώθει, είναι η δύναμη που ένιωθε ότι ασκεί πάνω του, είναι ο παντοδύναμος εαυτός της, που έβλεπε στα κόκκινα πια, ορθάνοιχτα μάτια του. 
 
Φυσικά πάντα υπήρχε η απόσταση καθηγητή και μαθήτριας, αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει. Το πλαίσιο είναι πάντα εκεί και πάντα σε καθορίζει, είτε θες να ουρλιάξεις από χαρά, είτε θες να σκίσεις τα ρούχα σου από πόθο, τα πάντα σε αναγκάζουν να χαμηλώνεις λίγο το κεφάλι, μη τυχόν και ο άλλος καταλάβει τι σκέφτεσαι και αμέσως μετά να το ξανασηκώσεις, ελπίζοντας ότι τα έχει δει όλα και δεν θα χρειαστεί να τα πεις εσύ.
 
Η απόσταση ήταν πάντα εκεί και αυτό την έκανε να απελπίζεται, να φοβάται ότι η στασιμότητα θα ξεθωριάσει τα χρώματα. Το κόκκινο θα γίνει πορτοκαλί και το πράσινο, κίτρινο. Είχε αρχίσει να βάζει λίγο κραγιόν στα χείλη. Αυτός το είχε παρατηρήσει, αλλά τι να της πει; Μουγγός σε ένα κόσμο που οι πάντες μιλούν και ξαναμιλούν και πρέπει να απαντάς και να ξανά απαντάς σε πράγματα που δεν άκουσες, αλλά ξέρεις ότι θα ξανά ακούσεις. Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω! Μόνο τις σκέψεις του άκουγε, που κι αυτές μπλέκονταν μαζί με όχι, με θέλω, με δεν μπορώ, με όλα τα μη και τα αργότερα του κόσμου.
Μαρ
23

Ο Κύκνος (Τρίτο Μέρος)

5. Μαθαίνει
 
Πρωί. Μέρα. Πάντα μέρα για να προγραμματίζεις και πάντα νύχτα για να ελπίζεις. Εκείνος προγραμμάτιζε την κάθε μέρα του με κάθε λεπτομέρεια. Ήξερε πόσες ώρες έχει μάθημα και σε ποια τμήματα, τι ώρα θα τον πάρει τηλέφωνο ο λογιστής, τι ώρα θα πάει στο πρώτο ιδιαίτερο, τι ώρα στο δεύτερο και τι ώρα στο τρίτο, τι ώρα θα πάει να πάρει την μικρή, τι ώρα θα γυρίσει σπίτι, τι ώρα θα φάει, τι ώρα θα ξαπλώσει, τι ώρα θα σηκωθεί να πιει νερό, τι ώρα θα ξαναξαπλώσει, τι ώρα θα ξανασηκωθεί να πιει νερό, τι ώρα θα στριφογυρίσει στο κρεβάτι, τι ώρα θα σκεφτεί να πέσει από το παράθυρο, τι ώρα θα πάρει ένα θαυματουργό χαπάκι και θα κλείσει τα μάτια ευτυχισμένος.
 
Τάξη. Η τάξη του, που είναι όλα σε τάξη. Τα θρανία ευθυγραμμισμένα, τα βιβλία στοιχισμένα, οι κανόνες τοιχοκολλημένοι και τα μολύβια αριθμημένα. Τον έβλεπε να μπαίνει στη τάξη τόσο ήπιος, σαν να μην έχει ούτε παρελθόν, ούτε παρόν. Τίποτα στο βλέμμα του δεν αποκάλυπτε έστω και μια μικρή πληροφορία, αν νυστάζει, αν βαριέται, αν χαίρεται, αν είναι παρόν ή απόν. 
 
Κανείς δεν τον καταλάβαινε, αλλά εκείνη ένιωθε ότι τον ξέρει. Τον είχε και την προηγούμενη χρονιά στα Λατινικά, οπότε ήξερε ότι είναι περίεργος. Ήξερε ότι όταν έμπαινε στην τάξη και οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές, ήταν χαρούμενος και όταν ήταν  κλειστές, λυπημένος. Συνήθως παρέδιδε χωρίς να τους κοιτάει. Ή έκανε βόλτες και στριφογύριζε στην αίθουσα, κοιτάζοντας το πάτωμα, ή σχεδίαζε κάτι στον πίνακα, για να είναι αναγκασμένος να έχει γυρισμένη την πλάτη του. Τις μόνες φορές που τους απευθυνόταν ήταν όταν τους μιλούσε στα Αρχαία. Γνώριζε καλά πως κανείς δεν τον καταλαβαίνει και του έδινε την άνεση να μονολογεί ακατάπαυστα για την ζωή και τους Αρχαίους Έλληνες που τόσο θαύμαζε. Στη συνέχεια καθόταν στην έδρα του ευχαριστημένος και έσπαγε τις κιμωλίες, όπως κάνουν τα παιδιά για να παίξουν, να καταστρέψουν, για να δουν από τι φτιάχτηκε ο κόσμος.