Who me?

Μαρ
23

Ο Κύκνος (Τρίτο Μέρος)

5. Μαθαίνει
 
Πρωί. Μέρα. Πάντα μέρα για να προγραμματίζεις και πάντα νύχτα για να ελπίζεις. Εκείνος προγραμμάτιζε την κάθε μέρα του με κάθε λεπτομέρεια. Ήξερε πόσες ώρες έχει μάθημα και σε ποια τμήματα, τι ώρα θα τον πάρει τηλέφωνο ο λογιστής, τι ώρα θα πάει στο πρώτο ιδιαίτερο, τι ώρα στο δεύτερο και τι ώρα στο τρίτο, τι ώρα θα πάει να πάρει την μικρή, τι ώρα θα γυρίσει σπίτι, τι ώρα θα φάει, τι ώρα θα ξαπλώσει, τι ώρα θα σηκωθεί να πιει νερό, τι ώρα θα ξαναξαπλώσει, τι ώρα θα ξανασηκωθεί να πιει νερό, τι ώρα θα στριφογυρίσει στο κρεβάτι, τι ώρα θα σκεφτεί να πέσει από το παράθυρο, τι ώρα θα πάρει ένα θαυματουργό χαπάκι και θα κλείσει τα μάτια ευτυχισμένος.
 
Τάξη. Η τάξη του, που είναι όλα σε τάξη. Τα θρανία ευθυγραμμισμένα, τα βιβλία στοιχισμένα, οι κανόνες τοιχοκολλημένοι και τα μολύβια αριθμημένα. Τον έβλεπε να μπαίνει στη τάξη τόσο ήπιος, σαν να μην έχει ούτε παρελθόν, ούτε παρόν. Τίποτα στο βλέμμα του δεν αποκάλυπτε έστω και μια μικρή πληροφορία, αν νυστάζει, αν βαριέται, αν χαίρεται, αν είναι παρόν ή απόν. 
 
Κανείς δεν τον καταλάβαινε, αλλά εκείνη ένιωθε ότι τον ξέρει. Τον είχε και την προηγούμενη χρονιά στα Λατινικά, οπότε ήξερε ότι είναι περίεργος. Ήξερε ότι όταν έμπαινε στην τάξη και οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές, ήταν χαρούμενος και όταν ήταν  κλειστές, λυπημένος. Συνήθως παρέδιδε χωρίς να τους κοιτάει. Ή έκανε βόλτες και στριφογύριζε στην αίθουσα, κοιτάζοντας το πάτωμα, ή σχεδίαζε κάτι στον πίνακα, για να είναι αναγκασμένος να έχει γυρισμένη την πλάτη του. Τις μόνες φορές που τους απευθυνόταν ήταν όταν τους μιλούσε στα Αρχαία. Γνώριζε καλά πως κανείς δεν τον καταλαβαίνει και του έδινε την άνεση να μονολογεί ακατάπαυστα για την ζωή και τους Αρχαίους Έλληνες που τόσο θαύμαζε. Στη συνέχεια καθόταν στην έδρα του ευχαριστημένος και έσπαγε τις κιμωλίες, όπως κάνουν τα παιδιά για να παίξουν, να καταστρέψουν, για να δουν από τι φτιάχτηκε ο κόσμος.
Μαρ
16

Ο Κύκνος (Δεύτερο Μέρος)

3. Προετοιμασία καθαρισμού
 
«Αγάπη μου, φαίνεσαι κουρασμένος. Να σου φτιάξω ένα ζεστό μπάνιο να χαλαρώσεις;»
Βρισκόταν στον καναπέ. Στο κέντρο του σπιτιού, στον πυρήνα κάθε σπιτιού, εκεί στο σαλόνι, που όλοι θεωρούν χώρο τους και που δικαιωματικά ανήκει σε όλους, αλλά τελικά κατέχει ο πιο δυνατός. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο δυνατός ήταν αυτός. Καθόταν ακίνητος στον κόκκινο καναπέ. Κοιτούσε μπροστά με ένα βλέμμα εντελώς ουδέτερο. 
 
