Who me?

Μαϊ
25

Ξημερώνει (3η σκηνή)

Σκηνή 3η 
 
Κ: (Καθισμένη σε ένα δέντρο, εμφανώς ταλαιπωρημένη και άυπνη) Γεια σου!
Κδ: (Με χοντρή φωνή η ίδια, μιλάει σαν να είναι το δέντρο) Γεια σου κι εσένα κορίτσι.
Κ:Διψάω.
Κδ:Πιες νερό
Κ:Σωστά! Αλλά δεν έχω νερό.Έχω όμως ποτό. (βγάζει το φλασκί)
Κδ:Νερό δεν ζήτησες κορίτσι;
Κ:Ναι.
Kδ:Γιατί δεν ψάχνεις στις ρίζες μου να βρεις;
K:Τι εννοείς; Να σκάψω;
Μαϊ
18

Ξημερώνει (2η σκηνή)

2η Σκηνή
 
Κ:Ψψψτ, κύριε... Χίλια συγνώμη, μήπως μπορείτε να μου πείτε πού πάω;
B:Πού πας;
K:Δεν έχω ιδέα...Έχω χαθεί...
Β:Κοπέλα μου να βοηθήσω, αλλά..
Κ:Πείτε μου σας παρακαλώ, δεν μπορώ αυτή την αναμονή...Ήθελα να πάω κάπου προς θάλασσα.
Β: Είσαι τελείως αντίθετα! Εδώ είμαστε βόρεια!
Κ: Τι; Μα πώς; Πήρα λάθος λεωφορείο...
Β: Για να καταλάβεις, είμαστε μεταξύ..
Κ: Όχι μην μου πείτε! Δεν θέλω να ξέρω.. Πού πάω θέλω να μου πείτε. ΤΩΡΑ! Βιάζομαι...
Β:Καλά, κορίτσι μου, ηρέμήσε. Έλα.. Εδώ μέσα μένω. Να σε κεράσω ένα τσάι να ζεσταθείς και θα σου δείξω ένα χάρτη να προσανατολιστείς.
Κ: Bιάζομαι σας λέω. Δεν μπορώ... Θα βραδιάσει σε λίγο και..
Μαϊ
11

Ξημερώνει

[Πρόσωπα: η Κ, ο Α, ο Β] 
 
1η σκηνή
 
Κ: Μόνο η θάλασσα με ηρεμεί τον τελευταίο καιρό...
Α: (Αμήχανος)
Κ: Μπορείς να με ερωτευτείς για σήμερα;
Α: (Την κοιτάει απορημένος και γυρνάει μπροστά αδιαφορώντας)
K: Μόνο για σήμερα. Να νιώσω λίγο καλά.
Α: Είσαι καλά;
K: Δεν μπορείς ε; Έστω για μια ωρίτσα...
Α: Δεν πας καλά...
Κ: (Γελάει) Όχι πολύ..
(παύση)
Κ : Θα ταν ωραία πάντως να ήταν εύκολο.. Έτσι, απλά.. Να συμβεί..
(παύση)
Κ: Τι ώρα είναι; (Του πιάνει το χέρι κάνοντας την κίνηση να δει την ώρα και του γλύφει τα 2 του δάχτυλα)
Α: (Ταραγμένος) Τι κάνεις; Δεν πας καλά γαμώτι μου..(Σκουπίζεται)
Κ: Μη, μη! Μην τα σκουπίζεις...Γιατί, γιατί  τα σκουπίζεις; (Χώνει το κεφάλι μέσα στα χέρια της και μουρμουρίζει κάτι ακαταλαβίστικα ταραγμένη)
Α:Καλά, μην κάνεις έτσι...
(παύση)
Α: Καλά... Ξανακάν' το αν θες...
Κ: (Σηκώνει αυτόματα το κεφάλι της  και του ξαναγλύφει τα δάχτυλα και χαμογελά) Ευχαριστώ..
Μαϊ
04

Η Εταιρεία

(Ένας άντρας γύρω στα 40, εξαιρετικά καλοντυμένος κάθεται πίσω από ένα γραφείο σε μία αίθουσα πολυτελείας. Η γυναίκα γύρω στα 25, σε πλήρη αντίθεση με αυτόν, δεν είναι προσεγμένη, αλλά αμήχανη και φοβισμένη.) 
 