Ο χαρούμενος πολύ εύκολα θα έβλεπε μία πηγαία χαρά να αναβλύζει από μέσα του, χάρις στα δυο μικρά άκρα των χειλιών του, που κοιτούσαν  από την φύση τους πάντα προς τα επάνω και έμοιαζε να είναι έτοιμος να σκάσει στα γέλια. Ο λυπημένος θα έβλεπε ξεκάθαρα την απόγνωση στο βλέμμα του, εξαιτίας της μηδαμινής ενέργειας που έβαζε στο πρόσωπό του για να κρατήσει τα μάτια  ανοιχτά.  Έμεναν τυχαία ανοιχτά, από συνήθεια. Δύναμη όμως δεν έβλεπες πουθενά κι όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση ο δυνατός ήταν αυτός. 
 
Όσο για την γυναίκα του, ούτε η ίδια ήξερε τι έβλεπε στο πρόσωπο του. Ίσως κούραση... Ίσως πάλι, σκέψεις, που έπρεπε να βρει ένα τρόπο να εξοντώσει. Ήξερε καλά πως οι σκέψεις αν μείνουν αρκετή ώρα στο κεφάλι, μεταφέρονται στην ψυχή και από εκεί στο σώμα και μετά καταλήγουν στο στόμα. Μικρά σκουλήκια που εμφανίζονται στο «καλημέρα», στο «χαίρω πολύ» και στο «καλά είμαι, εσείς;». 
 
Δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει τις διαθέσεις του εδώ και πολλά χρόνια. Δεν τις παρατηρούσε πια. Στην αρχή δεν τις καταλάβαινε. Στην συνέχεια δεν νοιαζόταν να τις καταλάβει. Σε μια οικογένεια, φυσιολογικό είναι, οι διαθέσεις , φυσιολογικό δεν είναι, να παγώνουν κάποια στιγμή; Φυσικό είναι. Αποκτάς την μάσκα της «ισορροπίας». Είναι αυτή που δεν προκαλεί καβγάδες, δεν προκαλεί συζητήσεις, ούτε έντονα συναισθήματα. Είσαι πάντα εσύ και είσαι πάντα καλά. Είναι ο προσωπικός σου χώρος μέσα στους κοινόχρηστους.
Μαρ
09

Ο Κύκνος (Πρώτο Μέρος)

1. Μια νύχτα 

"Μια νύχτα. Ήταν πολύ παλιά. Σε ρώτησα πώς μπορώ να ακουμπήσω τα γυαλιά; Μου είπες απλά, χωρίς πολλά πολλά. Απαλά. Ακούμπησε τα απαλά. Τα πήρα όλα και τα έβαλα στο στόμα μου γλυκά. Για να σου δείξω πως μπορώ. Έτσι απλά. Χωρίς πολλά πολλά.

Μετά με πήρες απ' το χέρι και με πήγες στην ακροθαλασσιά. Σου είπα θέλω τα κύματα. Τώρα. Όχι μετά. Όλα. Με κοίταξες τρυφερά και μου είπες πως πρέπει να βουτάς και να έχεις τα μάτια ανοιχτά. Βούτηξα και δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από αυτά. Δεν φοβήθηκα. Τα είχα συνέχεια ανοιχτά. Για να σου δείξω πως μπορώ.

Ξημέρωμα και ανεβήκαμε ψηλά. Τα βλέπαμε όλα και ήταν τόσο δα μικρά. Σε ρώτησα πότε θα πετάξουμε; Μα δεν απάντησες τίποτα πια. Μόνο κοίταξες μακριά σαν να μην με έβλεπες άλλο πια. Τότε εγώ άνοιξα τα χέρια και πέταξα ψηλά. Με τα χέρια ανοιχτά. Για να σου δείξω πως δεν μπορώ πια."

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε. Ένιωθε το κεφάλι του να καίει μέσα στο μικρό δωμάτιο. Ένα δωμάτιο από αυτά τα μικρά που δεν σου δίνουν χώρο να σκεφτείς. Από αυτά που σε κρατάνε ζεστό, ασφαλή, αλλά άδειο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Ένα σπασμένο μπουκάλι, τα βιβλία του στο πάτωμα και βαλίτσες ριγμένες από το πατάρι. Είχε φύγει! Αυτός ή αυτή;

Είναι κάπου εδώ. Εδώ. Εδώ είναι! Την ακούω να σιγοτραγουδάει στο μπάνιο. Πονάει το κεφάλι μου. Να τη! Ολόκληρη λευκή μπροστά μου. Οι σταγόνες από τα μαλλιά της με δροσίζουν . Λίμνη. Όλο το δωμάτιο μια λίμνη και τα κατάμαυρα μαλλιά της, απλώνονται σιγά σιγά στους τοίχους ...Το δωμάτιο...Επιτέλους γκρεμίζεται...Συγνώμη! Συγνώμη! Μ’ ακούς;

Βγήκε έξω. Ιδρωμένος με κατακόκκινα μάτια. Κάτι είχε συμβεί αλλά δεν θυμόταν τι. 