T: Καλησπέρα.
Γ: Γεια σας, δεσποινίς. Παρακαλώ, τι χρειάζεστε;
Τ: Είστε καλά; 
Γ: Βεβαίως. Παρακαλώ, σας ακούω.
Τ: Δεν ξέρω ακριβώς πώς να σας το θέσω.
Γ: Mην διστάζετε. Παρακαλώ, είμαι όλος δικός σας.
Τ: Μου είπαν ότι αν έρθω εδώ...καταλαβαίνετε...
Γ: Φυσικά και καταλαβαίνω. Γι' αυτό είμαι εδώ, για να καταλαβαίνω.
(παύση)
Γ: Σας ακούω, παρακαλώ.
Τ: Μα δεν θέλω να σας προσβάλω, σε καμία περίπτωση, απλά...
Γ: Δεσποινίς, είμαι ένας άνθρωπος που ποτέ δεν προσβάλλεται. Εγωιστικό δεν το βρίσκετε; Είμαι όλος αυτιά...Πείτε μου ό,τι θέλετε και θα σας βοηθήσω. Είμαι εδώ για να βοηθάω.
Τ: Ξέρετε είναι πολύ απλό, αλλά, πώς να το πω, είναι τόσο περίπλοκο, που...
Γ: Μπερδεύεστε, το καταλαβαίνω. Όλοι όταν έρχονται εδώ, ακριβώς αυτό παθαίνουν. Δεν καταλαβαίνω. Ποτέ μου δεν κατάλαβα... Αυτή η συστολή, αυτό το κόλλημα τελοσπάντων, γιατί;
Τ: E πώς; Δεν είναι εύκολο.
Γ: Μα τι το δύσκολο έχει; 
T: Δεν είναι συνηθισμένο.
Γ: Πάντα έτσι γινόταν... Τόσα γεγονότα, τόσοι άνθρωποι...
Τ: Ναι, αλλά αυτό είναι σχετικά γρήγορο.
Γ: Προτιμάτε αργά;
Απρ
27

Δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες (4ο)

ΚΥΡΙΑΚΗ 
 
Κενό. Μια λευκή γραμμή....................................................................
 
ΔΕΥΤΕΡΑ
 
Η μικρή Μπρέντα ξύπνησε.  Ήταν μέρα και ήταν τόσο όμορφη μέρα. Ήταν Δευτέρα! Οι Δευτέρες της άρεσαν, γιατί ξεκινούσε η βδομάδα από την αρχή. Ήταν η επανάληψη της προηγούμενης Δευτέρας, οπότε την ήξερε καλύτερα.  Σηκώθηκε γεμάτη όρεξη, ξεκλείδωσε την πόρτα και έκανε ένα μπανάκι, να δροσιστεί. Μετά έψησε ψωμί και άπλωσε μία κόκκινη γλυκιά μαρμελάδα πάνω σε 3 φέτες. Η μαμά και ο μπαμπάς έλειπαν, αλλά εκείνη ήξερε πια να περνάει τον δρόμο με προσοχή, οπότε την άφηναν να πηγαίνει μόνη της σχολείο. 
 
Οι γονείς της ήταν οι πιο καλοί γονείς του κόσμου. Η μαμά της τής πήρε δώρο μία πορσελάνινη κούκλα, που ήταν πανέμορφη. Είχε μακριά καστανά μαλλιά όλο μπούκλες. Κι εκείνη όταν μεγαλώσει θα έχει τόσο μακριά και λαμπερά μαλλιά. Θα είναι σαν σταρ του σινεμά και θα την αγαπάνε και θα την θαυμάζουν όλοι. Έτρεξε να δει αν η κούκλα ήταν στην θέση της. Ήταν πίσω από το κομοδίνο πεσμένη, μέσα στην σκόνη και την βρωμιά. Την σήκωσε και παρατήρησε ότι τα μαλλιά της ήταν μπερδεμένα, όλο κόμπους και σχεδόν ξεβαμμένα. Μα πότε πρόλαβαν να χαλάσουν; Άπλωσε την κόκκινη γλυκιά μαρμελάδα στα μαλλιά τής κούκλας και χάρηκε που την είδε πάλι όμορφη.