Φεβ
23

Με τσακισμένα πόδια (4ο μέρος)

4η Σκηνή 
   
[Μπαίνει μέσα ένας κλόουν. Η σκηνή ποτίζεται από μία παιδική θλιμμένη αθωότητα που μόνο οι κλόουν νιώθουν. Θλιβερή χαρά. Αυτός ο κλόουν είναι λίγο παχουλός και μιλάει πολύ σοβαρά για πολύ αστεία πράγματα. Θέλει να τον αγαπήσουν και φτιάχνει συνέχεια μπαλόνια. Γεμίζει την σκηνή μπαλόνια και τους τα προσφέρει.] 
 
Κλόουν: 
Γεια
Ήρθα
Είναι τα γενέθλια μου και ήρθα να σας κάνω ένα δώρο
Εμένα
 
Θα σας μάθω να φουσκώνετε μπαλόνια
Τα μπαλόνια πρέπει να τα αγαπάς
Δεν πρέπει να τα φουσκώνεις πολύ
Τόσο όσο
Τα μπαλόνια πρέπει να τα αγαπάς
Να τους αφήνεις χώρο
Τόσο όσο
Να αυτό ας πούμε είναι ένα λουλούδι
Εύκολα μπορώ να φτιάξω ότι σχήμα θέλω
 
Τα μπαλόνια είναι ζωντανοί οργανισμοί
Δεν πρέπει να τα θεωρούμε αντικείμενα
Τα αντικείμενα δεν αλλάζουν εύκολα
Μόνο με τον χρόνο και τη φθορά
­­­­Ενώ αυτά κοιτάχτε
Αλλάζουν συνέχεια επειδή τα αγαπώ
Μ' αρέσουν τόσο πολύ
Τα μπαλόνια πετάνε μόνο όταν τα αγαπάς
Ο στόχος τους είναι να πετάξουν
Αν πετάξουν είναι καλής ποιότητας 
Αν αρχίσουν να ξεφουσκώνουν γρήγορα είναι άχρηστα
Κάποια μπαλόνια είναι για πέταμα
Φεβ
16

Με τσακισμένα πόδια (3ο μέρος)

3η σκηνή
 
[Η Ιοκάστη τού μιλάει από το κρεβάτι της αρχικά. Ετοιμάζεται για να πάει και πάει. Είναι μια όμορφη γυναίκα γύρω στα 45. Γεμάτη αυτοπεποίθηση ζώου, που είναι έτοιμο να κατασπαράξει]
 
Ιοκάστη:

Γεια σου, αγάπη μου
Δεν κοιμόσουν, σωστά;
Θα προτιμούσα να σε ξυπνήσω
Τα μάτια σου έτσι, πρόωρα
ξυπνημένα είναι τόσο γοητευτικά
Σε παρακαλώ, κάτσε λίγο ακούνητος
Να τα φιλήσω θέλω
Θέλω να σε χαιρετίσω, άλλωστε
έτσι λέει ο τύπος
 
Ο τύπος που μας κάνει όλους 
μικρά παιχνιδάκια της ψευτιάς του
Όταν συναντάς κάποιον είτε ξένος είτε γνωστός 
πρέπει να τον φιλάς
Κι έτσι ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις
Ξέρεις;
 
Έχω κέφια σήμερα
Δεν θα σε ενοχλήσω πολύ
Μην ταράζεσαι
Τα μάτια σου τα όμορφα ματάκια
Μόνο να ακούσω την αλήθεια τους θέλω
Όχι να σε αποπλανήσω, μην φοβάσαι
Οι γυναίκες ερεθίζονται απ' την αλήθεια
Οι ίδιες μες στο ψέμα